Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2022

Τί ἀπέγινε ὁ Ὀδυσσέας;

Τί ἀπέγινε ὁ Ὀδυσσέας;
Τὸ ὄνομα «Ὀδυσσέας» ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα «ὀδύσσομαι» (ὀργίζομαι, μισῶ κάποιον) καὶ σημαίνει ἐξοργισμένος, ἀλλὰ καὶ ὁ μισούμενος ἀπὸ τοὺς θεούς, αὐτὸς ποὺ ἔδωσε ἀφορμές. δυσαρέσκειας, τὸ ἔδωσε ὁ παπποῦς του (ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς μητέρας του), ὁ Αὐτόλυκος.
Σύμφωνα μὲ τὸν Ὅμηρο τὸ ὄνομα σημαίνει «γιος τῆς πέτρας», ἀλλὰ πιὸ πιθανὸ εἶναι νὰ συγγενεύει ἐτυμολογικὰ μὲ τὴν λέξη «ὁδηγὸς»..
.




Μπορεῖ ἐπίσης νὰ προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα «ὀδυνάω» ποὺ σημαίνει «προκαλῶ πόνο» μὲ τὴν ἔννοια «αὐτὸς ποὺ προκαλεῖ καὶ αἰσθάνεται πόνο».
Ὁ Ὀδυσσέας ἐξάλλου αἰσθάνεται ἕναν διαρκῆ πόνο πνευματικὸ ἤ/καὶ σωματικό - προκαλεῖ δηλαδὴ πόνο σὲ κάποιον ἄλλο καὶ παράλληλα κάποιος ἄλλος σ΄αυτόν.
Στὸν Ὀδυσσέα ἀποδίδεται μερικὲς φορὲς καὶ τὸ πατρωνυμικὸ οὐσιαστικὸ Λαερτιάδης, δηλαδὴ «γιος τοῦ Λαέρτη».

Οἱ περισσότεροι θεωροῦν ὅτι ἀφοῦ σκότωσε τοὺς μνηστῆρες καὶ ἀνακατέλαβε τὸ βασίλειο τοῦ, "ζήσανε (μὲ τὴν Πηνελόπη καὶ τὸν Τηλέμαχο), αὐτοὶ καλὰ κι ἐμεῖς καλύτερα".
Εἶναι ὅμως ἔτσι; .


Προσπάθησε νὰ ξαναφτιάξει τὴ ζωή του ὅμως ἡ σχέση του μὲ τὴν Πηνελόπη δὲν ἐξελίχθηκε καλά. Ἄρχισαν οἱ τσακωμοὶ καθὼς ἡ Πηνελόπη, ἀκούγοντας τὸν Ὀδυσσέα νὰ τίς ἱστορεῖ τὰ κατορθώματα καὶ τίς περιπέτειες τῆς, ζήλεψε τὴν Καλυψώ, στὸ νησὶ τῆς ὁποίας ὁ Ὀδυσσέας εἶχε περάσει ἑπτὰ χρόνια.

Ἡ ἴδια τὸν περίμενε ὑπομονετικὰ καὶ δὲν ὑπέκυπτε στοὺς μνηστῆρες, ἐνῶ αὐτὸς ἔπεφτε ἀπὸ τὴν ἀγκαλιὰ τῆς Κίρκης καὶ τῆς Καλυψούς.

Τί ἀπέγινε λοιπὸν ὁ Ὀδυσσέας; Ἄς δοῦμε παρακάτω,,

Οἱ ἑκατὸ μνηστῆρες τῆς βασίλισσας Πηνελόπης εἶχαν σκοτωθεῖ καὶ τὰ πτώματά τους, τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο, τὰ ἔβγαλαν ἀπὸ τὴ σάλα τῆς γιορτῆς τυλιγμένα μὲ χαλιά. Μολονότι κόντευαν μεσάνυχτα, τὸ σπίτι ἦταν ἀκόμη στὸ πόδι μετὰ τὰ φοβερὰ συμβάντα, τὰ παράθυρα ἅπλωναν φῶς μέσα στὴ νύχτα κι οἱ ὑπηρέτες ἔτρεχαν πέρα - δῶθε.
Στὸ λαμπροφώτιστο ὑπνοδωμάτιο ὁ Ὀδυσσέας ἄρχισε νὰ μιλάει στὴ γυναῖκα του τὴν Πηνελόπη γιὰ τίς εἰκοσάχρονες τοῦ περιπέτειες,γιὰ τὴν Τροία, γιὰ τὴ διαμάχη τῶν βασιλιάδων στὸ στρατόπεδο, γιὰ τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς καὶ τὰ παράξενα τῆς μακρινῆς θάλασσας.


Συγκεκριμένα στὸ τέλος τῆς Ι Ραψωδίας ἀναφέρεται :
Εἶπα, κ' ἐκεῖνος εὔχονταν στὸν μέγαν Ποσειδῶνα, στὸν ἀστροφόρον οὐρανὸν ἁπλώνοντας τὰ χέρια «ὦ Ποσειδῶνα, εἰσάκου με, γεωφόρε μαυροχήτη ἂν εἴμ' υἱός σου ἀληθινά, πατέρα, μὴν ἀφήσῃς ὁ Ὀδυσσηὰς ὁ πορθητής 'ς σπίτι του νὰ φθάσῃ


Λαερτιάδης, κάτοικος τῆς πετρωτὴς Ἰθάκης ἀλλ' ἂν τὸ θέλ' ἡ μοῖρα του νὰ ἰδῇ τοὺς ποθητούς του, τὸ σπίτι τὸ καλόκτιστο, καὶ τὴν γλυκειὰ πατρίδα, ἂς κακοφθάση ἀργὰ πολὺ καὶ ἀπὸ συντρόφους ἔρμος, μὲ ξένην πλώρη, καὶ κακά 'ς τὸ σπίτι μέσα ναύρη

Ὅμως ὅταν ἔφτασε στὴ Σκύλλα καὶ τὴ Χάρυβδη, παρατήρησε πὼς ἡ Πηνελόπη δίπλα του εἶχε ἀποκοιμηθεῖ. Καὶ σκέφτηκε: "τράβηξε πολλὰ σήμερα ἡ καημένη θὰ συνεχίσω αὔριο."
Κι ἀκούμπησε τὸ κεφάλι τοῦ πλάϊ στὸ δικό της, πάνω στὸ πορφυρένιο προσκεφάλι.


Στὸ μακρινὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς ἀπ' ὅλα πιὸ πολλὴ χαρὰ ἔδινε στὸν Ὀδυσσέα το πὼς θὰ διηγιόταν στὴ γυναῖκα του ὅλες αὐτὲς τίς περιπέτειες καὶ πὼς ἐκείνη θὰ κρεμόταν ἀχόρταγα ἀπ' τὰ χείλη του καὶ θὰ τὸν διέκοπτε μὲ ἐρωτήσεις.
Ὅμως γρήγορα κατάλαβε πὼς δὲν ἦταν τόσο προσεκτικὸς ἀκροατὴς σὰν τοὺς Φαίακες, ποὺ δύο μέρες ὁλάκερες ἄκουγαν μὲ προσήλωση τὴ μελωδική του ἀφήγηση.
Ὅταν ἄρχισε τὴ διήγηση στὴν Πηνελόπη, ἐκείνη δούλευε ἀμίλητη τὸ χρυσὸ σχέδιο ἑνὸς κεντήματος καὶ κοίταζε ἀφῃρημένη ἀπ' τὸ παράθυρο.

Ὅταν κάποτε τῆς ἔκανε μιὰ ἐρώτηση, κατάλαβε πὼς μπέρδευε τοὺς Λαιστρυγόνες μὲ τοὺς Λωτοφάγους, κι αὐτὸ τὸν πόναγε, γιατί θυμόταν μὲ ἀκρίβεια τίς ἐμπειρίες του, ποὺ ὅσο γίνονταν πιὸ μακρινές, ὅλο καὶ πιὸ πολὺ τίς ἀγαποῦσε.


Μόνον ὅταν μιλοῦσε γιὰ τὴ νύμφη Καλυψὼ φαινόταν ν' ἀκούει προσεκτικότερα. Καὶ τὸ ἐνδιαφέρον της αὐτὸ τὸν ἐρέθιζε κι ἐξιστοροῦσε τοῦτο τὸ κομμάτι τῆς περιπλάνησής του πιὸ διεξοδικά: τὸ μοναχικὸ νησί, τὸ θαυμαστὸ ἱερὸ ἄλσος, ποὺ στὰ δέντρα του φώλιαζαν τὰ θαλασσοπούλια, καὶ τὴν εὐωδιαστὴ σπηλιὰ τῆς θεᾶς.


-Πόσο καιρὸ ἔμεινες σ' αὐτὴ τὴν Καλυψώ; ρώτησε μιὰ φορά.
-Ἑπτὰ χρόνια, ἀπάντησε αὐτός.
Ἔσκυψε στὸ ἐργόχειρό της καὶ τὰ μάτια της σκοτείνιασαν.
-Περισσότερο θὰ ἤθελα νὰ μάθω γιὰ σένα, τί ἔκανες αὐτὰ τὰ δέκα χρόνια στὴν Καλυψώ.
-Ἑπτὰ χρόνια, ἀπάντησε.
-Χθὲς ἔλεγες δέκα ἔχεις, φαίνεται, πεῖ τόσα ψέματα στὰ ταξίδια σου, καημένε μοῦ φίλε, ποὺ δὲν ξέρεις πιὰ νὰ πεῖς τὴν ἀλήθεια. Ὅμως εἴτε δέκα χρόνια ἦταν εἴτε ἑπτά, ἦταν σίγουρα πολὺς καιρὸς καὶ φαίνεται πὼς καλοπέρασες ἐκεῖ. Ἀπάντησε λοιπὸν στὴν ἐρώτησή μου: τί ἔκανες τόσο καιρό;

Τώρα ἔπρεπε νὰ τῆς ἀπαντήσει:

"-Γυναῖκα, ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια νοσταλγοῦσα ἐσένα, αὐτὰ τὰ χρόνια καθόμουν στὴν ἀμμουδιὰ τοῦ μακρινοῦ νησιοῦ, κοίταζα πέρα ἀπὸ τὴ θάλασσα καὶ παρακαλοῦσα τοὺς θεούς, νὰ μπορέσω νὰ δῶ μιὰ φορὰ μονάχα ἀκόμα τὸν καπνὸ τοῦ σπιτιοῦ σου. "
Ἔτσι ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσει....
Βλέποντας ὅμως πὼς τὰ μάτια της τὸν κοίταζαν παγερὰ καὶ σκληρά, τὰ κράτησε μέσα του αὐτά.
Καὶ ποτέ της δὲν ἔμαθε γιὰ τὴ μεγάλη του νοσταλγία γιὰ τὴν πατρίδα.
-Ἔπινα κρασὶ ἐκεῖ, ἀπάντησε ἤρεμα, τὸ κρασὶ εἶναι καλὸ σ' αὐτὰ τὰ νησιά, μολονότι λίγο ξινό...


Ἡ Πηνελόπη μάταια προσπαθεῖ νὰ τὸν καθησυχάσει. Ὁ Ὀδυσσέας ἐξακολουθεῖ νὰ ἀνησυχεῖ, νὰ ἀναρωτιέται:
Ἀπὸ ποῦ θά 'ρθεὶ θάνατος;
Ἀπὸ τὴ θάλασσα ἢ μακριὰ ἀπ' τὴ θάλασσα; Καὶ ποιός θὰ μὲ χτυπήσει;
Παρακάτω στὴν Ψ Ραψωδία, κατὰ τὴ συνομιλία μὲ τὴν Πηνελόπη, λέει:


Ἐκείνης ὁ πολύγνωμος ἀπάντησε Ὀδυσσέας· «Ὦ τρομερή, πόσο σφοδρὰ μὲ βιάζεις νὰ τὸν εἴπω· κ' ἰδοὺ τὸν φανερόνω ἐγώ, χωρὶς τὸ οὐδὲν νὰ κρύψω,


ἀλλὰ ποσῶς δὲν θὰ χαρῇς, καθὼς κ' ἐγὼ δὲν χαίρω· ότ' εἰς πολλαῖς χώραις θνητῶν παράγγειλε μοῦ ἐκεῖνος νὰ πάρω δρόμο, φέρνοντας ἴσιο κουπὶ μαζή μου, ὅσο νὰ φθάσω 'ς τοὺς θνητούς 'ποὺ θάλασσα δὲν ξεύρουν, καὶ ὁπού,ὁποῦ δὲν τρώγουν φαγητὸ μὲ ἄλατ' ἀρτυμένο.


οὔτε τὰ κοκκινόπλωρα καράβι' αὐτοὶ γνωρίζουν, οὔτε τὰ ἴσια κουπιά, 'πού 'ναι πτερὰ τῶν πλοίων, κ' ἕνα σημάδι φανερό μου εἶπε, ὁπού,ὁποῦ δὲν κρύβω· 'ς τὸν δρόμον ἄμ' ἀπαντηθῇ μ' ἐμέν' ἄλλος ὀδίτης καὶ εἰπῇ, 'ς τὸν λαμπρὸν ὦμον μου πὼς ἔχω λιχνιστήρι,


'ς την γῆ νὰ στήσω τὸ κουπί, μοῦ εἶπε, καί, ἀφοῦ κάμω τοῦ Ποσειδῶνα βασιληὰ καλόδεκταις θυσίαις, κριάρι, ταῦρον σφάζοντας, καὶ χοῖρον ἀναβάτην, νὰ γύρῳ 'ς τὴν πατρίδα μου καὶ νὰ δώσ' ἑκατόμβαις τῶν ἀθανάτων, 'πώχουσι τῶν οὐρανῶν τοὺς θόλους,

μὲ τὴν σειρὰ τοῦ καθενός· καὶ θάνατος θὰ μ' εὕρη ἔξω ἀπ' τὰ πέλαγα ἐλαφρός, καὶ θὰ μὲ σβύση ἀγάλι μὲς τὰ λαμπρὰ γεράματα· καὶ ωστόσ' ὁλόγυρά μου θά 'ναι μακάριος ὁ λαός· τούτ' όλ', εἶπε, θὰ γείνουν.


Ὑποψιάζεται τὸν Τηλέμαχο, τὸν ὁποῖο καὶ ἀποφασίζει νὰ ἐξορίσει στὴν Κεφαλληνία. Ἀργότερα, ὅμως, τὸ μετανιώνει, πείθεται καὶ ἠρεμεῖ. O Τηλέμαχος ἀνησυχεῖ, καθὼς εἶναι βέβαιος ὅτι αὐτός, σύμφωνα μὲ τὸν χρησμό, 
θὰ σκοτώσει τὸν πατέρα του. Ἀργότερα ἀποχαιρετᾷ τοὺς γονεῖς του καὶ φεύγει. Ὁ Ὀδυσσέας ἐκφράζει στὴν Πηνελόπη τὴν λύπη ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνακούφισή του γιὰ τὴν φυγὴ τοῦ Τηλεμάχου, τὸ κέφι του νὰ κατέβει στὴ θάλασσα μέ τα σκυλιά, καὶ τὴν ἐπιθυμία του νὰ βρεθοῦν ἐπιτέλους μόνοι τὸ βράδυ.
Ὁ Τειρεσίας, τὸν εἶχε ἐπίσης συμβουλεύσει ὅτι γιὰ νὰ ἐξευμενίσει τὸν Ποσειδῶνα ἔπρεπε, ὅταν θὰ γύριζε στὴν Ἰθάκη, νὰ φύγει ἀπὸ τὸν τόπο το νὰ πάρει ἕνα κουπὶ στὸν ὦμο καὶ νὰ ταξιδέψει στὴ στεριὰ μέχρι νὰ βρεῖ κάποιον ποὺ νὰ μὴν γνωρίζει τὴ θάλασσα καὶ τί εἶναι τὸ κουπί. Ἐκεῖ νὰ θυσιάσει στοὺς θεούς.


Σ' αὐτὴ τὴ νέα περιπλάνησή του θὰ συναντήσει κάποιον ποὺ θὰ νομίσει πὼς τὸ κουπὶ στὸν ὦμο του εἶναι λιχνιστήρι (ξύλινο, ἀγροτικὸ ἐργαλεῖο μὲ τὸ ὁποῖο ξεχωρίζεται ὁ καρπὸς τῶν σιτηρῶν ἀπὸ τὸ ἄχυρο). Ἐκεῖ νὰ σταματήσει, θυσιάζοντας στὸν Ποσειδῶνα ἕνα κριάρι, ἕναν κάπρο κι ἕναν ταῦρο.


Μόνο ἔτσι θὰ ἐξασφαλίσει τὸν ὁριστικὸ τοῦ πιὰ νόστο στὴν Ἰθάκη· ὅπου τὸν περιμένουν ἥσυχα χρόνια καὶ βαθιὰ γεράματα· καὶ γύρῳ του ὅλοι οἱ λαοί του θὰ ζοῦν εὐτυχισμένοι ἐκεῖ θὰ τὸν βρεῖ ἀνώδυνος θάνατος, κάπου μακριὰ ὡστόσο ἀπὸ τὸ νερὸ τῆς θάλασσας. (ἐξ ἁλὸς).


Πράγματι κατὰ τὴ μυθολογία ἔτσι κι ἔγινε.
Ὁ Ὀδυσσέας μετὰ τὸν φόνο τῶν μνηστήρων ἔφυγε πάλι γρήγορα μ' ἕνα κουπὶ στὸν ὦμο, γιὰ τὴ Θεσπρωτία τῆς Ἠπείρου. Προχωρῶντας στὸ ἐσωτερικὸ τῆς χώρας, συνάντησε κάποιους ἀνθρώπους ποὺ τὸν ρώτησαν γιατί κουβαλοῦσε μαζί του τὸ λιχνιστήρι. Τότε κατάλαβε πὼς αὐτὸς ἦταν ὁ τόπος ποὺ ἔπρεπε νὰ μπήξει τὸ κουπὶ καὶ νὰ θυσιάσει στὸν Ποσειδῶνα.


Στὴ Θεσπρωτία ὁ Ὀδυσσέας παντρεύτηκε τὴ βασίλισσα Καλλιδίκη. Ἀπέκτησε μαζί της ἕνα παιδὶ τὸν Πολυποίτη. Μετὰ τὸν θάνατο τῆς Καλλιδίκης ὕστερα ἀπὸ ἕναν πόλεμο τῶν Θεσπρωτῶν μὲ τοὺς Βρύγους, ὁ Ὀδυσσέας παρέδωσε τὴ βασιλεία τῶν Θεσπρωτῶν στὸν Πολυποίτη καὶ ἐπέστρεψε στὴν Ἰθάκη, πιστεύοντας πὼς θὰ περάσει ἤρεμα γεράματα.
Στὴν Χρηστομάθεια τοῦ Πρόκλου διαβάζουμε τὰ ἑξῆς:


"Μετὰ τὴν ταφὴ τῶν μνηστήρων, ὁ Ὀδυσσέας, ἀφοῦ θυσίασε στὶς Νύμφες, ταξίδεψε στὴν Ἤλιδα, γιὰ νὰ ἐπιθεωρήσει τὰ βουκόλιά του. Ἐκεῖ φιλοξενήθηκε ἀπὸ τὸν Πολύξενο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο καὶ ἔλαβε ὡς δῶρο ἕναν κρατῆρα. 
Ἔπειτα ἐπέστρεψε στὴν Ἰθάκη καὶ τέλεσε τὰς ὑπὸ Τειρεσίου ῥηθεῖσας θυσίας. Στὴν συνέχεια πῆγε στὴν Θεσπρωτία, παντρεύτηκε τὴν βασίλισσα Καλλιδίκη, ἡγήθηκε δὲ τῶν Θεσπρωτῶν στὸν πόλεμο ποὺ ξέσπασε ἀνάμεσα σ' αὐτοὺς καὶ τοὺς Βρύγους. Μετὰ τὸν θάνατο τῆς Καλλιδίκης, τὴν ἐξουσία ἀνέλαβε ὀπολυποίτης, γιος του Ὀδυσσέα ἀπὸ τὴν Καλλιδίκη, ὁ δὲ Ὀδυσσέας ἐπέστρεψε στὴν Ἰθάκη.
Στὸ μεταξὺ ὁ Τηλέγονος, γιος ποὺ ἀπέκτησε ὁ Ὀδυσσέας μὲ τὴν Κίρκη, ἀναζητῶντας τὸν πατέρα του ἀποβιβάστηκε στὴν Ἰθάκη καὶ οἱ σύντροφοί του κατέστρεψαν τὸ νησί.
Ὅταν ὁ Ὀδυσσέας ἔμαθε πὼς κάποιο καράβι εἶχε ἀράξει στὴν Ἰθάκη, καὶ πὼς οἱ ναῦτες εἶχαν βγεῖ ἔξω γιὰ λεηλασίες, ἔτρεξε μὲ τὸν στρατό του, νὰ τοὺς διώξει. Χτυπήθηκε ὅμως ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸ τῶν ἐπιδρομέων μ' ἕνα κοντάρι, ποὺ ἀντὶ γιὰ σιδερένια λόγχη εἶχε τὸ ἀγκάθι ἑνὸς σαλαχιοῦ. Ἑτοιμοθάνατος μεταφέρθηκε στὸ παλάτι, ὅπου παραπονέθηκε γιὰ τὸ μαντεῖο ποὺ τὸν εἶχε γελάσει, λέγοντάς του νὰ φυλάγεται ἀπὸ τὸν γιο του, ἐνῶ τελικὰ χτυπήθηκε ἀπὸ κάποιον ξένο.


Σύντομα ὅμως φανερώθηκε πὼς ὁ φονιᾶς ἦταν ὁ γιος του Τηλέγονος, ποὺ τοῦ εἶχε γεννήσει ἡ Κίρκη, ὁ ὁποῖος δὲν τὸν γνώριζε. Ἡ αἰχμὴ τοῦ δόρατος, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Τηλέγονος τραυμάτισε θανάσιμα τὸν Ὀδυσσέα, ἦταν κατασκευασμένη ἀπὸ τὸ κέντρον τρυγόνος (τὸ σημερινὸ ὄνομα εἶναι «σελάχι» ἢ «σαλάχι»). Πρόκειται γιὰ ψάρι μὲ πιεσμένο στὴ ράχη καὶ τὴν κοιλιὰ σῶμα, πλακοειδῆ λέπια, μεγάλη οὐρὰ σὰν μαστίγιο ποὺ ἔχει μερικὲς φορὲς δηλητηριῶδες ἀγκάθι, τὸ ὁποῖο κολυμπᾷ γρήγορα καὶ συνήθως κινεῖται σὲ ἀμμώδεις καὶ λασπώδεις βυθούς.


Ὁ Ι. Κακριδὴς (Ἑλληνικὴ Μυθολογία. Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν, ) ἀναφερόμενος στὴν νεκρομαντεία του Τειρεσία, παρατηρεῖ ὅτι «...οἱ προφητεῖες εἶναι πάντα διφορούμενες...» καὶ ὅτι «πραγματικά, ὁ θάνατος βρίσκει τὸν Ὀδυσσέα ἀπὸ τὴ θάλασσα, ὄχι μόνο ἐπειδὴ ὁ φονιᾶς εἶχε φθάσει στὴν Ἰθάκη μὲ καράβι, ἀλλὰ καὶ γιατί τὸ φονικὸ ὅπλο ἦταν θαλασσινό». Ὅταν ὁ Τηλέγονος κατάλαβε πὼς εἶχε σκοτώσει τὸν πατέρα του, ἦταν πιὰ ἀργά.

Πῆρε τὸ ἄψυχο κορμί του, τὸ γιο του, τὸν Τηλέμαχο, καὶ τὴν Πηνελόπη καὶ κατευθύνθηκε στὴν Αἴα.


Ἐκεῖ ἡ Κίρκη τους ἔκανε ὅλους ἀθάνατους. Ὁ Μῦθος λέει ὅτι ἡ Κίρκη παντρεύτηκε τὸν Τηλέμαχο καὶ ἡ Πηνελόπη τὸν Τηλέγονο...






Τετάρτη 23 Φεβρουαρίου 2022

Τὁ μυστικὸ ταξίδι τοῦ Μ.Αλεξάνδρου ποὺ λίγοι γνωρίζουν Μέρος Β`







Μέρος Β` : ΧΡΗΣΜΟΣ Κι ΕΥΛΟΓΙΑ ΣΤΗΝ ΟΑΣΗ ΤΗΣ ΣΙΒΑ

Τ ὸ 331 π.χ ἡ κατάκτηση τῆς Αἰγύπτου ἔχει ὁλοκληρωθεῖ , καὶ ὁ Ἀλέξανδρος
ξεκινᾷ γιὰ ἕνα ταξίδι τὸ ὁποῖο ἔχει προαποφασισθεῖ καὶ σχεδιαστεῖ ἀπὸ κοινοῦ
μὲ τὴν Ὀλυμπιάδα , ἀπὸ χρόνια.
Τὸν Μάρτιο τοῦ ἴδιου ἔτους ταξιδεύει γιὰ τὴν Ἀμμωνιάδα ( ὄαση Σίβα ) ὅπου βρίσκεται τὸ ἱερὸ τοῦ Ἀμμωνος Διός.

Ὁ Ναὸς τοῦ Ἀμμωνος εἶχε ἱδρυθεῖ ἀπὸ τοὺς Ἀρκάδες οἴ ὁποῖοι στὸ ἀπώτατο παρελθὸν ὑπὸ τὴν καθοδήγηση τοῦ Ἡρακλῆ , εἶχαν ἐκστρατεύσει στὴν Ἀφρικὴ καί
πρὸς τὸν Ἀτλαντικό.

Τὸ ἱερό , γράφει ὁ Ἡρόδοτος , " εἶναι ἀπομίμησις τοῦ ἱεροῦ τὼν Θηβῶν " , τὸ ὁποῖο ἐπίσης ἵδρυσε ὁ Ἡρακλῆς , ὅπως καὶ τὴν Αἰγυπτιακὴ Θήβα.
Γιὰ τὸν Ἀλέξανδρο , ὁ Ἀμμων Ζεὺς ἦταν ἕνας Ἑλληνας θεὸς ποῦ εἶχε ἤδη ἕνα ναό
στὴν Ἀφυτι τῆς Χαλκιδικής , καὶ τὸν λάτρευαν στὴ Δωδώνη.

Τὸν γύρω ἀπὸ τὸ ναὸ χῶρο τῆς ὀάσεως εἶχαν ἱδρύσει καὶ ἀποικήσει Σάμιοι τῆς
Αἰσχριωνιὴς Φυλῆς καὶ " οἱ μετανάστες αὐτοὶ στὰ βάθη τῆς ἐρήμου ἐδημιούργησαν τὸν ἀκραῖο σταθμὸ τῆς ἀποικιακῆς πρὸς νότο διασπορᾶς τοῦ Ἑλληνισμοῦ ".


Ἰδιαίτερης προσοχῆς πρέπει νὰ τύχει , ἡ ἀναφορὰ τὴν ὁποία κάνει ὁ ἀείμνηστος
Ι.Φουράκης , βαθὺς μελετητὴς καὶ γνώστης τῆς ἱστορίας καὶ προϊστορίας , στό
βιβλίο του " Μεῖξις-Ἀνακύκλησις ".

Ὁ βασιλεύς , τὼν πελασγικῆς καταγωγῆς Ἀσσυρίων , Νίνος , σχεδίαζε ἐκστρατεία
πρὸς τὴν Ἰνδικὴ καὶ προγραμμάτιζε ἐπίσκεψη στὸ ἱερὸ τοῦ Ἀμμωνος γιὰ νὰ ζητήσει " χρησμὸ καὶ εὐλογία ".
Ταξίδι ποῦ πραγματοποίησε μέσα στὴν ἀπέραντη ἔρημο , ἡ σύζυγός του Σεμίραμις
μετὰ τὸν θάνατο τοῦ Νίνου καὶ τὴν ἀνάρρησί της στὸ θρόνο.
Προσκύνημα τὸ ὁποῖο πραγματοποίησε καὶ ὁ Περσέας μὲ τὸν Ἡρακλῆ.

Τὸ ταξίδι ἦταν ἕνα τεράστιο τόλμημα , λόγῳ τὼν δυσκολιῶν καὶ τὼν κινδύνων.

Ἡ ἔλλειψη νεροῦ στὴ βαθιὰ κι ἀτέλειωτη ἄμμο , καὶ ὁ τρομερὸς νοτιᾶς ποῦ σήκωνε μεγάλες ἀνεμοθύελλες καθιστοῦσαν τὸ ἐγχείρημα ἄκρως ἐπικίνδυνο.

Μιὰ τέτοια ἀνεμοθύελλα εἶχε καταπιεῖ στὴν ἔρημο 50.000 στρατιῶτες τοῦ βασιλιᾶ Καμβύση.
Ὀλα αὐτὰ σχεδὸν ὅλοι τὰ συνεκτιμοῦσαν , γράφει ὁ Πλούταρχος , ἀλλὰ ἦταν δύσκολο νὰ ἀποτρέψουν τὸν Ἀλέξανδρο ἀπὸ ὅ,τι εἶχε ἀποφασίσει.

" ..χαλεπὸν δ`ὴν Ἀλέξανδρον ἀποτρέψαι πρὸς ὀτιοὺν ὡρμημένον "..
Γιατί καὶ ἡ τύχη , ὑποχωρῶντας στὴν ἐπιρροή του , ἰσχυροποιοῦσε τὴ γνώμη του.
" Ἡ τε γὰρ τύχη ταὶς ἐπιβολαῖς ὑπείκουσα τὴν γνώμην ἰσχυρὰν ἐποίει "...

Μέχρι τὸ Παραιτόνιο προχωροῦσε παραθαλάσσια μέσῳ μιᾶς περιοχῆς ποῦ ἦταν ἔρημη , ἀλλὰ ὄχι ἄνυδρη , διανύοντας μέχρι ἐκεῖ περίπου χίλια ἑξακόσια στάδια.
Ἀπὸ ἐκεῖ κατευθύνθηκε στὴ μεσόγειο περιοχή , ὅπου βρισκόταν τὸ μαντεῖο τοῦ
Ἀμμωνα.


" Κατὰ τὴ φάση αὐτῆς τῆς πορείας ἡ βοήθεια ποῦ προσφέρθηκε στὶς δυσκολίες
τοῦ ἀπὸ τὸ θεὸ ἔγινε περισσότερο πιστευτὴ ἀπὸ τοὺς μεταγενέστερους χρησμούς.

Ἀρχικά , πολὺ νερὸ καὶ συνεχεῖς βροχὲς ἀπὸ τὸ Δία τοὺς ἀπάλλαξαν ἀπὸ τὸν κίνδυνο τῆς δίψας , καὶ σβήνοντας τὴν ξηρασία τῆς ἄμμου , ποῦ ἔγινε ὑγρὴ καὶ συμπιέστηκε ἀπὸ μόνη της , ἔκαναν τὸν ἀέρα πιὸ ἀναπνεύσιμο καὶ καθαρό.
Ἐπειτα , ἐνῶ εἶχαν σβήσει τὰ σημάδια ποῦ ὑπῆρχαν γιὰ τοὺς ὁδηγούς , καὶ περιπλανιόταν ὁ στρατὸς καὶ χάθηκαν μεταξύ τους λόγῳ ἄγνοιας , ἐμφανίστηκαν κάποια
κοράκια καὶ τοὺς ἔδειχναν τὴν κατεύθυνση τοῦ δρόμου , πετῶντας καὶ κατευθυνό
μενα μπροστὰ ὅταν τὰ ἀκολουθοῦσαν καὶ περιμένοντάς τους ἅμα καθυστεροῦσαν
κι ἔμεναν πίσω' καὶ τὸ πιὸ παράξενο ἄπ` ὅλα ὅπως ἀναφέρει ὁ Καλλισθένης , καλῶντας μὲ τοὺς κρωγμοὺς τὴ νύχτα αὐτοὺς ποῦ περιπλανιόνταν καὶ κράζοντας , τούς
ἔβαζαν στὸ σωστὸ δρόμο " ,   
 περιγράφει παραστατικὰ τὴν πορεία ὁ Πλούταρχος.
Κι ὁ Ἀρριανὸς ὁμολογεῖ , " ὅτι κάποια θεϊκὴ δύναμη τὸν βοήθησε , αὐτὸ μπορῶ νά
τὸ ἐπιβεβαιώσω ' καθὼς καὶ ἡ λογικὴ σκέψη συμφωνεῖ μὲ αὐτό ".
" Καὶ ὅτι μὲν θεῖον τί ξυνεπέλαβεν αὐτῷ ἔχω ἰσχυρίσασθαι , ὅτι καὶ τὸ εἰκὸς ταύτῃ
ἔχει "..


Ἐφτασαν στὴν ὄαση Σίβα , ἢ ὁποία ὅπως καὶ ἡ Σαμοθράκη , " εὑρίσκονται ὄχι μόνο
ἐπὶ τοῦ κέντρου τοῦ τεσσαρακοστοῦ δευτέρου παραλλήλου , ἀλλὰ καὶ εἵς τὴν αὐτὴν ἀκριβῶς συντεταγμένην ἀκτῖνα τοῦ 25ου ἀνατολικοῦ μεσημβρινοῦ " , σημειώνει ὁ Φουράκης.
" Ἡ περιοχή , στὴν ὁποία βρίσκεται τὸ ἱερὸ τοῦ Ἀμμωνα , ἄπ` ὅλες τίς πλευρὲς τριγύρω εἶναι ἐρημική , πάρα πολὺ ἀμμώδης καὶ χωρὶς καθόλου νερό.

Τὸ ἱερό , ἐνῶ καταλαμβάνει μικρὴ ἔκταση στὸ κέντρο ( γιατί ἡ πλευρὰ τοῦ ἱεροῦ
ποῦ ἔχει τὸ μεγαλύτερο πλάτος εἶναι περίπου σαράντα στάδια ) εἶναι γεμᾶτο ἀπό
ἥμερα δέντρα , ἀπὸ ἐλιὲς καὶ φοίνικες , καὶ ὁ μόνος χῶρος ποῦ διαθέτει νερὸ ἀπό
τίς γύρῳ,γύρω περιοχές.

Ἀπὸ αὐτὸ ἀναβλύζει μία πηγή , ποῦ δὲν μοιάζει καθόλου μὲ τίς ὑπόλοιπες πηγὲς ποῦ
ἀναβλύζουν ἀπὸ τὴ γῆ.
 Γιατί τὸ νερὸ τῆς τὸ μεσημέρι εἶναι παγωμένο γί` αὐτὸν ποῦ
τὸ πίνει , καὶ ἀκόμα περισσότερο παγωμένο γιὰ ὅποιον τὸ ἀγγίξει ` ὅταν ὁ ἥλιος τείνει πρὸς τὴ δύση , γίνεται λίγο πιὸ ζεστό , καὶ ἀπὸ τὸ βράδυ μέχρι τὰ μεσάνυχτα ἀκόμα πιὸ ζεστό , τὰ μεσάνυχτα μάλιστα εἶναι πολὺ πιὸ ζεστὸ ἄπ` ὅ,τι προηγουμένως,
ἐνῶ ἀπὸ τὰ μεσάνυχτα ἀρχίζει σταδιακὰ νὰ κρυώνει , καὶ τὸ ξημέρωμα εἶναι πιά
ψυχρό , ἐνῶ τὸ μεσημέρι ἀκόμη πιὸ ψυχρό ". ( ΑΡΡΙΑΝΟΣ-ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΑΝΑΒΑΣΙΣ
- ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΙV ).

" Ω` Παί` Διο`σ "
" Κὶ ὅταν πέρασε τὴν ἔρημο καὶ ἔφτασε στὸν ἱερὸ τόπο , ὁ προφήτης τοῦ Ἀμμωνα
τοῦ εὐχήθηκε νὰ εἶναι καλὰ ἐκ μέρους τοῦ θεοῦ , ὅπως ἔκ μέρους τοῦ πατέρα ".
" ..ὼς ἀπὸ πατρὸς προσεῖπεν ".
" Κι αὐτὸς ( ὁ Ἀλέξανδρος ) ρώτησε ἂν τοῦ εἶχε ξεφύγει κάποιος ἀπὸ τοὺς δολοφόνους τοῦ πατέρα του.

Κι ὅταν ὁ προφήτης τοῦ συνέστησε νὰ μιλάει μὲ εὐσέβεια - γιατί ὁ πατέρας τοῦ δέν
ἦταν θνητός - ( " οὖ γὰρ εἶναι πατέρα θνητὸν αὐτῷ " ) ρώτησε ἀλλάζοντας ἂν εἶχε τιμωρήσει ὅλους τοὺς δολοφόνους τοῦ Φιλίππου '
ἔπειτα ρώτησε γιὰ τὴν ἐξουσία , ἂν δηλαδὴ ἔχει καθορίσει γί` αὐτὸν νὰ γίνει κυρίαρχος
ὅλων τὼν ἀνθρώπων.

Κι ὅταν ὁ θεὸς χρησμοδότησε ὅτι καὶ αὐτὸ τὸ καθόρισε καὶ ὅτι ὁ Φίλλιππος βρῆκε πλήρη δικαίωση , πρόσφερε στὸ θεὸ λαμπρὰ ἀφιερώματα καὶ χρήματα στοὺς ἱερεῖς.

Αὐτὰ γράφουν οἱ περισσότεροι σχετικὰ μὲ τοὺς χρησμούς." ( ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ-ΒΙΟΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΟΙ , Ἀλέξανδρος-Καῖσαρ ).


" Ὁ ἴδιος ὅμως ὁ Ἀλέξανδρος σὲ ἐπιστολὴ πρὸς τὴ μητέρα του γράφει ὅτι τοῦ δόθηκαν
ΚΑΠΟΙΟΙ ΑΠΟΡΡΗΤΟΙ ΧΡΗΣΜΟΙ , ΠΟΥ ΑΥΤΟΣ ΘΑ ΤΟΥΣ ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΕΙ ΣΤΗΝ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
ΤΟΥ ΜΟΝΟ Σ` ΕΚΕΙΝΗ "
" ...γεγονέναι τινὰς αὐτῷ μαντείας ἀπορρήτους , ἂς αὐτὸς ἐπανελθὼν φράσει πρὸς μόνην
ἐκείνην.." ( ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ )

Αὑτὰ ἔγραψε πρὸς τὴ μητέρα του , Ἱέρεια Ὀλυμπιάδα , ἡ ὁποία ἦταν γόνος καὶ τοῦ βασιλὲ ὡς τῶν Χαόνων Ἐλένου , ὁ ὁποῖος " κατέχει τὸν ὁμιλοῦντα λίθον , τὸν ὁποῖον τοῦ ἐδώρισε
ὁ Ἀπόλλων ".
Ὁ Ἀπόλλων γιὰ τοὺς Ἑλληνες εἶναι ὁ Ἠλιος Σείριος , ὁ ὁποῖος εἶναι ὁ μέγιστος τοῦ ἀστερι σμοὺ τοῦ Κυνός. 
Δύο χρόνια μετὰ τὸ θανατό του στὴ Βαβυλῶνα , 10 Ἰουνίου τοῦ 323 π.χ , ὁ Πτολεμαῖος , ὁ
τελευταῖος ἐπιζῶν ἀπὸ τοὺς ἐπιγόνους του , ὁ ὁποῖος τὸν εἶχε συνοδεύσει καὶ στὴν ὄαση ,
θὰ ἐνταφιάσει τὸ ταριχευμένο σῶμα τοῦ στὴ Σίβα.






Κυριακή 20 Φεβρουαρίου 2022

Η ΑΓΝΩΣΤΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ καί οἱ κυνοκέφαλοι στὴν Ἀρχαία Ἑλλάδα!!!




Ἡ ΑΓΝΩΣΤΗ ΕΚΣΤΡΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
«Ἐκεῖ... στὰ πέρατα τοῦ γνωστοῦ κόσμου...
ὅπου οἱ χάρτες τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων τελείωναν...
ἕνας βασιλιὰς συνέχισε νὰ προχωρεῖ...

Ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος.

Ἀλλὰ τί εἶδε στὰ βάθη τῆς Ἀσίας;

Καὶ γιατί ἀρχαῖα κείμενα μιλοῦν γιὰ ἀνθρώπους μὲ κεφάλια σκύλων;»


Μέγας Ἀλέξανδρος, ὁ κατακτητὴς τοῦ γνωστοῦ κόσμου…
δὲν σταμάτησε ποτὲ στὴν Ἰνδία — ἢ μήπως σταμάτησε;

Ἀρχαῖες πηγὲς μιλούν γιὰ φυλὲς παράξενες…
ἀνθρώπους μὲ κεφάλι σκύλου…
τοὺς λεγόμενους Κυνοκεφάλους.

 «Καὶ τὸ πιὸ παράξενο; Ὁρισμένες πηγὲς ἰσχυρίζονται ὅτι ὁ Ἀλέξανδρος τοὺς συνάντησε πραγματικά...»

Ἦταν μῦθος;
Ἢ μήπως ἕνα κομμάτι ἀλήθειας ποὺ ἡ ἱστορία φοβήθηκε νὰ κρατήσει;

🎭 Οἱ Χαρακτῆρες


               Μέγας Ἀλέξανδρος: Ἐμμονικὸς μὲ τὰ ὅρια τοῦ κόσμου (Ὠκεανὸς) καὶ τὴ θεϊκή του καταγωγή. 
Δὲν ψάχνει πιὰ ἁπλὰ ἐδάφη, ἀλλὰ τὰ μυστικὰ τῆς δημιουργίας.

                                               Κράτερος ἢ Νέαρχος: Ὁ ὀρθολογιστὴς στρατηγὸς ποὺ βλέπει τὴν κούραση τῶν ἀνδρῶν καὶ φοβᾶται ὅτι ὁ βασιλιάς του ἔχει χάσει τὰ λογικά του.
  • Κτησίας ὁ Κνίδιος (ἢ ἀναφορὲς στὰ γραπτά του): Ὁ ἀρχαῖος γιατρὸς καὶ ἱστορικὸς ποὺ εἶχε περιγράψει πρῶτος τοὺς Κυνοκέφαλους στὴν Ἰνδία.                                                                                                                            Ἕνας αἰχμάλωτος σοφὸς ἢ μάγος καθοδηγεῖ τὸν Ἀλέξανδρο βάσει αὐτῶν τῶν κειμένων.

  •                                               Ὁ Κέρβερος τῆς Ἀνατολῆς (Ἀρχηγὸς τῶν Κυνοκεφάλων): Δὲν εἶναι ἁπλὰ τέρατα. Ἔχουν τὴ δική τους ἱεραρχία, ἐπικοινωνοῦν μὲ γαβγίσματα καὶ νοήματα, καὶ προστατεύουν ἕνα ἀρχαῖο πέρασμα.




  • «Μετὰ τὴ νίκη του στὸν Ὑδάσπη ποταμό, ὁ Ἀλέξανδρος εἶχε πλέον φτάσει πιὸ μακριὰ ἀπὸ κάθε Ἕλληνα ποὺ εἶχε ζήσει ποτέ...»

    Ὅμως οἱ στρατιῶτες του… φοβοῦνται.

    Ὄχι μόνο τοὺς ἐχθρούς…
    ἀλλὰ τὰ ἄγνωστα πλάσματα ποὺ, λέγεται, κατοικοῦν πέρα ἀπὸ τὰ βουνὰ.


    «Καὶ αὐτὸ εἶναι μόνο ἡ ἀρχή. Οἱ πηγὲς γίνονται ἀκόμη πιο παράξενες στὴ συνέχεια.
    Ἂν σᾶς ἀρέσουν τὰ μυστήρια τῆς Ἀρχαίας Ἑλλάδας καὶ οἱ χαμένες ἱστορίες τοῦ Ἀλεξάνδρου, κάντε τώρα μία ἐγγραφή στὸ κανάλι γιὰ νὰ μὴ χάνετε τὰ ἐπόμενα βίντεο.»

    Πράξη Α΄: Ἡ Ἐμμονὴ καὶ ὁ Χάρτης

    Βρισκόμαστε στὸ 326 π.Χ., μετὰ τὴ μάχη τοῦ Ὑδάσπη στὴν Ἰνδία. 

    Ὁ στρατὸς εἶναι ἕτοιμος νὰ στασιάσει, ἀρνούμενος νὰ προχωρήσει ἀνατολικά. 

    Ὅμως, ἕνας αἰνιγματικὸς Ἰνδὸς ἀσκητὴς παραδίδει στὸν Ἀλέξανδρο ἕναν χάρτη ἀπὸ δέρμα ποὺ δείχνει μιὰ «λευκὴ κηλίδα» πέρα ἀπὸ τὰ βουνά.

     Ὁ χάρτης μιλάει γιὰ τοὺς Κυνοκέφαλους (ἀνθρώπους ποὺ δὲν μιλοῦν, ἀλλὰ γαβγίζουν, ζοῦν σὲ σπηλιὲς καὶ εἶναι ἀνίκητοι στὴ μάχη).

    Ὁ Ἀλέξανδρος, ἀντὶ νὰ ἐπιστρέψει, παίρνει μιὰ ἐπίλεκτη ὁμάδα (τοὺς Ἑταίρους καὶ μερικοὺς Ὑπασπιστές) μὲ τὸ πρόσχημα μιᾶς «ἀναγνωριστικῆς ἀποστολῆς».



    Κείμενα ὅπως τὸ «Ἀλεξάνδρου Μυθιστόρημα» περιγράφουν κάτι παράξενο

    📜 ΜΕΡΟΣ Β: Τὸ Ἀλεξάνδρου Μυθιστόρημα

    Τὸ Ἀλεξάνδρου Μυθιστόρημα δὲν εἶναι ἱστορία…
    ἀλλὰ οὔτε καὶ ἀπλὸ παραμύθι.

    [:

    – ἀνθρώπους γίγαντες
    – φυλὲς μονόφθαλμων
    – καὶ… τοὺς Κυνοκεφάλους

    Πλάσματα μὲ σώμα ἀνθρώπου… καὶ κεφάλι σκύλου.

    «στὴ συνέχεια εἶναι ἀκόμη πιο παράξενα. Ἂν δὲν ἔχετε κάνει ἐγγραφή, τώρα εἶναι ἡ κατάλληλη στιγμή...»


     







    🐺 ΜΕΡΟΣ Γ: Οἱ Κυνοκέφαλοι 

    Οἱ Κυνοκέφαλοι δὲν εἶναι ἑλληνικὴ ἐφεύρεση.

    Ἡρόδοτος ἀναφέρει φυλὲς στὰ ἄκρα τοῦ κόσμου…

    ἐνῶ μεταγενέστεροι συγγραφεῖς, ὅπως ὁ Κτησίας,
    περιγράφουν ἀνθρώπους ποὺ:

    – γαυγίζουν ἀντὶ νὰ μιλούν
    – κυνηγοῦν ὡς ζῶα
    – ζοῦν σὲ ἀπομονωμένες περιοχές


     


     

    Ἀκόμη καὶ στὸ Βυζάντιο, ὑπῆρχε ἡ μορφὴ τοῦ Ἅγιος Χριστόφορος
    ποὺ συχνὰ παριστανόταν ὡς Κυνοκέφαλος.

    🧠 ΜΕΡΟΣ Δ: 

    Μπορεῖ ὅμως νὰ ὑπάρχει ἐξήγηση.



     

    Οἱ ἀρχαῖοι ταξιδιώτες…
    ἔβλεπαν γιὰ πρώτη φορὰ ζῶα ὅπως:


     

    – πίθηκοι
    – μπαμπουίνοι
    – ἢ φυλὲς μὲ μάσκες




     

    Καὶ ὁ νοῦς τους… συμπλήρωνε τὸ ἄγνωστο.

    Ἔτσι γεννήθηκαν οἱ θρύλοι.

    Συνεχίζοντας τὴν σειρὰ ἄρθρων σχετικὰ μὲ τίς ἀποδείξεις τῆς ὕπαρξης τῶν ἀρχαίων θεῶν στὸν κόσμο, τῶν ἢ Γιγάντων ἀλλιῶς, θὰ ἀναφερθῶ σὲ ἕνα θέμα ποὺ εἶναι ἐλάχιστα γνωστὸ καὶ αὐτὸ εἶναι ἡ ἄγνωστη ἐκστρατεία τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου στὴν ἔρημο Τάκλα Μακὰν ὥστε νὰ νικήσει ὄντα τὰ ὁποῖα μποροῦσαν νὰ ἀπειλήσουν ὁλόκληρο τὸν κόσμο ὅπως τὸ εἶχαν κάνει πολλὰ χρόνια πρὶν ἀφοῦ ὅταν γεννήθηκαν τὸ 40.000 π.Χ περίπου καὶ μετὰ καθὼς ζοῦσαν πλέον ἀνάμεσα μᾶς, ἀποτελοῦσαν μέγα δυνάστη τοῦ ἀνθρωπίνου γένους.

     

    ⚔️ ΜΕΡΟΣ Ε: Ἡ Ἄγνωστη Ἐκστρατεία 

    Θὰ πεῖ κανείς,μὰ εἶναι ποτὲ δυνατὸν ὁ Ἀλέξανδρος νὰ πολέμησε Νεφελὶμ Ὑπάρχουν πουθενὰ ἀποδείξεις γιὰ τὴν ἐκστρατεία αὐτὴ Φυσικὰ καὶ ὑπάρχουν καὶ θὰ ἔλεγε κανεὶς πὼς δὲν εἶναι καὶ λίγες καὶ ἀποδεικνύουν περίτρανα καὶ τὴν ὕπαρξη τῶν ἀρχαίων θεῶν καὶ τὸν πόλεμο ποὺ ἔκανε ὁ Ἀλέξανδρος ἐναντίον τους.

     Ἀλλὰ ὑπάρχει κάτι ποὺ ἐλάχιστοι προσέχουν…

    Ὁ Ἀλέξανδρος ἤθελε νὰ φτάσει
    στὸ τέλος τοῦ κόσμου.

    Καὶ ἴσως…
    συνάντησε πράγματα ποὺ δὲν ἔπρεπε νὰ γραφοῦν.

    Ἴσως γι’ αὐτό…
    ἡ ἱστορία τελειώνει ἐκεῖ ποὺ ἀρχίζει ὁ μῦθος.

    Ἀκολουθοῦν οἱ πηγές:



    1. Ἡ πρώτη πηγὴ βρίσκεται σὲ ἕνα κείμενο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννη τοῦ Χρυσοστόμου μὲ τίτλο Ὅρασις τοῦ Δανιήλ , Visio Danielis στὰ λατινικὰ ποὺ μᾶς ἔχει σωθεῖ καὶ ἀναφέρει γιά το πὼς συνάντησε ὁ Ἀλέξανδρος τοὺς Κυνοκέφαλους καὶ ὄχι μόνο αὐτοὺς καὶ ἀφοῦ νίκησε , μετὰ ἀπὸ δέηση στὸν Θεὸ ( ὁ Ἀλέξανδρος πίστευε στὸν ἕνα Θεὸ καὶ θὰ τὸ δεῖτε αὐτὸ στὸ κείμενο ) τοὺς σφράγισε μέσα σὲ χάλκινες πύλες.
     Καὶ εἰσῆλθεν ἕως τῆς ἐώας γῆς καὶ ἐκεῖ εὗρεν ἔθνος ἀνεξιχνίαστον , πᾶν,πᾷν ζωφίον , μαγάρον , ὄφεις , γάτας , μύιας καὶ πᾶν,πᾷν ἑρπετόν.



     Καὶ τοὺς νεκροὺς οὔκ ἔθαπτον ἀλλὰ μᾶλλον ἤσθιον καὶ ἐκτρώματα τῶν γυναικῶν καὶ εἶδος θηρίων. ΄αυτῶν ἐν ἀγροῖς γινομένα δεδοικὼς μήπως πλατυνθῶσιν ἐν τὴν γῆν καὶ ἔνουσιν αὔτην ἐκ τῶν μιαρῶν ἐπιτηδευμάτων ἐδεήθῃ τοῦ Κυρίου ἐκτενῶς καὶ συνήγαγεν αὐτοὺς ἄνδρας σὺν γυναιξὶν καὶ τέκνοις καὶ εἰπεῖν ἁπλῶς πάσας τα παρεμβολὰς αὐτῶν καὶ ἐξήγαγεν αὐτοὺς ἐκ τῆς ἐώας γῆς καὶ κατεδίωξεν αὐτοὺς ἕως εἰσήλθωσαν ἐν τοῖς μέρεσιν τοῦ βορρᾶ Ταῦτα καταθεωρήσας Ἀλέξανδρος ὑπ. Καὶ οὐκ ἐστὶν εἴσοδος ἀπὸ ἀνατολῶν ἢ δυσμῶν.

    Αὔθυς οὔν ἐκλιπάρησεν Ἀλέξανδρος τὸν Θεὸν καὶ ἔκλεισεν αὐτοὺς εἰς χαλκᾶς πύλας, ἐπιχρήσας ἀσύγχητον. Ταῦτα οὔν τὰ μυσαρὰ καὶ κίβδηλα ἔθνη πάσαις ταῖς μαγικαῖς κακοτεχνίαις κέχρηνται καὶ ἐν τούτοις αὐτῶν τὴν ρυπαρὰν καὶ μισόθεον γοητείαν κατήργησεν ἡ φύσις τοῦ ἀσυγχήτου. 
    Ἐν τῇ ἐσχάτῃ μέρα τῆς συντελείας τοῦ κόσμου ἐξελεύσονται κυνοκέφαλοι, σαυρομάται, γώγ,μαγώγ, οὗτοι εἰσὶν μετ ΄άλλων οἱ ὸβ βασιλεῖς καθεστήκασιν ἐντὸς τῶν πυλῶν ἂς κατασκεύασεν Ἀλέξανδρος ὁ βασιλεὺς ΄
    .Μετάφραση. 


    Καὶ ἀφοῦ μπῆκε σὲ ἐκείνη τὴν γῆ,βρῆκε ἕνα ἔθνος ἄγνωστο ἀλλὰ καὶ κάθε ζωύφιο βρώμικο καὶ φίδια καὶ γάτες καὶ μῦγες καὶ κάθε ἑρπετό.
     Καὶ τοὺς νεκρούς τους δὲν τοὺς ἔθαβαν ἀλλὰ τοὺς ἔτρωγαν ὅπως καὶ τὰ προιόντα τῶν ἐκτρώσεων τῶν γυναικῶν ἀλλὰ καὶ κάθε εἶδος θηρίου.

    ἄλλα αὐτὰ βλέποντας ὁ Ἀλέξανδρος καὶ μὲ τὸν φόβο μήπως φύγουν ἀπο ἐκεῖνο τὸ μέρος καὶ ξεχυθοῦν σὲ ὅλη τὴν γῆ καὶ τὴν μολύνουν μὲ τίς βρωμερές τους πράξεις, καὶ τοὺς μάζεψε ὅλους αὐτοὺς μαζὶ μὲ τὰ παιδιὰ τοὺς ἄνδρες καὶ τίς γυναῖκες τους.

    Καὶ ἀφοῦ μετὰ λοιπόν τους ἔβγαλε ἀπὸ ἐκείνη την γῆ, τοὺς καταδίωξε ἐως ώτου μπῆκαν στὰ μέρη τοῦ βορρᾶ.
    Καὶ δὲν ὑπῆρχε ἄλλη εἴσοδος οὔτε ἀπὸ ἀνατολὴ οὔτε ἀπὸ δύση. 









    Ἀμέσως παρακάλεσε τὸν Θεὸ ὁ Ἀλέξανδρος καὶ τοὺς ἔκλεισε αὐτοὺς σὲ χάλκινες πύλες, της ὁποῖες «ἔντυσε¨ μὲ ἀσύγκρητο γυαλὶ (ἐνεργειακὸ πεδίο). 



    Παρά το ὅτι μετὰ τὰ βρωμερὰ αὐτὰ γένη δοκίμασαν ὅλους τοὺς μαγικοὺς τρόπους ποὺ ἤξεραν μέσῳ τῶν κακῶν τους τεχνῶν καὶ τὴν μιαρὴ καὶ μισόθεη δύναμή τους κατέργησε ἡ ἰδιότητα τοῦ γυαλιοῦ αὐτοῦ. 
    Στὶς τελικὲς μέρες πρὸς τὴν συντέλεια τοῦ κόσμου θὰ βγοὺν οἱ Κυνοκέφαλοι, οἱ Σαυρομάτες, οἱ Γὼγ καὶ οἱ Μαγὼγ καὶ αὐτοὶ εἶναι μαζὶ μὲ ἄλλους οἱ βασιλεῖς 72 (βασιλεῖς τῶν Νεφελὶμ δηλαδὴ οἱ 72) τοὺς ὁποίους ἔκλεισε μέσα σὲ πύλες οἱ βασιλιᾶς Ἀλέξανδρος.




    Πράξη Β΄: Στὸ Βασίλειο τῶν Κτηνῶν

    Ἡ ὁμάδα διεισδύει σὲ μιὰ ἀπροσπέλαστη, ὁμιχλώδη κοιλάδα. 

    Ἡ ἀτμόσφαιρα ἀλλάζει· ἡ φύση γίνεται πιὸ ἄγρια.

    Σύντομα ἀρχίζουν οἱ ἐπιθέσεις. 

    Ὁ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ βαδίζει μπροστά, κρατώντας τὸ σπαθί του χαμηλά. Δίπλα του, ὁ ΚΡΑΤΕΡΟΣ κοιτάζει γύρω του νευρικός, μὲ τὸ χέρι στὴ λαβὴ τοῦ ξίφους. 



    Πίσω τους, δέκα ἐπίλεκτοι ΥΠΑΣΠΙΣΤΕΣ κινοῦνται σὲ σχηματισμὸ μάχης




    ΚΡΑΤΕΡΟΣ (χαμηλόφωνα, σχεδὸν ψιθυριστά) Βασιλιά μου, οἱ ἄνδρες δὲν βλέπουν οὔτε στὰ δύο βήματα. Ἂν μᾶς σττήσουν ἐνέδρα ἐδῶ, ἡ φάλαγγα εἶναι ἄχρηστη. Πρέπει νὰ γυρίσουμε πίσω στὸ στρατόπεδο.

    ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ (χωρὶς νὰ σταματήσει) Πίσω εἶναι ὁ φόβος, Κράτερε. Μπροστά μας εἶναι αὐτὸ ποὺ ἔκρυβαν οἱ θεοὶ ἀπὸ τοὺς ἀνθρώπους. Δὲν ἀκούς;

    Οἱ στρατιῶτες σταματοῦν. Ἀπόλυτη σιωπή.             

    Μόνο ὁ ἦχος τοῦ ἀνέμου. Ξαφνικά, μέσα ἀπὸ τὴν ὁμίχλη, ἀκούγεται ἕνας ὑπόκωφος, βαθὺς ἦχος — σὰν γρύλισμα μεγάλου σκύλου, ἀλλὰ μὲ ἀνθρώπινη χροιά.

    ΥΠΑΣΠΙΣΤΗΣ 1 (τρομαγμένος) Τί ἦταν αυτό; Λύκος;

    ΚΡΑΤΕΡΟΣ (βγάζοντας τὸ σπαθί) Κλείστε τὶς ἀσπίδες! Τώρα!




    Μιὰ σκιὰ περνάει πάνω ἀπὸ τὰ κεφάλια τους, πηδώντας ἀπὸ τὸ ἕνα δέντρο στὸ ἄλλο μὲ ἀπίστευτη ταχύτητα.



    \



    ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ (κοιτάζει ψηλά, τὰ μάτια του λάμπουν) Δὲν εἶναι λύκοι...


    Απότομα, μέσα ἀπὸ τὴν ὁμίχλη, ἐκτοξεύεται ἕνα βαρὺ ἀκόντιο.    



             Καρφώνεται στὸν λαιμὸ τοῦ πρώτου Ὑπασπιστῆ. Ὁ ἄνδρας πέφτει νεκρὸς στὸ ἔδαφος.

    Πριν προλάβουν νὰ ἀντιδράσουν, τρία πλάσματα ὁρμοῦν ἀπὸ τὰ βράχια.




    ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΚΥΝΟΚΕΦΑΛΟΙ. Τὸ σῶμα τους εἶναι ἀνθρώπινο, μυώδες, καλυμμένο μὲ λάσπη καὶ σημάδια, ἀλλὰ τὸ κεφάλι τους εἶναι ἄγριου θηρίου, μὲ κοφτερά δόντια καὶ μάτια ποὺ γυαλίζουν.

     Κινοῦνται στὰ τέσσερα γιὰ νὰ ἀποκτήσουν ταχύτητα, ἀλλὰ σηκώνονται ὄρθιοι ὅταν ἐπιτίθενται, κρατώντας πρωτόγονα ἀλλά βαριὰ σπαθιά.

    ΚΡΑΤΕΡΟΣ (φωνάζει) Μὰ τοὺς θεούς! Τί εἶναι αὐτὰ τὰ κτήνη;!



    Ἕνας Κυνοκέφαλος ὁρμᾶ πάνω στὸν Κράτερο, βγάζοντας ἕνα τρομακτικὸ γαύγισμα-κραυγή. 






    Οἱ σπαθιές τους συγκρούονται μὲ δύναμη. Ὁ Κράτερος ὑποχωρεῖ ἀπὸ τὴν ὁρμή, ἀλλὰ καταφέρνει νὰ κρατήσει τὴν ἀσπίδα του.

    Δύο ἄλλοι Κυνοκέφαλοι κυκλώνουν τὸν Ἀλέξανδρο. Ὁ ἕνας χτυπάει μὲ μανία. Ὁ Ἀλέξανδρος ἀποφεύγει τὸ χτύπημα μὲ ἑλιγμό, γυρίζει γρήγορα καὶ καρφώνει τὸ ξίφος του στὰ πλευρὰ τοῦ πλάσματος.

    Τὸ πλάσμα βγάζει ἕναν ἀνθρώπινο πόνο, πέφτει στὰ γόνατα, ἀλλὰ δὲν πεθαίνει ἀμέσως. 

    Κοιτάζει τὸν Ἀλέξανδρο στὰ μάτια, δείχνοντας τὰ δόντια του, γεμάτο λύσσα.

    Ὁ δεύτερος Κυνοκέφαλος, βλέποντας τὸν σύντροφό του νὰ πέφτει, βγάζει ἕνα μακρόσυρτο, ἀπόκοσμο οὐρλιαχτό, ποὺ ἀντηχεῖ σὲ ὅλη τὴν κοιλάδα.

     Από μακριά, μέσα ἀπὸ τὴν ὁμίχλη, ἀκούγονται δεκάδες ἄλλα οὐρλιαχτὰ νὰ ἀπαντοῦν.




    ΚΡΑΤΕΡΟΣ (καθὼς σκοτώνει τὸ πλάσμα ποὺ τοῦ ἐπιτέθηκε) Βασιλιά μου! Ἔρχεται ὅλη ἡ ἀγέλη! Πρέπει νὰ συμπτυχθούμε!




    Ο Ἀλέξανδρος μένει γιὰ μιὰ στιγμὴ ἀκίνητος, κοιτάζοντας τὸ αἷμα τοῦ Κυνοκέφαλου πάνω στὸ σπαθί του.




    ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ (μὲ φωνὴ γεμάτη δέος καὶ ἀποφασιστικότητα) Ὄχι. Ἐδῶ θὰ σταθοῦμε. Θέλω ἕναν ζωντανό!



    Καθὼς ἡ ὁμίχλη πυκνώνει ξανά, δεκάδες σκιὲς μὲ μάτια ποὺ λάμπουν ἀρχίζουν νὰ κυκλώνουν τὴ μικρὴ ὁμάδα τῶν Μακεδόνων.

    Οἱ Κυνοκέφαλοι δὲν εἶναι ἀνόητα ζῶα.               

                 Χρησιμοποιοῦν τόξα, ἀκοντίζουν μὲ τρομακτικὴ δύναμη καὶ κινοῦνται στὰ τέσσερα μὲ ἀπίστευτη ταχύτητα, ἀλλὰ πολεμοῦν ὄρθιοι μὲ σπαθιά.

     Ὁ μακεδονικὸς στρατός, μαθημένος στὴ δομημένη φάλαγγα, δυσκολεύεται νὰ ἀντιμετωπίσει ἕναν ἐχθρὸ ποὺ ἐπιτίθεται ἀπὸ τὰ δέντρα καὶ τὰ βράχια σὰν ἀγέλη λύκων.

    Ὁ Ἀλέξανδρος αἰχμαλωτίζει ἕναν ἀπὸ αὐτούς.

     Πρὸς ἔκπληξη ὅλων, τὸ πλάσμα φοράει ἕνα ἀρχαῖο ἑλληνικὸ φυλαχτό — ἀπομεινάρι ἀπὸ τὴν ἐποχὴ τοῦ Διονύσου ἢ τοῦ Ἡρακλῆ, ποὺ σύμφωνα μὲ τὸν μῦθο εἶχαν περάσει ἀπὸ ἐκεῖ.

    ΣΚΗΝΗ 13: Η ΑΝΑΚΡΙΣΗ ΤΟΥ ΑΙΧΜΑΛΩΤΟΥ




    ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ - Η ΣΚΗΝΗ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ - ΝΥΧΤΑ




    Τὸ ἐσωτερικὸ τῆς σκηνῆς φωτίζεται ἀπὸ δύο μεγάλους πυρσούς, ποὺ κάνουν τὶς σκιὲς νὰ χορεύουν στοὺς τοίχους. 

    Στὸ κέντρο, δεμένος χειροπόδαρα μὲ βαριὲς ἁλυσίδες σὲ ἕναν ξύλινο πάσσαλο, βρίσκεται ὁ αἰχμάλωτος ΚΥΝΟΚΕΦΑΛΟΣ.

    Τὸ πλάσμα ἀνασαίνει βαριά, βγάζοντας ἕναν ὑπόκωφο γρυλισμό. 

    Τὸ αἷμα ἀπὸ τὴν πληγή του ἔχει ξεραθεί, ἀλλὰ τὰ μάτια του, ἄγρια καὶ κόκκινα, δὲν σταματοῦν νὰ παρακολουθοῦν κάθε κίνηση.




    Ὁ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ στέκεται λίγα βήματα μακριά, παρατηρώντας το μὲ προσοχή. Δίπλα του, ὁ ΚΡΑΤΕΡΟΣ κρατᾶ τὸ χέρι του στὴ λαβὴ τοῦ σπαθιοῦ, ἕτοιμος γὰ τὸ παραμικρό. 

    Στὴ γωνία τῆς σκηνής, ἕνας ἡλικιωμένος ΙΝΔΟΣ ΜΑΓΟΣ/ΑΣΚΗΤΗΣ παρακολουθεῖ σιωπηλός.

    ΚΡΑΤΕΡΟΣ Βασιλιά μου, χάνουμε τὸν καιρό μας. Αὐτὸ τὸ πρᾶγμα δὲν εἶναι ἄνθρωπος.                                      Δὲν ἔχει μιλιά. Κοίταξε τὰ δόντια του... Μόνο νὰ κατασπαράξει ξέρει.

    ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ (χωρὶς νὰ πάρει τὰ μάτια του ἀπὸ τὸ πλάσμα) Κάνεις λάθος, Κράτερε.

     Κοίταξε τὰ χέρια του. Πῶς εἶναι δεμένα τὰ τομάρια πάνω του; Ἔχει φτιάξει ἐργαλεῖα. Πολεμᾶ μὲ σχέδιο. Ὑπάρχει νοῦς πίσω ἀπὸ αὐτὸ τὸ βλέμμα.

    Ὁ Ἀλέξανδρος πλησιάζει ἕνα βῆμα πιὸ κοντά. 

    Ὁ Κυνοκέφαλος τεντώνει τὶς ἁλυσίδες, βγάζοντας ἕνα κοφτὸ γαύγισμα ἐπίθεσης. 

    Ὁ Κράτερος μπαίνει μπροστά, ἀλλὰ ὁ Ἀλέξανδρος τὸν σταματᾶ μὲ τὸ χέρι του.

    ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ (πρὸς τὸν Ἰνδὸ μάγο) Μίλησέ του.         Εἶπες ὅτι οἱ φυλὲς τῶν βουνῶν τοὺς ξέρουν.

    Ο ΙΝΔΟΣ ΜΑΓΟΣ (κουνᾶ τὸ κεφάλι του ἀρνητικά) Δὲν ἔχουν λέξεις, μεγάλε βασιλιά.

     Μιλοῦν μὲ τὸν ἦχο τοῦ θυμοῦ καὶ τοῦ φόβου, ὅπως τὰ θηρία. 

    Ἀλλά καταλαβαίνουν τὴν ὑποταγή. Ἂν δὲν τοῦ σπάσεις τὸν τράχηλο, δὲν θὰ μάθεις τίποτα.

    Ὁ Ἀλέξανδρος σκύβει χαμηλά, ἔρχεται στὸ ἴδιο ὕψος μὲ τὸ κεφάλι τοῦ Κυνοκεφάλου. Τὸ πλάσμα γρυλίζει, ἀλλά καθὼς ὁ Ἀλέξανδρος τὸ κοιτάζει σταθερά, χωρὶς φόβο, ὁ γρυλισμὸς χαμηλώνει.

    Ξαφνικά, τὸ βλέμμα τοῦ Ἀλεξάνδρου πέφτει στὸ στῆθος τοῦ πλάσματος. 

    Μέσα ἀπὸ τὰ λασπωμένα τομάρια, κρέμεται κάτι μεταλλικό, μαυρισμένο ἀπὸ τὸν χρόνο.

    Ὁ Ἀλέξανδρος ἁπλώνει τὸ χέρι.

    ΚΡΑΤΕΡΟΣ Ἀλέξανδρε, ὄχι!

    Ὁ Ἀλέξανδρος πιάνει τὸ ἀντικείμενο καὶ τὸ τραβᾶ. 

    Ὁ σπάγκος σπάει. Εἶναι ἕνα χάλκινο, κυκλِικὸ φυλαχτό.



     

    Καθὼς ὁ Ἀλέξανδρος σκουπίζει τὴ λάσπη μὲ τὸν ἀντίχειρά του, τὸ πρόσωπό του παγώνει.

    Στὸ φυλαχτό εἶναι χαραγμένο ἕνα πρόσωπο μὲ κέρατα ταύρου καὶ γύρω του κλήματα ἀμπέλου.

    ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ (ψιθυριστά, σχεδὸν χαμένος) Διόνυσος...

    ΚΡΑΤΕΡΟΣ (πλησιάζει, κοιτάζει τὸ φυλαχτό) Τί; Ἀποκλείεται. Ποῦ βρῆκε ἕνα βάρβαρο κτῆνος τὸ σημάδι τοῦ Θεοῦ;

    ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ (σηκώνεται ὄρθιος, ἡ φωνὴ τοῦ ἀντηχεῖ μὲ δέος) Δὲν εἶναι κτῆνος, Κράτερε!      

    Οἱ μῦθοι ἔλεγαν τὴν ἀλήθεια.               

        Ὁ Διόνυσος ἔφτασε ὣς ἐδῶ, στὴν ἄκρη τοῦ κόσμου, πρὶν ἀπὸ ἐμᾶς. 

    Αὐτοὶ οἱ Κυνοκέφαλοι... ἦταν ὁ στρατός του.          

      Ἢ οἱ φύλακες ποὺ ἄφησε πίσω του.

    Μόλις ὁ Κυνοκέφαλος βλέπει τὸ φυλαχτό στὸ χέρι τοῦ Ἀλεξάνδρου, ἡ συμπεριφορά του ἀλλάζει ριζικά. Σταματᾶ νὰ γρυλίζει. 

    Χαμηλώνει τὸ κεφάλι του, βγάζοντας ἕναν μακρόσυρτο, παραπονιάρικο ἦχο, σὰν σκύλος ποὺ ἀναγνωρίζει τὸν ἀφέντη του.




    Ὁ Ἀλέξανδρος δείχνει τὸ φυλαχτό στὸ πλάσμα καὶ μετὰ δείχνει τὸν ἑαυτό του.





    ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Εἶμαι ὁ γιὸς τοῦ Διός.          

         Ἦρθα νὰ τελειώσω τὸ ἔργο τῶν θεῶν.

    Ὁ Κυνοκέφαλος σηκώνει τὸ βλέμμα του.

     Κοιτάζει τὸ φυλαχτό, κοιτάζει τὰ μάτια τοῦ Ἀλεξάνδρου, καὶ μετὰ, μὲ μιὰ ἀργή, βαριὰ κίνηση, στρέφει τὸ κεφάλι του πρὸς τὴν ἀνατολή, βγάζοντας ἕνα χαμηλὸ οὐρλιαχτό.

    ΙΝΔΟΣ ΜΑΓΟΣ (τρομαγμένος, πέφτει στα γόνατα) Σοῦ δείχνει τὸν δρόμο, βασιλιά...    Σοῦ δείχνει τὴν Πύλη.

    Ὁ Ἀλέξανδρος χαμογελάει, μὲ ἕνα χαμόγελο γεμάτο θεϊκὴ μανία.       

         Γυρίζει πρὸς τὸν Κράτερο.

    ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ Λῦσε τὸν. Αὐτὸς θὰ μᾶς ὁδηγήσει.

    2. Δύο παραδόσεις λαῶν ἀκολουθοῦν σχετικὰ μὲ τὴν ἐκστρατεία τοῦ Ἀλεξάνδρου καὶ ταυτόχρονα τὴν ὕπαρξη τῶν Νεφελίμ.
     Ὁ Θεὸς ἔστειλε τὸν μέγαν Ἀλέξανδρο νὰ τιμωρήσει τοὺς κακούς. 



    Ὅταν ὁ Ἀλέξανδρος ἐνίκησε τὸν Βασιλέα Πῶρο, τὸν ἔπιασε καὶ τὸν ἐφυλάκισε μέσα στὰ σκοτεινὰ κοιλώματα μιᾶς λοφοσειράς, ποὺ ἔκλεινε τοὺς σκυλοκέφαλους. 




    Ἀπὸ ἐκεῖ ὁ Πῶρος δὲν ἠμπορεῖ νὰ βγεὶ παρὰ στὸν κατοπινὸ καιρό.

     Πάνω ἀπὸ τοὺς λόφους αὐτοὺς ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος ἔμπηξε μιὰ φούρκα (δίκρανο) καὶ τοῦ ἔβαλε μιὰ καμπάνα ποὺ κτυπᾷ μονάχη της μὲ τὸ φύσημα τοῦ ἀέρα.




     









    Οἱ σκυλοκέφαλοι, ὅταν ἀκοῦνε τὴν καμπάνα, ξέρουν πὼς ὁ Ἀλέξανδρος εἶναι ἐκεῖ καὶ τοὺς φυλάει.
     Αὐτοὶ θὰ βγοῦν στὸν κατοπινὸ καιρὸ καὶ θὰ ἀρχίσουν τὴ δουλειὰ ποὺ γι'αὐτοὺς τοὺς προώρισε ὁ θεός.
     Οἱ σκυλοκέφαλοι ἔχουν ἕνα μάτι στὸ μέτωπο κι ἕνα στὸν τράχηλο.
    εῖναι βίαιοι καὶ ὑπερβολικὰ κακοί.
     Ἡ ὁμιλία τους εἶναι ἄσχημη.
     Πιάνουν τοὺς ἀνθρώπους καί,ἀφοῦ τοὺς λιπαίνουν, τοὺς ψήνουν στὸ φοῦρνο καὶ τοὺς τρῶνε.
     Καὶ ἡ δεύτερη. 
    Ὁ ἀέρας κινεῖ τὰ καράβια στὶς θάλασσες καὶ καθαρίζει τὴν ἀτμόσφαιρα ἀπὸ τὰ κακά. 
    Αὐτὸς κτυπᾷ καὶ τὴν καμπάνα, ποὺ ὁ Μέγας Ἀλέξανδρος ἔβαλε ἐπάνω ἀπὸ τοὺς λόφους, ὅπου εἶναι, κλεισμένοι οἱ σκυλοκέφαλοι, ποὺ θὰ βγοῦν ἔπειτα ἀπὸ καιρούς.

    Πράξη Γ΄: Ἡ Ἀναμέτρηση καὶ τὸ Μυστικὸ

    Ἡ ἀποστολὴ φτάνει στὴν «Πόλη τῶν Σπηλαίων». 

    Ἐκεῖ ὁ Ἀλέξανδρος συνειδητοποιεῖ ὅτι οἱ Κυνοκέφαλοι δὲν εἶναι ἐχθροὶ ποὺ θέλουν νὰ κατακτήσουν τὸν κόσμο, ἀλλὰ οἱ Φύλακες

    Προστατεύουν τὴν πύλη πρὸς τὸν πραγματικὸ Ὠκεανὸ ἢ μιὰ πηγὴ δύναμης (τὸ Ἀθάνατο Νερό, ὅπως λέει ἡ μετέπειτα παράδοση).


                                         Ὁ Ἀλέξανδρος ἔρχεται σὲ μονομαχία μὲ τὸν ἀρχηγό τους. 

    Ἡ μάχη δὲν κρίνεται μόνο στὴ δύναμη, ἀλλὰ στὴν ἀναγνώριση.

     Ὁ Ἀλέξανδρος βλέπει στὰ μάτια τοῦ πλάσματος τὴν ἴδια ἄγρια θέληση γιὰ ἐπιβίωση. 

    Ἀντὶ νὰ τοὺς ἐξολοθρεύσει, κάνει μιὰ «συμμαχία αἵματος» καὶ ἀποχωρεῖ, καταστρέφοντας τὸν χάρτη γιὰ νὰ μὴν τοὺς βρεῖ ποτέ κανεὶς ἄλλος.


    3. Ἀπὸ τὸ κείμενο τῆς προφητείας τοῦ Ἁγίου Ἀνδρέα τοῦ δια Χριστὸν Σαλοῦ σχετικὰ μὲ τὴν ὕπαρξη τῶν ρυπαρῶν γενῶν καὶ τὴν μάχη τους μὲ τὸν Ἀλέξανδρο:

    Κατὰ τὸ ἔτος ἔκεῖνο θ'όνοίξη ὸ Κύριος τίς πύλες τὼν Ἴνδιὼν ποῦ ἔκλεισε ὸ βασιλιᾶς τὼν Μακεδόνων Ἄλέξανδρος.
    θά βγοϋν τότε ἀπ' ἔκεὶ οἴ ἔβδομηκοντα δύο βασιλεῖς μὲ τὸν λαό τους, τὰ λεγόμενα βδελυρὰ ἔθνη, ποῦ εἴ *ναὶ πιὸ σιχαμερὰ ἀπὸ κάθε ἄηδία καὶ δυσωδία. 


    Αὔτὰ θὰ διασκορπισθοϋν σ' ὀλο τὸν κόσμο. 
    Θὰ τρῶνε ζωντανοὺς τοὺς ἄνθρώπους καὶ θὰ πίνουν τὸ αἷμα τους. 




    Θὰ καταβροχθίζουν ἔπίσης μὲ μεγὰλπ ἠδoνὴ μῦγες, βατράχους,σκυλιὰ καὶ κάθε ἄκαθαρσία. 
    Ἄλλοίμονο στὶς περιοχές, ἀπ' ὀπου θὰ περάσουν! 


    Ἄν εἶναι δυνατόν, Κύριε, ἂς μὴν ὕπάρχουν τότε Χριστιανοί!




    Γνωρίζω δμὼς ὀτι θὰ ὕπάρχουν. 

    «Ἐκεῖνες οἴ ἠμερες θὰ σκοτεινιασουν, σὰν νὰ θρηνοῦν στὸν ἄέρα γιὰ ὀσα ἄποτροπιαστικὰ θὸ διαπράξουν ἔκείνα τὰ σιχαμερὰ ἔθνη.












     Ό ἥλιος θὰ γίνει σὰν αἷμα, ἔνὼ ν σελήνη κι ὀλα τὸ ἄστρα θὰ σκοτισθοῦν, καθὼς θὰ τὰ βλέπουν ἔπανω ὀτὴ γῆ νὰ συναγωνίζωνται στὴν ἄκαθαρσία.

    Αὔτοὶ οἴ λαοὶ θὸ κατασκαψουν τὴ γῆ, θὰ κάνουν ἀποχωρητήρια τς θυσιαστήρια, καὶ θὰ βάλουν τὰ ἅγια σκεύη σὲ ἄτιμωτικὴ χρήση.



    4. Ἀπὸ ἄγνωστο χειρόγραφο σχετικὰ μὲ τὸ ἴδιο θέμα:

    Ἐν τοῖς ἐσχάτοις καροὶς καὶ ἐν τῇ ἐσχάτῃ ἡμέρᾳ τῆς συντέλειας τοῦ αἰῶνος ἐξελεύσεται Γὼγ καὶ Μαγὼγ εἰς τὴν γῆν τοῦ Ἰσμαήλ, οἴ εἰσὶν ἔθνη καὶ βασιλεῖς, καὶ ἐξελεύσοναται αἱ ἐποκεκλεισμέναι γλῶσαι κβ: Ἀνοίγ, Ἀνίγ,Ἀχενάζ, Διφάρ, Φωτιναῖοι, Λεσβίοι, Εὔνιοι,Φαριζαῖοι, Δεκλισμοί, Ζαρμάται, Φλιβαῖοι,Ζαρματιανοί,Χανώνιοι, Ἀσαρμάσται, Γαρμιάδαι,Κυνοκέφαλοι, Θάρβιοι, Ἀλᾶνες, Φισολονίκιοι,Ἀρήναοι, Ἀσαρτάνιοι, καὶ Μαγώθ- οὗτοι κβ»βασιλεῖς καθεστήκασιν ἔνδον τῶν Κασπίων πυλῶν, ἂς κατασκεύασεν Ἀλέξανδρος ὁ βασιλεύς. Καὶ ὅτε ἐξελεύσονται ἤγγικεν ἡ συντέλεια καὶ οὔκ ἔσται μῆκος.



     
    🔥«Ἂν σᾶς ἄρεσε αὐτὸ τὸ ταξίδι στὰ μυστήρια τοῦ Μεγάλου Ἀλεξάνδρου, κάντε ἐγγραφή καὶ πατήστε τὸ καμπανάκι. Στὸ ἐπόμενο βίντεο θὰ ἀνακαλύψουμε ἕνα ἀκόμη σκοτεινὸ κεφάλαιο τῆς ἀρχαίας ἱστορίας.»



                   
      #ΜέγαςΑλέξανδρος #Κυνοκέφαλοι #ΑρχαίαΕλλάδα #Ιστορία #Μυθολογία #ΑρχαίοςΚόσμος #Βυζάντιο #ΆγιοςΧριστόφορος #ΙστορικάΜυστήρια #AncientGreece #AlexanderTheGreat #Cynocephali #GreekHistory #HistoricalMysteries  #ΝίκοςΣολδάτος