«Καὶ αὐτὸ εἶναι μόνο ἡ ἀρχή. Οἱ πηγὲς γίνονται ἀκόμη πιο παράξενες στὴ συνέχεια.
Ἂν σᾶς ἀρέσουν τὰ μυστήρια τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδας καὶ οἱ χαμένες ἱστορίες τοῦ Ἀλεξάνδρου, κάντε τώρα μία ἐγγραφή στὸ κανάλι γιὰ νὰ μὴ χάνετε τὰ ἐπόμενα βίντεο.»
Συνεχίζοντας τὴν σειρὰ ἄρθρων σχετικὰ μὲ τίς ἀποδείξεις τῆς ὕπαρξης τῶν ἀρχαίων θεῶν στὸν κόσμο, τῶν ἢ Γιγάντων ἀλλιῶς, θὰ ἀναφερθῶ σὲ ἕνα θέμα ποὺ εἶναι ἐλάχιστα γνωστὸ καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ ἄγνωστη ἐκστρατεία τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου στὴν ἔρημο Τάκλα Μακὰν ὥστε νὰ νικήσει ὄντα τὰ ὁποῖα μποροῦσαν νὰ ἀπειλήσουν ὁλόκληρο τὸν κόσμο ὅπως τὸ εἶχαν κάνει πολλὰ χρόνια πρὶν ἀφοῦ ὅταν γεννήθηκαν τὸ 40.000 π.Χ περίπου καὶ μετὰ καθὼς ζοῦσαν πλέον ἀνάμεσα μᾶς, ἀποτελοῦσαν μέγα δυνάστη τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.
Αὔθυς οὔν ἐκλιπάρησεν Ἀλέξανδρος τὸν Θεὸν καὶ ἔκλεισεν αὐτοὺς εἰς χαλκᾶς πύλας, ἐπιχρήσας ἀσύγχητον. Ταῦτα οὔν τὰ μυσαρὰ καὶ κίβδηλα ἔθνη πάσαις ταῖς μαγικαῖς κακοτεχνίαις κέχρηνται καὶ ἐν τούτοις αὐτῶν τὴν ρυπαρὰν καὶ μισόθεον γοητείαν κατήργησεν ἡ φύσις τοῦ ἀσυγχήτου.
Ἐν τῇ ἐσχάτῃ μέρα τῆς συντελείας τοῦ κόσμου ἐξελεύσονται κυνοκέφαλοι, σαυρομάται, γώγ,μαγώγ, οὗτοι εἰσὶν μετ ΄άλλων οἱ ὸβ βασιλεῖς καθεστήκασιν ἐντὸς τῶν πυλῶν ἂς κατασκεύασεν Ἀλέξανδρος ὁ βασιλεὺς ΄
Ἡ ὁμάδα διεισδύει σὲ μιὰ ἀπροσπέλαστη, ὁμιχλώδη κοιλάδα.
Ἡ ἀτμόσφαιρα ἀλλάζει· ἡ φύση γίνεται πιὸ ἄγρια.
Σύντομα ἀρχίζουν οἱ ἐπιθέσεις.
Ὁ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ βαδίζει μπροστά, κρατώντας τὸ σπαθί του χαμηλά. Δίπλα του, ὁ ΚΡΑΤΕΡΟΣ κοιτάζει γύρω του νευρικός, μὲ τὸ χέρι στὴ λαβὴ τοῦ ξίφους.
Πίσω τους, δέκα ἐπίλεκτοι ΥΠΑΣΠΙΣΤΕΣ κινοῦνται σὲ σχηματισμὸ μάχης
ΚΡΑΤΕΡΟΣ
(χαμηλόφωνα, σχεδὸν ψιθυριστά)
Βασιλιά μου, οἱ ἄνδρες δὲν βλέπουν οὔτε στὰ δύο βήματα. Ἂν μᾶς σττήσουν ἐνέδρα ἐδῶ, ἡ φάλαγγα εἶναι ἄχρηστη. Πρέπει νὰ γυρίσουμε πίσω στὸ στρατόπεδο.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
(χωρὶς νὰ σταματήσει)
Πίσω εἶναι ὁ φόβος, Κράτερε. Μπροστά μας εἶναι αὐτὸ ποὺ ἔκρυβαν οἱ θεοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Δὲν ἀκούς;
Οἱ στρατιῶτες σταματοῦν. Ἀπόλυτη σιωπή.
Μόνο ὁ ἦχος τοῦ ἀνέμου.
Ξαφνικά, μέσα ἀπὸ τὴν ὁμίχλη, ἀκούγεται ἕνας ὑπόκωφος, βαθὺς ἦχος — σὰν γρύλισμα μεγάλου σκύλου, ἀλλὰ μὲ ἀνθρώπινη χροιά.
ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ 1
(τρομαγμένος)
Τί ἦταν αυτό; Λύκος;
ΚΡΑΤΕΡΟΣ
(βγάζοντας τὸ σπαθί)
Κλείστε τὶς ἀσπίδες! Τώρα!
Μιὰ σκιὰ περνάει πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια τους, πηδώντας ἀπὸ τὸ ἕνα δέντρο στὸ ἄλλο μὲ ἀπίστευτη ταχύτητα.
\
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
(κοιτάζει ψηλά, τὰ μάτια του λάμπουν)
Δὲν εἶναι λύκοι...
Απότομα, μέσα ἀπὸ τὴν ὁμίχλη, ἐκτοξεύεται ἕνα βαρὺ ἀκόντιο.
Καρφώνεται στὸν λαιμὸ τοῦ πρώτου Ὑπασπιστῆ. Ὁ ἄνδρας πέφτει νεκρὸς στὸ ἔδαφος.
Πριν προλάβουν νὰ ἀντιδράσουν, τρία πλάσματα ὁρμοῦν ἀπὸ τὰ βράχια.
ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΚΥΝΟΚΕΦΑΛΟΙ.
Τὸ σῶμα τους εἶναι ἀνθρώπινο, μυώδες, καλυμμένο μὲ λάσπη καὶ σημάδια, ἀλλὰ τὸ κεφάλι τους εἶναι ἄγριου θηρίου, μὲ κοφτερά δόντια καὶ μάτια ποὺ γυαλίζουν.
Κινοῦνται στὰ τέσσερα γιὰ νὰ ἀποκτήσουν ταχύτητα, ἀλλὰ σηκώνονται ὄρθιοι ὅταν ἐπιτίθενται, κρατώντας πρωτόγονα ἀλλά βαριὰ σπαθιά.
ΚΡΑΤΕΡΟΣ
(φωνάζει)
Μὰ τοὺς θεούς! Τί εἶναι αὐτὰ τὰ κτήνη;!
Ἕνας Κυνοκέφαλος ὁρμᾶ πάνω στὸν Κράτερο, βγάζοντας ἕνα τρομακτικὸ γαύγισμα-κραυγή.
Οἱ σπαθιές τους συγκρούονται μὲ δύναμη. Ὁ Κράτερος ὑποχωρεῖ ἀπὸ τὴν ὁρμή, ἀλλὰ καταφέρνει νὰ κρατήσει τὴν ἀσπίδα του.

Δύο ἄλλοι Κυνοκέφαλοι κυκλώνουν τὸν Ἀλέξανδρο. Ὁ ἕνας χτυπάει μὲ μανία. Ὁ Ἀλέξανδρος ἀποφεύγει τὸ χτύπημα μὲ ἑλιγμό, γυρίζει γρήγορα καὶ καρφώνει τὸ ξίφος του στὰ πλευρὰ τοῦ πλάσματος.
Τὸ πλάσμα βγάζει ἕναν ἀνθρώπινο πόνο, πέφτει στὰ γόνατα, ἀλλὰ δὲν πεθαίνει ἀμέσως.
Κοιτάζει τὸν Ἀλέξανδρο στὰ μάτια, δείχνοντας τὰ δόντια του, γεμάτο λύσσα.
Ὁ δεύτερος Κυνοκέφαλος, βλέποντας τὸν σύντροφό του νὰ πέφτει, βγάζει ἕνα μακρόσυρτο, ἀπόκοσμο οὐρλιαχτό, ποὺ ἀντηχεῖ σὲ ὅλη τὴν κοιλάδα.
Από μακριά, μέσα ἀπὸ τὴν ὁμίχλη, ἀκούγονται δεκάδες ἄλλα οὐρλιαχτὰ νὰ ἀπαντοῦν.
ΚΡΑΤΕΡΟΣ
(καθὼς σκοτώνει τὸ πλάσμα ποὺ τοῦ ἐπιτέθηκε)
Βασιλιά μου! Ἔρχεται ὅλη ἡ ἀγέλη! Πρέπει νὰ συμπτυχθούμε!
Ο Ἀλέξανδρος μένει γιὰ μιὰ στιγμὴ ἀκίνητος, κοιτάζοντας τὸ αἷμα τοῦ Κυνοκέφαλου πάνω στὸ σπαθί του.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
(μὲ φωνὴ γεμάτη δέος καὶ ἀποφασιστικότητα)
Ὄχι. Ἐδῶ θὰ σταθοῦμε. Θέλω ἕναν ζωντανό!
Καθὼς ἡ ὁμίχλη πυκνώνει ξανά, δεκάδες σκιὲς μὲ μάτια ποὺ λάμπουν ἀρχίζουν νὰ κυκλώνουν τὴ μικρὴ ὁμάδα τῶν Μακεδόνων.
Οἱ Κυνοκέφαλοι δὲν εἶναι ἀνόητα ζῶα.
Χρησιμοποιοῦν τόξα, ἀκοντίζουν μὲ τρομακτικὴ δύναμη καὶ κινοῦνται στὰ τέσσερα μὲ ἀπίστευτη ταχύτητα, ἀλλὰ πολεμοῦν ὄρθιοι μὲ σπαθιά.
Ὁ μακεδονικὸς στρατός, μαθημένος στὴ δομημένη φάλαγγα, δυσκολεύεται νὰ ἀντιμετωπίσει ἕναν ἐχθρὸ ποὺ ἐπιτίθεται ἀπὸ τὰ δέντρα καὶ τὰ βράχια σὰν ἀγέλη λύκων.

Ὁ Ἀλέξανδρος αἰχμαλωτίζει ἕναν ἀπὸ αὐτούς.
Πρὸς ἔκπληξη ὅλων, τὸ πλάσμα φοράει ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ φυλαχτό — ἀπομεινάρι ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Διονύσου ἢ τοῦ Ἡρακλῆ, ποὺ σύμφωνα μὲ τὸν μῦθο εἶχαν περάσει ἀπὸ ἐκεῖ.
ΣΚΗΝΗ 13: Η ΑΝΑΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΥ
ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ - Η ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ - ΝΥΧΤΑ
Τὸ ἐσωτερικὸ τῆς σκηνῆς φωτίζεται ἀπὸ δύο μεγάλους πυρσούς, ποὺ κάνουν τὶς σκιὲς νὰ χορεύουν στοὺς τοίχους.
Στὸ κέντρο, δεμένος χειροπόδαρα μὲ βαριὲς ἁλυσίδες σὲ ἕναν ξύλινο πάσσαλο, βρίσκεται ὁ αἰχμάλωτος ΚΥΝΟΚΕΦΑΛΟΣ.
Τὸ πλάσμα ἀνασαίνει βαριά, βγάζοντας ἕναν ὑπόκωφο γρυλισμό.
Τὸ αἷμα ἀπὸ τὴν πληγή του ἔχει ξεραθεί, ἀλλὰ τὰ μάτια του, ἄγρια καὶ κόκκινα, δὲν σταματοῦν νὰ παρακολουθοῦν κάθε κίνηση.
Ὁ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ στέκεται λίγα βήματα μακριά, παρατηρώντας το μὲ προσοχή. Δίπλα του, ὁ ΚΡΑΤΕΡΟΣ κρατᾶ τὸ χέρι του στὴ λαβὴ τοῦ σπαθιοῦ, ἕτοιμος γὰ τὸ παραμικρό.
Στὴ γωνία τῆς σκηνής, ἕνας ἡλικιωμένος ΙΝΔΟΣ ΜΑΓΟΣ/ΑΣΚΗΤΗΣ παρακολουθεῖ σιωπηλός.
ΚΡΑΤΕΡΟΣ
Βασιλιά μου, χάνουμε τὸν καιρό μας. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἄνθρωπος. Δὲν ἔχει μιλιά. Κοίταξε τὰ δόντια του... Μόνο νὰ κατασπαράξει ξέρει.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
(χωρὶς νὰ πάρει τὰ μάτια του ἀπὸ τὸ πλάσμα)
Κάνεις λάθος, Κράτερε.
Κοίταξε τὰ χέρια του. Πῶς εἶναι δεμένα τὰ τομάρια πάνω του; Ἔχει φτιάξει ἐργαλεῖα. Πολεμᾶ μὲ σχέδιο. Ὑπάρχει νοῦς πίσω ἀπὸ αὐτὸ τὸ βλέμμα.
Ὁ Ἀλέξανδρος πλησιάζει ἕνα βῆμα πιὸ κοντά.
Ὁ Κυνοκέφαλος τεντώνει τὶς ἁλυσίδες, βγάζοντας ἕνα κοφτὸ γαύγισμα ἐπίθεσης.
Ὁ Κράτερος μπαίνει μπροστά, ἀλλὰ ὁ Ἀλέξανδρος τὸν σταματᾶ μὲ τὸ χέρι του.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
(πρὸς τὸν Ἰνδὸ μάγο)
Μίλησέ του. Εἶπες ὅτι οἱ φυλὲς τῶν βουνῶν τοὺς ξέρουν.
Ο ΙΝΔΟΣ ΜΑΓΟΣ
(κουνᾶ τὸ κεφάλι του ἀρνητικά)
Δὲν ἔχουν λέξεις, μεγάλε βασιλιά.
Μιλοῦν μὲ τὸν ἦχο τοῦ θυμοῦ καὶ τοῦ φόβου, ὅπως τὰ θηρία.
Ἀλλά καταλαβαίνουν τὴν ὑποταγή. Ἂν δὲν τοῦ σπάσεις τὸν τράχηλο, δὲν θὰ μάθεις τίποτα.
Ὁ Ἀλέξανδρος σκύβει χαμηλά, ἔρχεται στὸ ἴδιο ὕψος μὲ τὸ κεφάλι τοῦ Κυνοκεφάλου. Τὸ πλάσμα γρυλίζει, ἀλλά καθὼς ὁ Ἀλέξανδρος τὸ κοιτάζει σταθερά, χωρὶς φόβο, ὁ γρυλισμὸς χαμηλώνει.
Ξαφνικά, τὸ βλέμμα τοῦ Ἀλεξάνδρου πέφτει στὸ στῆθος τοῦ πλάσματος.
Μέσα ἀπὸ τὰ λασπωμένα τομάρια, κρέμεται κάτι μεταλλικό, μαυρισμένο ἀπὸ τὸν χρόνο.
Ὁ Ἀλέξανδρος ἁπλώνει τὸ χέρι.
ΚΡΑΤΕΡΟΣ
Ἀλέξανδρε, ὄχι!
Ὁ Ἀλέξανδρος πιάνει τὸ ἀντικείμενο καὶ τὸ τραβᾶ.
Ὁ σπάγκος σπάει. Εἶναι ἕνα χάλκινο, κυκλِικὸ φυλαχτό.
Καθὼς ὁ Ἀλέξανδρος σκουπίζει τὴ λάσπη μὲ τὸν ἀντίχειρά του, τὸ πρόσωπό του παγώνει.
Στὸ φυλαχτό εἶναι χαραγμένο ἕνα πρόσωπο μὲ κέρατα ταύρου καὶ γύρω του κλήματα ἀμπέλου.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
(ψιθυριστά, σχεδὸν χαμένος)
Διόνυσος...
ΚΡΑΤΕΡΟΣ
(πλησιάζει, κοιτάζει τὸ φυλαχτό)
Τί; Ἀποκλείεται. Ποῦ βρῆκε ἕνα βάρβαρο κτῆνος τὸ σημάδι τοῦ Θεοῦ;
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
(σηκώνεται ὄρθιος, ἡ φωνὴ τοῦ ἀντηχεῖ μὲ δέος)
Δὲν εἶναι κτῆνος, Κράτερε!
Οἱ μῦθοι ἔλεγαν τὴν ἀλήθεια.
Ὁ Διόνυσος ἔφτασε ὣς ἐδῶ, στὴν ἄκρη τοῦ κόσμου, πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς.
Αὐτοὶ οἱ Κυνοκέφαλοι... ἦταν ὁ στρατός του.
Ἢ οἱ φύλακες ποὺ ἄφησε πίσω του.
Μόλις ὁ Κυνοκέφαλος βλέπει τὸ φυλαχτό στὸ χέρι τοῦ Ἀλεξάνδρου, ἡ συμπεριφορά του ἀλλάζει ριζικά. Σταματᾶ νὰ γρυλίζει.
Χαμηλώνει τὸ κεφάλι του, βγάζοντας ἕναν μακρόσυρτο, παραπονιάρικο ἦχο, σὰν σκύλος ποὺ ἀναγνωρίζει τὸν ἀφέντη του.
Ὁ Ἀλέξανδρος δείχνει τὸ φυλαχτό στὸ πλάσμα καὶ μετὰ δείχνει τὸν ἑαυτό του.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
Εἶμαι ὁ γιὸς τοῦ Διός.
Ἦρθα νὰ τελειώσω τὸ ἔργο τῶν θεῶν.
Ὁ Κυνοκέφαλος σηκώνει τὸ βλέμμα του.
Κοιτάζει τὸ φυλαχτό, κοιτάζει τὰ μάτια τοῦ Ἀλεξάνδρου, καὶ μετὰ, μὲ μιὰ ἀργή, βαριὰ κίνηση, στρέφει τὸ κεφάλι του πρὸς τὴν ἀνατολή, βγάζοντας ἕνα χαμηλὸ οὐρλιαχτό.
ΙΝΔΟΣ ΜΑΓΟΣ
(τρομαγμένος, πέφτει στα γόνατα)
Σοῦ δείχνει τὸν δρόμο, βασιλιά... Σοῦ δείχνει τὴν Πύλη.
Ὁ Ἀλέξανδρος χαμογελάει, μὲ ἕνα χαμόγελο γεμάτο θεϊκὴ μανία.
Γυρίζει πρὸς τὸν Κράτερο.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ
Λῦσε τὸν. Αὐτὸς θὰ μᾶς ὁδηγήσει.