Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τροία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τροία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2022

Τί ἀπέγινε ὁ Ὀδυσσέας;

Τί ἀπέγινε ὁ Ὀδυσσέας;
Τὸ ὄνομα «Ὀδυσσέας» ποὺ προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα «ὀδύσσομαι» (ὀργίζομαι, μισῶ κάποιον) καὶ σημαίνει ἐξοργισμένος, ἀλλὰ καὶ ὁ μισούμενος ἀπὸ τοὺς θεούς, αὐτὸς ποὺ ἔδωσε ἀφορμές. δυσαρέσκειας, τὸ ἔδωσε ὁ παπποῦς του (ἀπὸ τὴν πλευρὰ τῆς μητέρας του), ὁ Αὐτόλυκος.
Σύμφωνα μὲ τὸν Ὅμηρο τὸ ὄνομα σημαίνει «γιος τῆς πέτρας», ἀλλὰ πιὸ πιθανὸ εἶναι νὰ συγγενεύει ἐτυμολογικὰ μὲ τὴν λέξη «ὁδηγὸς»..
.




Μπορεῖ ἐπίσης νὰ προέρχεται ἀπὸ τὸ ρῆμα «ὀδυνάω» ποὺ σημαίνει «προκαλῶ πόνο» μὲ τὴν ἔννοια «αὐτὸς ποὺ προκαλεῖ καὶ αἰσθάνεται πόνο».
Ὁ Ὀδυσσέας ἐξάλλου αἰσθάνεται ἕναν διαρκῆ πόνο πνευματικὸ ἤ/καὶ σωματικό - προκαλεῖ δηλαδὴ πόνο σὲ κάποιον ἄλλο καὶ παράλληλα κάποιος ἄλλος σ΄αυτόν.
Στὸν Ὀδυσσέα ἀποδίδεται μερικὲς φορὲς καὶ τὸ πατρωνυμικὸ οὐσιαστικὸ Λαερτιάδης, δηλαδὴ «γιος τοῦ Λαέρτη».

Οἱ περισσότεροι θεωροῦν ὅτι ἀφοῦ σκότωσε τοὺς μνηστῆρες καὶ ἀνακατέλαβε τὸ βασίλειο τοῦ, "ζήσανε (μὲ τὴν Πηνελόπη καὶ τὸν Τηλέμαχο), αὐτοὶ καλὰ κι ἐμεῖς καλύτερα".
Εἶναι ὅμως ἔτσι; .


Προσπάθησε νὰ ξαναφτιάξει τὴ ζωή του ὅμως ἡ σχέση του μὲ τὴν Πηνελόπη δὲν ἐξελίχθηκε καλά. Ἄρχισαν οἱ τσακωμοὶ καθὼς ἡ Πηνελόπη, ἀκούγοντας τὸν Ὀδυσσέα νὰ τίς ἱστορεῖ τὰ κατορθώματα καὶ τίς περιπέτειες τῆς, ζήλεψε τὴν Καλυψώ, στὸ νησὶ τῆς ὁποίας ὁ Ὀδυσσέας εἶχε περάσει ἑπτὰ χρόνια.

Ἡ ἴδια τὸν περίμενε ὑπομονετικὰ καὶ δὲν ὑπέκυπτε στοὺς μνηστῆρες, ἐνῶ αὐτὸς ἔπεφτε ἀπὸ τὴν ἀγκαλιὰ τῆς Κίρκης καὶ τῆς Καλυψούς.

Τί ἀπέγινε λοιπὸν ὁ Ὀδυσσέας; Ἄς δοῦμε παρακάτω,,

Οἱ ἑκατὸ μνηστῆρες τῆς βασίλισσας Πηνελόπης εἶχαν σκοτωθεῖ καὶ τὰ πτώματά τους, τὸ ἕνα μετὰ τὸ ἄλλο, τὰ ἔβγαλαν ἀπὸ τὴ σάλα τῆς γιορτῆς τυλιγμένα μὲ χαλιά. Μολονότι κόντευαν μεσάνυχτα, τὸ σπίτι ἦταν ἀκόμη στὸ πόδι μετὰ τὰ φοβερὰ συμβάντα, τὰ παράθυρα ἅπλωναν φῶς μέσα στὴ νύχτα κι οἱ ὑπηρέτες ἔτρεχαν πέρα - δῶθε.
Στὸ λαμπροφώτιστο ὑπνοδωμάτιο ὁ Ὀδυσσέας ἄρχισε νὰ μιλάει στὴ γυναῖκα του τὴν Πηνελόπη γιὰ τίς εἰκοσάχρονες τοῦ περιπέτειες,γιὰ τὴν Τροία, γιὰ τὴ διαμάχη τῶν βασιλιάδων στὸ στρατόπεδο, γιὰ τὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς καὶ τὰ παράξενα τῆς μακρινῆς θάλασσας.


Συγκεκριμένα στὸ τέλος τῆς Ι Ραψωδίας ἀναφέρεται :
Εἶπα, κ' ἐκεῖνος εὔχονταν στὸν μέγαν Ποσειδῶνα, στὸν ἀστροφόρον οὐρανὸν ἁπλώνοντας τὰ χέρια «ὦ Ποσειδῶνα, εἰσάκου με, γεωφόρε μαυροχήτη ἂν εἴμ' υἱός σου ἀληθινά, πατέρα, μὴν ἀφήσῃς ὁ Ὀδυσσηὰς ὁ πορθητής 'ς σπίτι του νὰ φθάσῃ


Λαερτιάδης, κάτοικος τῆς πετρωτὴς Ἰθάκης ἀλλ' ἂν τὸ θέλ' ἡ μοῖρα του νὰ ἰδῇ τοὺς ποθητούς του, τὸ σπίτι τὸ καλόκτιστο, καὶ τὴν γλυκειὰ πατρίδα, ἂς κακοφθάση ἀργὰ πολὺ καὶ ἀπὸ συντρόφους ἔρμος, μὲ ξένην πλώρη, καὶ κακά 'ς τὸ σπίτι μέσα ναύρη

Ὅμως ὅταν ἔφτασε στὴ Σκύλλα καὶ τὴ Χάρυβδη, παρατήρησε πὼς ἡ Πηνελόπη δίπλα του εἶχε ἀποκοιμηθεῖ. Καὶ σκέφτηκε: "τράβηξε πολλὰ σήμερα ἡ καημένη θὰ συνεχίσω αὔριο."
Κι ἀκούμπησε τὸ κεφάλι τοῦ πλάϊ στὸ δικό της, πάνω στὸ πορφυρένιο προσκεφάλι.


Στὸ μακρινὸ ταξίδι τῆς ἐπιστροφῆς ἀπ' ὅλα πιὸ πολλὴ χαρὰ ἔδινε στὸν Ὀδυσσέα το πὼς θὰ διηγιόταν στὴ γυναῖκα του ὅλες αὐτὲς τίς περιπέτειες καὶ πὼς ἐκείνη θὰ κρεμόταν ἀχόρταγα ἀπ' τὰ χείλη του καὶ θὰ τὸν διέκοπτε μὲ ἐρωτήσεις.
Ὅμως γρήγορα κατάλαβε πὼς δὲν ἦταν τόσο προσεκτικὸς ἀκροατὴς σὰν τοὺς Φαίακες, ποὺ δύο μέρες ὁλάκερες ἄκουγαν μὲ προσήλωση τὴ μελωδική του ἀφήγηση.
Ὅταν ἄρχισε τὴ διήγηση στὴν Πηνελόπη, ἐκείνη δούλευε ἀμίλητη τὸ χρυσὸ σχέδιο ἑνὸς κεντήματος καὶ κοίταζε ἀφῃρημένη ἀπ' τὸ παράθυρο.

Ὅταν κάποτε τῆς ἔκανε μιὰ ἐρώτηση, κατάλαβε πὼς μπέρδευε τοὺς Λαιστρυγόνες μὲ τοὺς Λωτοφάγους, κι αὐτὸ τὸν πόναγε, γιατί θυμόταν μὲ ἀκρίβεια τίς ἐμπειρίες του, ποὺ ὅσο γίνονταν πιὸ μακρινές, ὅλο καὶ πιὸ πολὺ τίς ἀγαποῦσε.


Μόνον ὅταν μιλοῦσε γιὰ τὴ νύμφη Καλυψὼ φαινόταν ν' ἀκούει προσεκτικότερα. Καὶ τὸ ἐνδιαφέρον της αὐτὸ τὸν ἐρέθιζε κι ἐξιστοροῦσε τοῦτο τὸ κομμάτι τῆς περιπλάνησής του πιὸ διεξοδικά: τὸ μοναχικὸ νησί, τὸ θαυμαστὸ ἱερὸ ἄλσος, ποὺ στὰ δέντρα του φώλιαζαν τὰ θαλασσοπούλια, καὶ τὴν εὐωδιαστὴ σπηλιὰ τῆς θεᾶς.


-Πόσο καιρὸ ἔμεινες σ' αὐτὴ τὴν Καλυψώ; ρώτησε μιὰ φορά.
-Ἑπτὰ χρόνια, ἀπάντησε αὐτός.
Ἔσκυψε στὸ ἐργόχειρό της καὶ τὰ μάτια της σκοτείνιασαν.
-Περισσότερο θὰ ἤθελα νὰ μάθω γιὰ σένα, τί ἔκανες αὐτὰ τὰ δέκα χρόνια στὴν Καλυψώ.
-Ἑπτὰ χρόνια, ἀπάντησε.
-Χθὲς ἔλεγες δέκα ἔχεις, φαίνεται, πεῖ τόσα ψέματα στὰ ταξίδια σου, καημένε μοῦ φίλε, ποὺ δὲν ξέρεις πιὰ νὰ πεῖς τὴν ἀλήθεια. Ὅμως εἴτε δέκα χρόνια ἦταν εἴτε ἑπτά, ἦταν σίγουρα πολὺς καιρὸς καὶ φαίνεται πὼς καλοπέρασες ἐκεῖ. Ἀπάντησε λοιπὸν στὴν ἐρώτησή μου: τί ἔκανες τόσο καιρό;

Τώρα ἔπρεπε νὰ τῆς ἀπαντήσει:

"-Γυναῖκα, ὅλα αὐτὰ τὰ χρόνια νοσταλγοῦσα ἐσένα, αὐτὰ τὰ χρόνια καθόμουν στὴν ἀμμουδιὰ τοῦ μακρινοῦ νησιοῦ, κοίταζα πέρα ἀπὸ τὴ θάλασσα καὶ παρακαλοῦσα τοὺς θεούς, νὰ μπορέσω νὰ δῶ μιὰ φορὰ μονάχα ἀκόμα τὸν καπνὸ τοῦ σπιτιοῦ σου. "
Ἔτσι ἔπρεπε νὰ ἀπαντήσει....
Βλέποντας ὅμως πὼς τὰ μάτια της τὸν κοίταζαν παγερὰ καὶ σκληρά, τὰ κράτησε μέσα του αὐτά.
Καὶ ποτέ της δὲν ἔμαθε γιὰ τὴ μεγάλη του νοσταλγία γιὰ τὴν πατρίδα.
-Ἔπινα κρασὶ ἐκεῖ, ἀπάντησε ἤρεμα, τὸ κρασὶ εἶναι καλὸ σ' αὐτὰ τὰ νησιά, μολονότι λίγο ξινό...


Ἡ Πηνελόπη μάταια προσπαθεῖ νὰ τὸν καθησυχάσει. Ὁ Ὀδυσσέας ἐξακολουθεῖ νὰ ἀνησυχεῖ, νὰ ἀναρωτιέται:
Ἀπὸ ποῦ θά 'ρθεὶ θάνατος;
Ἀπὸ τὴ θάλασσα ἢ μακριὰ ἀπ' τὴ θάλασσα; Καὶ ποιός θὰ μὲ χτυπήσει;
Παρακάτω στὴν Ψ Ραψωδία, κατὰ τὴ συνομιλία μὲ τὴν Πηνελόπη, λέει:


Ἐκείνης ὁ πολύγνωμος ἀπάντησε Ὀδυσσέας· «Ὦ τρομερή, πόσο σφοδρὰ μὲ βιάζεις νὰ τὸν εἴπω· κ' ἰδοὺ τὸν φανερόνω ἐγώ, χωρὶς τὸ οὐδὲν νὰ κρύψω,


ἀλλὰ ποσῶς δὲν θὰ χαρῇς, καθὼς κ' ἐγὼ δὲν χαίρω· ότ' εἰς πολλαῖς χώραις θνητῶν παράγγειλε μοῦ ἐκεῖνος νὰ πάρω δρόμο, φέρνοντας ἴσιο κουπὶ μαζή μου, ὅσο νὰ φθάσω 'ς τοὺς θνητούς 'ποὺ θάλασσα δὲν ξεύρουν, καὶ ὁπού,ὁποῦ δὲν τρώγουν φαγητὸ μὲ ἄλατ' ἀρτυμένο.


οὔτε τὰ κοκκινόπλωρα καράβι' αὐτοὶ γνωρίζουν, οὔτε τὰ ἴσια κουπιά, 'πού 'ναι πτερὰ τῶν πλοίων, κ' ἕνα σημάδι φανερό μου εἶπε, ὁπού,ὁποῦ δὲν κρύβω· 'ς τὸν δρόμον ἄμ' ἀπαντηθῇ μ' ἐμέν' ἄλλος ὀδίτης καὶ εἰπῇ, 'ς τὸν λαμπρὸν ὦμον μου πὼς ἔχω λιχνιστήρι,


'ς την γῆ νὰ στήσω τὸ κουπί, μοῦ εἶπε, καί, ἀφοῦ κάμω τοῦ Ποσειδῶνα βασιληὰ καλόδεκταις θυσίαις, κριάρι, ταῦρον σφάζοντας, καὶ χοῖρον ἀναβάτην, νὰ γύρῳ 'ς τὴν πατρίδα μου καὶ νὰ δώσ' ἑκατόμβαις τῶν ἀθανάτων, 'πώχουσι τῶν οὐρανῶν τοὺς θόλους,

μὲ τὴν σειρὰ τοῦ καθενός· καὶ θάνατος θὰ μ' εὕρη ἔξω ἀπ' τὰ πέλαγα ἐλαφρός, καὶ θὰ μὲ σβύση ἀγάλι μὲς τὰ λαμπρὰ γεράματα· καὶ ωστόσ' ὁλόγυρά μου θά 'ναι μακάριος ὁ λαός· τούτ' όλ', εἶπε, θὰ γείνουν.


Ὑποψιάζεται τὸν Τηλέμαχο, τὸν ὁποῖο καὶ ἀποφασίζει νὰ ἐξορίσει στὴν Κεφαλληνία. Ἀργότερα, ὅμως, τὸ μετανιώνει, πείθεται καὶ ἠρεμεῖ. O Τηλέμαχος ἀνησυχεῖ, καθὼς εἶναι βέβαιος ὅτι αὐτός, σύμφωνα μὲ τὸν χρησμό, 
θὰ σκοτώσει τὸν πατέρα του. Ἀργότερα ἀποχαιρετᾷ τοὺς γονεῖς του καὶ φεύγει. Ὁ Ὀδυσσέας ἐκφράζει στὴν Πηνελόπη τὴν λύπη ἀλλὰ καὶ τὴν ἀνακούφισή του γιὰ τὴν φυγὴ τοῦ Τηλεμάχου, τὸ κέφι του νὰ κατέβει στὴ θάλασσα μέ τα σκυλιά, καὶ τὴν ἐπιθυμία του νὰ βρεθοῦν ἐπιτέλους μόνοι τὸ βράδυ.
Ὁ Τειρεσίας, τὸν εἶχε ἐπίσης συμβουλεύσει ὅτι γιὰ νὰ ἐξευμενίσει τὸν Ποσειδῶνα ἔπρεπε, ὅταν θὰ γύριζε στὴν Ἰθάκη, νὰ φύγει ἀπὸ τὸν τόπο το νὰ πάρει ἕνα κουπὶ στὸν ὦμο καὶ νὰ ταξιδέψει στὴ στεριὰ μέχρι νὰ βρεῖ κάποιον ποὺ νὰ μὴν γνωρίζει τὴ θάλασσα καὶ τί εἶναι τὸ κουπί. Ἐκεῖ νὰ θυσιάσει στοὺς θεούς.


Σ' αὐτὴ τὴ νέα περιπλάνησή του θὰ συναντήσει κάποιον ποὺ θὰ νομίσει πὼς τὸ κουπὶ στὸν ὦμο του εἶναι λιχνιστήρι (ξύλινο, ἀγροτικὸ ἐργαλεῖο μὲ τὸ ὁποῖο ξεχωρίζεται ὁ καρπὸς τῶν σιτηρῶν ἀπὸ τὸ ἄχυρο). Ἐκεῖ νὰ σταματήσει, θυσιάζοντας στὸν Ποσειδῶνα ἕνα κριάρι, ἕναν κάπρο κι ἕναν ταῦρο.


Μόνο ἔτσι θὰ ἐξασφαλίσει τὸν ὁριστικὸ τοῦ πιὰ νόστο στὴν Ἰθάκη· ὅπου τὸν περιμένουν ἥσυχα χρόνια καὶ βαθιὰ γεράματα· καὶ γύρῳ του ὅλοι οἱ λαοί του θὰ ζοῦν εὐτυχισμένοι ἐκεῖ θὰ τὸν βρεῖ ἀνώδυνος θάνατος, κάπου μακριὰ ὡστόσο ἀπὸ τὸ νερὸ τῆς θάλασσας. (ἐξ ἁλὸς).


Πράγματι κατὰ τὴ μυθολογία ἔτσι κι ἔγινε.
Ὁ Ὀδυσσέας μετὰ τὸν φόνο τῶν μνηστήρων ἔφυγε πάλι γρήγορα μ' ἕνα κουπὶ στὸν ὦμο, γιὰ τὴ Θεσπρωτία τῆς Ἠπείρου. Προχωρῶντας στὸ ἐσωτερικὸ τῆς χώρας, συνάντησε κάποιους ἀνθρώπους ποὺ τὸν ρώτησαν γιατί κουβαλοῦσε μαζί του τὸ λιχνιστήρι. Τότε κατάλαβε πὼς αὐτὸς ἦταν ὁ τόπος ποὺ ἔπρεπε νὰ μπήξει τὸ κουπὶ καὶ νὰ θυσιάσει στὸν Ποσειδῶνα.


Στὴ Θεσπρωτία ὁ Ὀδυσσέας παντρεύτηκε τὴ βασίλισσα Καλλιδίκη. Ἀπέκτησε μαζί της ἕνα παιδὶ τὸν Πολυποίτη. Μετὰ τὸν θάνατο τῆς Καλλιδίκης ὕστερα ἀπὸ ἕναν πόλεμο τῶν Θεσπρωτῶν μὲ τοὺς Βρύγους, ὁ Ὀδυσσέας παρέδωσε τὴ βασιλεία τῶν Θεσπρωτῶν στὸν Πολυποίτη καὶ ἐπέστρεψε στὴν Ἰθάκη, πιστεύοντας πὼς θὰ περάσει ἤρεμα γεράματα.
Στὴν Χρηστομάθεια τοῦ Πρόκλου διαβάζουμε τὰ ἑξῆς:


"Μετὰ τὴν ταφὴ τῶν μνηστήρων, ὁ Ὀδυσσέας, ἀφοῦ θυσίασε στὶς Νύμφες, ταξίδεψε στὴν Ἤλιδα, γιὰ νὰ ἐπιθεωρήσει τὰ βουκόλιά του. Ἐκεῖ φιλοξενήθηκε ἀπὸ τὸν Πολύξενο, ἀπὸ τὸν ὁποῖο καὶ ἔλαβε ὡς δῶρο ἕναν κρατῆρα. 
Ἔπειτα ἐπέστρεψε στὴν Ἰθάκη καὶ τέλεσε τὰς ὑπὸ Τειρεσίου ῥηθεῖσας θυσίας. Στὴν συνέχεια πῆγε στὴν Θεσπρωτία, παντρεύτηκε τὴν βασίλισσα Καλλιδίκη, ἡγήθηκε δὲ τῶν Θεσπρωτῶν στὸν πόλεμο ποὺ ξέσπασε ἀνάμεσα σ' αὐτοὺς καὶ τοὺς Βρύγους. Μετὰ τὸν θάνατο τῆς Καλλιδίκης, τὴν ἐξουσία ἀνέλαβε ὀπολυποίτης, γιος του Ὀδυσσέα ἀπὸ τὴν Καλλιδίκη, ὁ δὲ Ὀδυσσέας ἐπέστρεψε στὴν Ἰθάκη.
Στὸ μεταξὺ ὁ Τηλέγονος, γιος ποὺ ἀπέκτησε ὁ Ὀδυσσέας μὲ τὴν Κίρκη, ἀναζητῶντας τὸν πατέρα του ἀποβιβάστηκε στὴν Ἰθάκη καὶ οἱ σύντροφοί του κατέστρεψαν τὸ νησί.
Ὅταν ὁ Ὀδυσσέας ἔμαθε πὼς κάποιο καράβι εἶχε ἀράξει στὴν Ἰθάκη, καὶ πὼς οἱ ναῦτες εἶχαν βγεῖ ἔξω γιὰ λεηλασίες, ἔτρεξε μὲ τὸν στρατό του, νὰ τοὺς διώξει. Χτυπήθηκε ὅμως ἀπὸ τὸν ἀρχηγὸ τῶν ἐπιδρομέων μ' ἕνα κοντάρι, ποὺ ἀντὶ γιὰ σιδερένια λόγχη εἶχε τὸ ἀγκάθι ἑνὸς σαλαχιοῦ. Ἑτοιμοθάνατος μεταφέρθηκε στὸ παλάτι, ὅπου παραπονέθηκε γιὰ τὸ μαντεῖο ποὺ τὸν εἶχε γελάσει, λέγοντάς του νὰ φυλάγεται ἀπὸ τὸν γιο του, ἐνῶ τελικὰ χτυπήθηκε ἀπὸ κάποιον ξένο.


Σύντομα ὅμως φανερώθηκε πὼς ὁ φονιᾶς ἦταν ὁ γιος του Τηλέγονος, ποὺ τοῦ εἶχε γεννήσει ἡ Κίρκη, ὁ ὁποῖος δὲν τὸν γνώριζε. Ἡ αἰχμὴ τοῦ δόρατος, μὲ τὸ ὁποῖο ὁ Τηλέγονος τραυμάτισε θανάσιμα τὸν Ὀδυσσέα, ἦταν κατασκευασμένη ἀπὸ τὸ κέντρον τρυγόνος (τὸ σημερινὸ ὄνομα εἶναι «σελάχι» ἢ «σαλάχι»). Πρόκειται γιὰ ψάρι μὲ πιεσμένο στὴ ράχη καὶ τὴν κοιλιὰ σῶμα, πλακοειδῆ λέπια, μεγάλη οὐρὰ σὰν μαστίγιο ποὺ ἔχει μερικὲς φορὲς δηλητηριῶδες ἀγκάθι, τὸ ὁποῖο κολυμπᾷ γρήγορα καὶ συνήθως κινεῖται σὲ ἀμμώδεις καὶ λασπώδεις βυθούς.


Ὁ Ι. Κακριδὴς (Ἑλληνικὴ Μυθολογία. Ἐκδοτικὴ Ἀθηνῶν, ) ἀναφερόμενος στὴν νεκρομαντεία του Τειρεσία, παρατηρεῖ ὅτι «...οἱ προφητεῖες εἶναι πάντα διφορούμενες...» καὶ ὅτι «πραγματικά, ὁ θάνατος βρίσκει τὸν Ὀδυσσέα ἀπὸ τὴ θάλασσα, ὄχι μόνο ἐπειδὴ ὁ φονιᾶς εἶχε φθάσει στὴν Ἰθάκη μὲ καράβι, ἀλλὰ καὶ γιατί τὸ φονικὸ ὅπλο ἦταν θαλασσινό». Ὅταν ὁ Τηλέγονος κατάλαβε πὼς εἶχε σκοτώσει τὸν πατέρα του, ἦταν πιὰ ἀργά.

Πῆρε τὸ ἄψυχο κορμί του, τὸ γιο του, τὸν Τηλέμαχο, καὶ τὴν Πηνελόπη καὶ κατευθύνθηκε στὴν Αἴα.


Ἐκεῖ ἡ Κίρκη τους ἔκανε ὅλους ἀθάνατους. Ὁ Μῦθος λέει ὅτι ἡ Κίρκη παντρεύτηκε τὸν Τηλέμαχο καὶ ἡ Πηνελόπη τὸν Τηλέγονο...






Πέμπτη 18 Νοεμβρίου 2021

Γιατί ὁ θάνατος τοῦ Ἀχιλλέα ὅπως τὀν γνωρίζουμε δέν ἀναφέρεται στὰ ἔργα τοῦ Ὁμήρου;

, overlays: {bottom: true}





Τό «Μόν Ρεπό» τῆς Κέρκυρας ὑπάρχει ἓνα περίτεχνο ἀντίγραφο τοῦ Ἀχιλλέα νά πιάνει μέ ὀδύνη τό βέλος, πού ἔχει μπηχθῆ στήν δεξιά τοῦ φτέρνα, περιμένοντας καθιστός καί μέ ὀδύνη τόν θάνατο. Ἄραγε πεθαίνει κανείς ἂν δεχθῆ ἓνα βέλος στήν φτέρνα; Ἐντελῶς ἀπίθανο.

Πῶς πέθανε λοιπόν ὁ Ἀχιλλέας; Τό θέμα εἶναι λίγο πολύπλοκο, ἀλλά ὅσοι ἀγαποῦν καί ἐνδιαφέρονται γιά τόν Ὅμηρο, εἶμαι βέβαιος ὅτι θά ἱκανοποιηθοῦν ἀπό τίς ἐξηγήσεις πού ἀκολουθοῦν, καί πού βασίζονται, ὅπως πάντα, στό πληροφοριακό ὑλικό τῶν ἐπῶν, καί ὅχι στίς φαντασιώσεις τῶν γνωστῶν μας παλαιοτέρων φιλολόγων, πού δίδαξαν τά παιδιά μας καί τά ἐγγόνια μας, περνῶντας στρεβλές πληροφορίες γιά τόν Ὅμηρο, γιά λόγους πού τούς ἀφοροῦν.

Ὁ θάνατος τοῦ Ἀχιλλέα πολλαπλῶς προαγγέλεται στήν Ἰλιάδα, ἀλλά οὐδέποτε ἐπισυμβαίνει στό ἔπος

Γνωρίζει ὁ ἲδιος πολύ καλά πώς θά πεθάνη, καί μάλιστα λέει ὅτι ἂν ἒμενε στήν Φθία, θά κληρονομοῦσε τό βασίλειο τοῦ Πηλέως. Ἀλλά προτίμησε νά πολεμήση στό τρωικό πεδίο καί ὅχι μόνο. Τό γνωρίζει ἡ μητέρα τοῦ ἡ Θέτις, ἡ ὁποία αὐτοαποκαλεῖται κακογεννήτρα, ἐπειδή γέννησε παιδί ὀλιγόζωο.

Τόν θάνατό τοῦ προαναγγέλει ὁ Ἓκτορας, ἐνῶ ὁ Ἀχιλλέας τόν ἔχει τρυπήσει μέ τό δόρυ τοῦ στόν λαιμό.

Τό ἴδιο καί ἕνας ἀπό τούς ἵππους τοῦ , ὁ Ξάνθος, μιλῶντας μέ ἀνθρώπινη φωνή.

Ὡστόσο ὁ θάνατός τοῦ δέν ἐπισυμβαίνει στήν Ἰλιάδα, πού καταλήγει μέ τόν στίχο:

«ὡς οἳ γ᾽ ἀμφίεπον τάφον Ἕκτορος ἱπποδάμοιο»

(ἔτσι αὐτοί φρόντιζαν τόν τάφο τοῦ ἱπποδαμαστῆ Ἕκτορα).

Πότε λοιπόν σκοτώθηκε ὁ Ἀχιλλέας; Καὶ ποιὸς τόν σκότωσε; Κάτω ἀπό ποιές συνθῆκες;

Ἐδῶ ὁ παντογνώστης Ὅμηρος ἀφιερώνει δεκάδες στίχους γιά τόν ἐπισυμβάντα θάνατο ὅχι μόνο τῶν μεγάλων, ἀλλά καί τῶν μικροτέρων ἡρώων. Καὶ περί τοῦ θανάτου τοῦ Ἀχιλλέως οὐδέ γρί;

Στόν τρωικό πόλεμο οἱ μεγάλοι ἥρωες δοξαζόντουσαν ὅταν σκότωναν μεγάλους ἥρωες τῶν ἀντιπάλων. Ὁ Ἓκτορας γιά παράδειγμα σκοτώνει τόν Πάτροκλο μέ τήν βοήθεια τοῦ Ἀπόλλωνα. Ὁ Διομήδης σκοτώνει τόν βασιλιᾶ τῶν Θρακῶν Ρῆσο καί τραυματίζει τήν ἴδια τήν Ἀφροδίτη, ἀλλά καί τόν Ἄρη Ὁ Μενέλαος πάλι σκοτώνει τόν βασιλιᾶ τῶν Παφλαγόνων Πολυμαίνη καί μονομαχεῖ μέχρι θανάτου μέ τόν Ἀλέξανδρο (Πάρι).



Τόν Ἀχιλλέα, ποιὸς τόν σκότωσε;


Οἱ σχολαστικοί φιλόλογοι, πού δίδασκαν τά παιδιά μας καί τά ἐγγόνια μας τά ὁμηρικά ἔπη, ὑποστήριζαν στίς διδακτικές μεταφράσεις, ὅτι ὁ Ὅμηρος μᾶς περιγράφει τίς τελευταῖες 51 ἡμέρες τοῦ πολέμου. Κάθονται καί μετροῦν κατά τήν σειρά τῶν ραψωδιῶν: Ἐννέα ἡμέρες ὁ Ἀπόλλων τοξεύει τό στρατόπεδο τῶν Ἀχαιῶν. Τήν δεκάτη παίρνουν ἀπό τήν σκηνή τοῦ Ἀχιλλέα τήν ἀγαπημένη τοῦ Βρισηΐδα Τήν 21η ἡμέρα ἡ Θέτις παίρνει ὑπόσχεση ἀπό τόν Δία νά τιμήση τόν Ἀχιλλέα προκαλῶντας ἀπώλειες στούς Ἀχαιούς. Τήν 24η οἱ Ἀχαιοί χτίζουν ἀμυντικό τεῖχος. Τήν 26η πρός 27η ὁ Ἣφαιστος ἑτοιμάζει νέα πανοπλία στόν Ἀχιλλέα. Τήν 28η ἡμέρα γίνεται ἡ ταφή τοῦ Πατρόκλου. Ὓστερα ἀπό 12 ἡμέρες ὁ Πρίαμος ζητεῖ ἀπό τόν Ἀχιλλέα τό σῶμα τοῦ Ἕκτορος Γίνεται ἀνοκωχὴ 11 ἡμερῶν γιά νά μαζέψουν ξύλα οἱ Τρῶες, τήν δεκάτη γοοῦν καί καῖνε τόν Ἕκτορα καί τήν 11η ὑψώνουν τύμβο.

Σύνολο – καταλήγουν εὐηθῶς- 51 ἡμέρες. Καὶ μετά; Τί γίνεται; Συνεχίζεται ὁ πόλεμος;

Ἡ τελευταία κουβέντα πού ἔχει ὁ Ἀχιλλέας μέ τόν Πρίαμο εἶναι:

«Θά σοῦ κάνω αὐτό πού ζητᾶς, γέρο. Θά πάψω τόν πόλεμο γιά 12 ἡμέρες». Ὁ Πρίαμος τοῦ εἶχε πεῖ προηγουμένως: «Τήν δωδεκάτῃ ξαναρχίζει ὁ πόλεμος, ἂν χρειασθεῖ». Δέν γνωρίζουμε λοιπόν στήν Ἰλιάδα ἂν ὁ πόλεμος συνεχίσθηκε, ἂν σκοτώθηκε ὁ Ἀχιλλέας καί ἀπό ποιόν.

Ξαναβρίσκουμε τόν Ἀχιλλέα νεκρὸ πλέον στόν Ἃδη, στήν «Νέκυια», τήν νεκρομαντεία, στήν ραψωδία λ. Ἐκεῖ συναντᾶται μέ τόν Ὀδυσσέα, πού κατέβηκε στόν Κάτω Κόσμο γιά νά πάρη χρησμό ἀπό τόν μάντι Τειρεσία, καί ἔχουν μιά συνομιλία. Ὁ Ἀχιλλέας φαίνεται νά μή γνωρίζη τό τέλος τοῦ πολέμου καί ρωτάει ἐναγωνίως τόν Ὀδυσσέα ἂν ἔχῃ μάθει κάτι γιά τόν πατέρα του τόν Πηλέα καί γιά τόν γιό του τόν Νεοπτόλεμο, πού δέν εἶχε δεῖ καθόλου κατά τήν διάρκεια τοῦ πολέμου, ἐπειδή μεγάλωνε στήν Σκύρο. Ὁ Ὀδυσσέας τοῦ λέει ὄτι δέν γνωρίζει τίποτε γιά τόν πατέρα του, ἂν ζῆ ἢ πέθανε, ἀλλά γνωρίζει πολλά γιά τόν γιό του. Λέει ὁτι ὁ ἲδιος πῆγε καί τόν ἔφερε ἀπό τήν Σκύρο. Πολεμοῦσε γενναῖα, ἦταν ἀτρόμητος, μυαλωμένος καί σκότωσε πολλούς Τρῶες, ἡγούμενος τῶν Μυρμιδόνων. Μάλιστα, εἶχε μπεῖ στήν κοιλιά τοῦ δουρείου ἵππου μαζί μέ ἂλλα παλικάρια καί ἀνυπομονοῦσε νά βγῆ καί νά σκοτώση μέ τό ξίφος του πολλούς Τρῶες. Τόν συγκράτησε ὁ Ὀδυσσέας.

Ἂρα, ὁ πόλεμος συνεχίσθηκε μετά τήν ταφή τοῦ Ἕκτορος Σ᾽ αὐτές τίς μάχες κάπου σκοτώθηκε καί ὁ Ἀχιλλέας. Πότε ὄμως; Ἀπό ποιόν; Γιατί δέν ξέρουμε τί ἀκριβῶς συνέβη στόν μεγαλύτερο ἥρωα τοῦ πολέμου; Κι ἀκόμη συμπεραίνουμε ὄτι ὁ δούρειος ἵππος κατασκευάστηκε μετά τόν θάνατο τοῦ Ἀχιλλέα, ἀφοῦ μέ τό στρατήγημα αὐτό ἔπεσε ἡ Τροία, ἐνῶ ὁ Ἀχιλλέας δέν ζοῦσε, ἀφοῦ δέν γνωρίζει ὄτι ὁ γιός του ὁ Νεοπτόλεμος, εἶχε μπεῖ στήν κοιλιά τοῦ ξύλινου ἀλόγου.

Ἐπίσης ξαναβρίσκουμε νεκρὸ τόν Ἀχιλλέα στήν ραψωδία ω τῆς Ὀδύσσειας νά συνομιλῆ μέ τόν ἐπίσης νεκρὸ Ἀγαμέμνονα, πού ἐσφάγη ἀπό τόν Αἲγισθο καί τήν Κλυταιμνήστρα.

Οὔτε ἐδῶ μαθαίνουμε πῶς πέθανε ὁ Ἀχιλλέας καί ἀπό ποιόν σκοτώθηκε. Μαθαίνουμνε μόνο πῶς ἐτάφη διά στόματος Ἀγαμέμνονος, ὄτι τοῦ ἔγινε πολυτελεστάτη κηδεία, μέ ὃλες τίς Μοῦσες παροῦσες, μέ σπουδαῖο τύμβο καί πολλά κτερίσματα, ὃσα κανένας ἄλλος νεκρός βασιλιάς δέν εἶχε πάρει ποτέ. Τόν κλαίγανε 17 ἡμέρες καί 17 νύχτες, κι ἦσαν ἐκεῖ ὅλοι οἱ ἀθάνατοι Θεοί καί ὅλοι οἱ θνητοὶ Ἡ μητέρα του ἔφερε χρυσό ἀμφορέα ὅπου περισυνέλεξε τά ὀστά του, μετά τήν πυρά, καί τά ἔβαλε ἀνάκατα μέ τοῦ Πατρόκλου. Καθὼς καιγόταν ἔτρεχαν γύρω ἀπό τήν πυρά πεζοὶ καί ἱππεῖς, ἔγιναν ἑκατόμβες καί ὁ τύμβος του ἦταν μεγάλος κι ἒβλεπε στόν πλατύ Ἑλλήσποντο, γιά νά φαίνεται μακριά ἀπό τούς ναυτιλλομένους. Τά ἒπαθλα στούς ἀγῶνες πού ἀκολούθησαν τά ἔφερε ἡ ἴδια ἡ Θέτις. Καὶ καταλήγει ὁ Ἀγαμέμνων:

Ἔτσι κι ἂν πέθανες κι ἐσύ, δέν ἒχασες τό ὄνομα, πάντα ἡ δόξα ἀθάνατη, Ἀχιλλέα, στούς ἀνθρώπους. Ἐνῶ γιά ἐμέ τί ὂφελος, πού πόλεμο ἑτοίμασα;

Φαίνεται λοιπόν ὄτι ὁ Ὅμηρος, δηλαδή ὁ Ὀδυσσέας , ἢ δέν ἔμαθε ποτέ ποιὸς σκότωσε τόν Ἀχιλλέα, ἢ δέν ἤθελε να πῆ. Δέν εἶναι δυνατόν ὁ Ὅμηρος, πού γνωρίζει τά πάντα γιά τούς πάντες, φίλους καί ἐχθρούς, πού εἶναι πηγή πληροφοριῶν γιά κάθε μεταγενέστερο ποιητή, συγγραφέα, ἀοιδό, φιλόσοφο, γεωγράφο, ἐπιστήμονα, τραγωδό, νά μή γνωρίζη τόν τρόπο θανάτου τοῦ πρωτοήρωα τῆς Ἰλιάδος καί τόν φονέα του.

Ἐκτός ἂν τόν σκότωσε κάποιος παρακατιανός, ἢ ὁ θάνατός του δέν ἦταν ἀντάξιος τῆς ἀνδρείας του καί δέν θέλησε νά τό ἀποκάλυψη, ἂν καί τό ἦθος τοῦ ποιητοῦ δέν θά τοῦ ἐπέτρεπε παρόμοια παρασιώπηση. Ὁ Ὅμηρος δέν θά ἀπέκρυπτε τόν θάνατο τοῦ Ἀχιλλέα καί τόν φονέα του. Ἁπλῶς δέν τό ἔμαθε ποτέ. Καὶ ἔτσι δέν θά τό μάθη ποτέ κανείς.

Η ΠΟΜΦΟΛΥΓΑ ΤΗΣ «ΑΧΙΛΛΕΙΑΣ ΠΤΕΡΝΑΣ»





Ὡστόσο ὅλος ὁ κόσμος ὁμιλεῖ γιά τήν «Ἀχίλλειον πτέρναν», ἀγγλικὰ Achilles heel, γαλλικά talon d’ Achille καί ἀνάλογα στήν γλῶσσα τους οἱ Πορτογάλοι, οἱ Ἰταλοί, οἱ Γερμανοί, οἱ Ὁλλανδοί, οἱ Σουηδοί, οἱ Τσέχοι, οἱ Πολωνοί, οἱ Ρουμάνοι, οἱ Τοῦρκοι, οἱ Κινέζοι, οἱ Ἰάπωνες, οἱ Κορεάτες, οἱ Ἄραβες κ.ἂ. ἐπιβεβαιώνοντας ἔτσι γιά μία ἀκόμη φορά ὄτι γνωρίζουμε πολύ καλά ὃσα δέν εἶπε ὁ Ὅμηρος καί ἀγνοοῦμε ὃσα εἶπε. Προφανῶς, κάποιος παραμυθάς τῆς ἀρχαιότητος, ὁρμούμενος ἀπό τόν στίχο τῆς Ἰλιάδος Χ, 358, ὅπου ὁ θνήσκων Πάτροκλος λέει στόν Ἀχιλλέα νά προσέξη μήπως θυμώσουν οἱ Θεοί καί στείλουν τόν Πάρι μέ τόν Ἀπόλλωνα καί τόν σκοτώσουν, συμπεραίνει ὄτι ὁ Ἀχιλλέας σκοτώθηκα ἀπό τόν Πάρι πού τοῦ κάρφωσε τό «πάριον βέλος» στήν φτέρνα του, χωρίς αὐτό νά ἀναφέρεται πουθενά στήν Ἰλιάδα ἢ στήν Ὀδύσσεια.

Αὐτό τό παραμύθι περπάτησε στούς αἰῶνες, καθώς οἱ παραμυθάδες ἐπενόησαν καί τόν μύθο ὄτι ἡ Θέτις ἤθελε νά κάνη τόν γιό της ἂτρωτο καί ἀθάνατο, καί τόν κράτησε πάνω ἀπό τήν ἱερή φλόγα γι᾽ αὐτό τόν σκοπό, ἀφήνοντας τρωτό μόνο τό σημεῖο τῆς φτέρνας ἀπό ὅπου τό κρατοῦσε. Μά ἂν εἶχε συμβεῖ αὐτό, γιατί ἡ θεά δέν…ἂλλαζε χέρι ὤστε τό ἱερό πῦρ νά ἀθανατοποιήσει καί τήν φτέρνα; Γιά τόσο ἀνόητες περνοῦν τίς θεές; Πέραν τούτου,ὅπως εἴπαμε, κανείς Θεὸς ἢ ἥρωας δέν ὑποστηρίζει στά ἒπη ὄτι ὁ Ἀχιλλέας ἦταν ἂτρωτος ἢ ἀθάνατος. Τό ἀντίθετο μάλιστα.

Η ΣΤΕΝΟΜΥΑΛΙΑ ΤΩΝ ΦΙΛΟΛΟΓΩΝ ΜΑΣ


Ἀπό τήν ἄλλη πλευρά ἀποκαλύπτεται ἡ στενομυαλιά τῶν νεωτέρων φιλολόγων, οἱ ὁποῖοι ἀφελῶς νομίζουν ὄτι ὁ Ὅμηρος μᾶς ἀφηγεῖται τά περιστατικά τῶν τελευταίων 51 ἡμερῶν τοῦ τρωικοῦ πολέμου. Λές καί οἱ ραψωδίες κατ᾽ ἀλφαβητική σειρά, ὅπως τίς κατέταξαν οἱ Ἀλεξανδρινοί, ἀπηχοῦν κατά σειρά τά πολεμικά γεγονότα πού ἀφηγεῖται ὁ ποιητής, ἐνῶ στήν πραγματικότητα συμπυκνώνει στό ἒπος τῆς Ἰλιάδος ἀφηγούμενος πραγματικά περιστατικά, ὅχι κατά σειρά, ἀλλά συνθετικά, ὅπως τά συγκράτησε καί τά συνέθεσε ὁ ποιητικός νοῦς.

Δέν εἶναι δυνατόν στό Ε 576 τῆς Ἰλιάδος νά σκοτώνεται ὁ βασιλιάς τῶν Παφλαγόνων Πολυμαίνης καί στό Ν 656 τῆς Ἰλιάδος νά…παρίσταται στήν ἐκφορά τοῦ παιδιοῦ του. Νομίζουν οἱ <ἀναλυτικοί>, δηλαδή οἱ χωρίζοντες, ὄτι αὐτό εἶναι ἀπόδειξη πώς ἄλλος ποιητής ἔγραψε τήν μία σκηνή καί ἄλλος τήν ἄλλη

Καὶ ἔρχονται οἱ δικοί μας, οἱ πιό ἔξυπνοι φιλόλογοι, νά δώσουν ἀπάντηση σ᾽ αὐτό τό παράδοξο, διδάσκοντας τά παιδιά μας ὄτι ὁ Πολυμαίνης δέν εἶναι πρόσωπο πραγματικό, ἀλλά…ποιητικό! Ἔτσι, λένε, εἶναι ποιητικὰ δικαιολογημένη αὐτή ἡ ἀντίφαση καί ὄτι ἡ Ἰλιάδα εἶναι δημιούργημα καλλιτεχνικό καί τά ἀφηγούμενα περιστατικά τοῦ πολέμου…φαντασιώσεις.

Καὶ ὃλα αὐτά ξεκινοῦν ἀπό τήν ἀνοησία νά…μετροῦν τίς ἡμέρες τοῦ πολέμου. Ὑπάρχουν πολλά καί τρανταχτά παραδείγματα στό ἒπος τῆς Ἰλιάδος, πού ἀποδεικνύουν ὄτι ὁ Ὅμηρος ἐπισημαίνει καί συμπυκνώνει τά σημαντικότερα γεγονότα τοῦ τρωικοῦ πολέμου καί δέν ἀφηγεῖται τά περιστατικά (ποιητικὰ δημιουργήματα ὅπως λένε οἱ φιλόλογοι) τῶν 51 τελευταίων ἡμερῶν τοῦ πολέμου.

Γιά παράδειγμα, στό Γ τῆς Ἰλιάδος ὁ Πρίαμος καί οἱ δημογέροντες τῶν Τρώων βρίσκονται πάνω στά τείχη τῆς Τροίας μαζί μέ τήν Ἑλένη καί ζητοῦν ἀπό αὐτή νά τούς ἐξηγήσῃ ποιὸς εἶναι ὁ τάδε καί ὁ δεῖνα ἥρωας, πού βλέπουν νά πηγαινοέρχονται στό πεδίο τῆς μάχης. Μά θά περίμενε 10 χρόνια πολέμου γιά νά μάθη ὁ Πρίαμος ποιὸς ἦταν ὁ Ἀγαμέμνων, ποιὸς ὁ Μενέλαος, ποιὸς ὁ Ὀδυσσέας κλπ; Καὶ νά τούς ὀνοματίση ἡ Ἑλένη; Αὐτό ἀσφαλῶς ἔγινε στήν ἀρχή τοῦ πολέμου.

Ἢ ὅταν περιγράφεται ἡ κατασκευή τοῦ τείχους τῶν Ἀχαιῶν, πού ἀποδεικνύει ὄτι πρόκειται γιά μεγάλο ἀμυντικό ἔργο, μέ τείχη, μέ τάφρο μεγάλη κατάσπαρτη μέ μυτερούς πασσάλους γιά νά ἐμποδίζεται ἡ εἲσοδος τῶν ἁρμάτων καί τῶν ἵππων, ἔργο πού γιά νά τό καταστρέψη ὁ Ποσειδῶν εἶδε κι ἒπαθε κι ἔστρεψε τά ρεύματα ὃλων τῶν ποταμῶν γιά νά γκρεμίσει καί νά τό κάνη «θαλασσόπλοον», αὐτό τό ἔργο φτιάχθηκε μέσα σέ μία… ἡμέρα, τήν 24η, ἢ στίς πρῶτες δέκα ἢ εἴκοσι ἡμέρες τοῦ πολέμου, γιά νά καταστραφῆ λίγες ἡμέρες ἀργότερα;

Ὅλα αὐτά τά ὀνόματα τῶν ἡρώων, Ἀχαιῶν καί Τρώων, ἀνδρῶν καί γυναικῶν, ἡ οἰκογενειακή τους κατάσταση, ἂν ἦσαν πλούσιοι ἢ φτωχοί, ἂν πῆραν ἢ ἒφεραν προῖκα, ἂν ἦσαν νόθοι ἢ γνήσιοι γιοί, ὁ τρόπος θανάτου τοῦ καθενὸς κλπ. εἶναι ὃλα φαντασιώσεις;

Καὶ πῶς τά φαντάστηκε ὃλα αὐτά ὁ «τυφλός» κατά τά ἂλλα Ὅμηρος καί ἐμπνεύσθηκε ἀπό γεγονότα τοῦ τρωικοῦ πολέμου, πού συνέβησαν 500 χρόνια νωρίτερα ἀπό τότε πού αὐτός τά ἔγραψε; Μπορεῖτε ἐσεῖς, ἂν εἲσαστε λογοτέχνης ἢ ποιητής, νά ἐμπνευσθῆτε καί νά γράψετε ποιήματα ἢ βιβλία ἀπό τά γεγονότα τοῦ Μεσαίωνα; 


Τρίτη 8 Αυγούστου 2017

ΤΟ ΔΟΥΛΙΧΙΟΝ-ΑΚΑΡΝΑΝΙΑ ΚΑΙ Η ΟΜΗΡΙΚΗ ΙΘΑΚΗ



Το Δουλίχιον-Ακαρνανία και η Ομηρική Ιθάκη...


Ἡ Ἐποχὴ τῶν Τρωικῶν μετὰ τὸν τελευταῖο Κατακλυσμό (νέα θεωρία)

Ἐρευνῶντας τὴν λεγομένη «Μυθολογία» ἤ «Προϊστορία» μας (ἀπὸ Ὅμηρο, Ἡσίοδο, Ὀρφικά, ἕως Διόδωρο Σικελιώτη) καὶ συνδυάζοντας τὰ ἀρχαῖα μας κείμενα μὲ σύγχρονα πορίσματα Γεωλογικῶν καὶ ἄλλων ἐρευνῶν μποροῦμε νὰ ὁδηγηθοῦμε σὲ νέα ἐκπληκτικὰ συμπεράσματα. Σταθερὰ σημεῖα ἀναφορᾶς στὴν παροῦσα μελέτη εἶναι οἱ τρεῖς μεγάλοι Κατακλυσμοὶ τῆς Προϊστορίας καὶ ἡ χρονολόγησίς τους. Δεδομένου ὅτι ἔχουμε πλέον τὴν νέα Ἐπιστήμη τῆς Γεωμυθολογίας, μποροῦμε σήμερα νὰ τεκμηριώσουμε μὲ ἀκρίβεια, π.χ. ἄν καὶ πότε τμήματα τῆς σημερινῆς ξηρᾶς ἦσαν προηγουμένως καλυμμένα ἀπὸ θάλασσα καὶ τὸ ἀντίστροφο, ὥστε νὰ τεκμηριώσουμε γεγονότα ποὺ ἀναφέρονται στὰ ἀρχαῖα μας κείμενα καὶ ἀποτελοῦν «αἰνίγματα» ἀπὸ τὴν ἐποχὴ ἀκόμα τῶν ἀρχαίων Κλασικῶν Ἑλλήνων συγγραφέων. Εἰδικώτερα τὰ τελευταῖα 15.000 χρόνια μὲ τὸ λιώσιμο τῶν πάγων ἔχουν ἐπέλθει μεγάλες ἀλλαγὲς στὴν γεωμορφολογία τῶν ἀκτογραμμῶν μας, ἀφοῦ ἡ στάθμη τῆς θαλάσσης ἀνέβηκε συνολικὰ 120-150 μέτρα. Προσθέτοντας τὶς ἐπιπτώσεις τῶν μεγάλων σεισμῶν καὶ τῶν «τσουνάμι» ἡ περιοχὴ τοῦ Ἰονίου γύρω ἀπὸ τὴν Λευκάδα ἀξίζει ἐνδελεχοῦς μελέτης. Γερμανοὶ καὶ Ἕλληνες ἐπιστήμονες ἔχουν ἤδη ἀνακοινώσει σὲ διεθνὲς συνέδριο στὴν Λευκάδα (2006, Πρακτικὰ στὸν Δαῖρπφελντ), ὅτι τὰ τελευταῖα 3.000 χρόνια ἔχουν γίνει τέσσερα τοὐλάχιστον τσουνάμι ἀπὸ βορειοδυτικά, τὰ δύο ἐξ αὐτῶν μεγάλα: α) μεγάλο τὸ 1.000 π.Χ., β) τὸ 300 π.Χ., γ) τὸ 400 μ.Χ., και δ) μεγάλο ἐπίσης περὶ τὸ 1000 ἕως 1400 μ.Χ. Τὰ εὑρήματα τοῦ Δαῖρπφελντ στὸ Νυδρί (βασιλικοὶ τάφοι) χρονολογοῦνται περὶ τὸ 2.500 π.Χ.

Συνθέτοντας τὶς ὁμηρικὲς μελέτες ἀξιολόγων συγγραφέων, τοῦ Κώστα Δούκα («Τὸ μεγάλο μυστικὸ τοῦ Ὁμήρου»), τοῦ Γεωργίου Παξινοῦ («Ἡ πατρίδα τοῦ Ὀδυσσέα ἀποκαλύπτεται») καὶ τοῦ Γιώργου Παπακωνσταντίνου («Τὰ ὁμηρικὰ ἔπη καὶ τὸ πραγματικὸ βασίλειο τοῦ Ὀδυσσέα») κυρίως, ἀλλὰ καὶ ἀρκετῶν ἄλλων, ὅπως τοῦ Μάριου Σίδερη («Ἐν ἀμφιάλῳ Ἰθάκῃ»), τοῦ Ἀλέκου Φίλιππα («Ἡ Λευκάδα ὡς Ὁμηρικὴ Ἰθάκη»), ἐκφράζουμε μιὰ νέα θεωρία γιὰ τὴν τοπογραφία τῆς Ὁμηρικῆς ἐποχῆς, ἡ ὁποία ἑδράζεται περαιτέρω σὲ οἰκεῖες μελέτες ἀνακοινωμένες σὲ τρία διεθνῆ Συνέδρια («Τὸ βυθισμένο Ράριον πεδίο στὸν κόλπο τῆς Ἐλευσῖνος») γιὰ τὴν ἐποχὴ τοῦ Κελεοῦ τῆς Ἐλευσῖνος, τοῦ Κάδμου τῶν Θηβῶν καὶ τοῦ Δαρδάνου τοῦ γενάρχου τῶν Τρώων, μὲ ἄξονα ἀναφορᾶς τὴν χρονολόγησι τῶν τριῶν μεγάλων Κατακλυσμῶν τῆς Ἑλληνικῆς Προϊστορίας (Ὠγύγου, Δευκαλίωνος καὶ Δαρδάνου). Χρονοθετοῦμε τοιουτοτρόπως τὴν ἐποχὴ τῶν Τρωικῶν σὲ παλαιοτάτη περίοδο (τὴν ἕκτη χιλιετία π.Χ.), ποὺ συνάδει μὲ τὴν πρώιμη, διαφορετικὴ ἀπὸ τὴν ἀρχαία κλασική, ὀνοματοδοσία τῶν νήσων τοῦ Ἰονίου καὶ συμφωνεῖ μὲ τὶς Ὁμηρικὲς περιγραφές.

Ἡ παρουσία τῶν Ἑλλήνων στὴν ἀπωτάτη ἀρχαιότητα, μὲ ἀκριβεῖς μάλιστα γραπτὲς ἀναφορὲς σὲ ἀρχαῖα ἱστορικά μας κείμενα, τὴν ὁποία ἔρευνα ἔχει «μπλοκάρει» ἡ λανθασμένη «Ἰνδοευρωπαϊκὴ» θεωρία τοῦ διεθνοῦς ἀκαδημαϊκοῦ κατεστημένου, μᾶς ὠθεῖ νὰ ἑστιάσουμε τὴν ἐποχὴ ἐρεύνης τῶν συναφῶν Γεγονότων καὶ Προσωπικοτήτων μὲ τὴν βοήθεια καὶ τῶν συγχρόνων Γεωλογικῶν Ἐπιστημῶν σὲ τόσο μεγάλο χρονικὸ βάθος. Μὲ ἀναθέσεις μεταπτυχιακῶν καὶ διδακτορικῶν διατριβῶν σὲ νέους φοιτητὲς θὰ μπορούσαμε νὰ ἔχουμε λύσει μέσα σὲ μιὰ δεκαετία ἱστορικὰ ζητούμενα, ποὺ «βασανίζουν» χιλιάδες ἐρευνητὲς ἐπὶ αἰῶνες, χωρὶς νὰ ἔχουν καταφέρει νὰ δώσουν τεκμηριωμένη τελεσίδικη ἀπάντησι. Ὀφείλουμε νὰ ἀναφέρουμε ὡς προλογικὰ στὸ θέμα μας τὰ ἑξῆς πορίσματα οἰκείων ἐρευνῶν:

Α) Κατακλυσμὸς Δαρδάνου (Α΄ καὶ Β΄): σχηματισμὸς ἀνοίγματος Βοσπόρου καὶ Δαρδανελλίων, ξανακλείσιμο Βοσπόρου, ξαναάνοιγμα πορθμοῦ ἐπικοινωνίας Εὐξείνου Πόντου καὶ Αἰγαίου, γεωλογικῶς τεκμηριωμένα πλέον ταῦτα τὰ ἀνοίγματα τὸ 12.500 καὶ τὸ 6.000 π.Χ. περίπου ἀντιστοίχως. Διότι ἔχουμε ἔντονη τῆξι παγετώνων λόγῳ ἀνόδου θερμοκρασίας καὶ στὶς δύο περιπτώσεις. Ἐνδιαμέσως, σημειῶστε, ἔχουμε μείωσι τῆς στάθμης τοῦ Εὐξείνου (παγετωνοποίησις καὶ πάλι λόγῳ παγκοσμίου «κατακλυσμοῦ» ἄλλου τύπου, βλ. Ἀτλαντίς παρακάτω), ἀφοῦ κλείνει ὁ πορθμὸς τοῦ Βοσπόρου. Ἐδῶ ἔχουμε μία ἀκριβεστάτη περιγραφὴ τοῦ κατακλυσμοῦ: «…πρῶτον τοῦ περὶ τὰς Κυανέας στόματος ῥαγέντος (τοῦ Βοσπόρου), μετὰ δὲ ταῦτα τοῦ Ἑλλησπόντου. Τὸ γὰρ ἐν τῷ Πόντῳ πέλαγος… μέχρι τοσούτου πεπληρῶσθαι διὰ τῶν εἰσρεόντων ποταμῶν, μέχρις ὅτου… τὸ ῥεῦμα λάβρως ἐξέπεσεν εἰς τὸν Ἑλλήσποντον, καὶ πολλὴν μὲν τῆς Ἀσίας τῆς παρὰ θάλατταν ἐπέκλυσεν, οὐκ ὀλίγην δὲ καὶ τῆς ἐπιπέδου γῆς ἐν τῇ Σαμοθράκῃ θάλατταν ἐποίησε… ὥς καὶ πόλεων κατακεκλυσμένων. Τῆς δὲ θαλάττης ἀναβαινούσης ἀεὶ μᾶλλον» (Διόδωρος Σικ. Ε΄,47).

Β) Ὤγυγος καὶ Ἐλευσίν: Στὴν «Ὠγυγία» ἀναφέρεται ἐπίσης: «βασιλεύοντος τοῦ Ὠγύγου συνέβη ὁ πρῶτος κατακλυσμὸς εἰς τὴν Ἑλλάδα. Οἱ δὲ ἐγκάτοικοι, ἄλλοι μὲν ἐπνίγησαν, ἄλλοι δὲ ἔφυγον…. Εἶχε δὲ γυναῖκα ὁ Ὤγυγος τὴν Θήβην καὶ ἐγέννησεν ἐξ αὐτῆς τὸν Ἐλευσῖνα. Ὁ μὲν οὖν Ἐλευσὶν ἔκτισε τὴν Ἐλευσῖνα καὶ ἔμεινεν ἐκεῖ μετὰ τὸν κατακλυσμόν» (Ἀθ. Σταγειρίτης). Ὁ δὲ Φερεκύδης μᾶς διασώζει, πὼς φευγόντων ἔπειτα «Ὠγύγου καὶ Θήβης, τῶν Ἀττικῶν αὐτοχθόνων, ἐλθόντων ἐπὶ τὴν Αἴγυπτον, τά τε Μυστήρια πρῶτον αὐτοῖς κατασκευάσασθαι τὰ περὶ τὴν Ἴσιν (Δήμητραν), καὶ θεοὺς ὀνομάσαι μετὰ τὸ κτίσαι Ὤγυγον τὰς ἐκεῖ Θήβας τὴν πόλιν». Εἴμαστε στὸ 12.500 π.Χ. καὶ ἔχουμε τὴν πρώτη Ἐλευσῖνα (σὲ ἄλλη θέσι ἀπὸ τὴν σημερινή), ἀλλὰ καὶ τὶς ἑλληνικὲς Θῆβες τῆς Αἰγύπτου.

Γ) Δάρδανος καὶ Τροία: μὲ ἀκριβεῖς Ὁμηρικὲς ἀναφορὲς γιὰ τὸ γένος τῶν Τρώων ἐκ Δαρδάνου καὶ γιὰ τὴν πρώτη ἄγνωστη εἰσέτι Τροία (ὄχι τὴν γνωστὴ ἑβδόμη στρωματικὰ πόλι τοῦ 1.200 π.Χ. ἀνασκαμμένη στὸ σημερινὸ Χισσαρλίκ). Μιλᾶμε γιὰ τὴν πρώτη καὶ αὐθεντικὴ Τροία, ποὺ οἰκοδομήθηκε λίγο μετὰ τὸν τελευταῖο κατακλυσμό, περὶ τὸ 6.000 π.Χ. «Περὶ δὲ Δαρδάνου φασὶν οἱ παλαιοί… ἀσκὸν ἤ σχεδίαν μετὰ δερμάτων σκευάσας …προσοκείλας τε τῇ Τροίᾳ, μετὰ τὸ ἀναξηρανθῆναι τὸ ὕδωρ τὴν Δαρδανίαν ἔκτισεν ὑψηλοτέραν κειμένην τῆς ὕστερον Ἰλίου, φόβῳ τῆς ἐξ ὑετῶν κατακλύσεως» (Ἀρριανός, ἀπόσπ.). Καὶ ὁ Ὅμηρος (Ἰλιάς, Σ,219) ἐπιβεβαιώνει: «Δάρδανον κτίσσε Δαρδανίην, ἐπεὶ οὔπω Ἴλιος ἱρὴ ἐν πεδίῳ πεπόλιστο πόλις». Ὁ Διονύσιος Ἁλικαρνασσεύς (Ρωμαϊκὴ Ἀρχαιολογία) παραδίδει τὴν γενεαλογία τῶν Τρώων: «Δάρδανος Βάτειαν γαμεῖ τὴν Τεύκρου θυγατέραν καὶ γίνεται παῖς αὐτῷ Ἐριχθόνιος… Ἐριχθονίου καὶ Καλλιρόης τῆς Σκαμάνδρου γίνεται Τρώς, ἀφ’ οὗ τὴν ἐπωνυμίαν τὸ γένος ἔχει… Ὥς μὲν δὴ καὶ τὸ Τρωικὸν γένος ἀρχῆθεν Ἑλληνικὸν ἦν». Ὁ γιός του ὁ Ἴλος ἔκτισε τὸ Ἴλιον (Τροία). Ἀκολουθοῦν ὁ Λαομέδων, ὁ Πρίαμος καὶ ὁ Ἕκτωρ (ἐπὶ Τρωικοῦ πολέμου).

Δ) Ἀτλαντὶς καὶ Ἀθῆνα: ὁ νικηφόρος κοσμοϊστορικὸς πόλεμος Ἑλλήνων-Ἀτλάντων, ὅταν «εἰς ἅπαντας ἀνθρώπους ἡ δύναμις τῆς πόλεως (τῆς Ἀθήνας σὲ ἄλλη θέσι τότε) διαφανὴς ἀρετῇ τε καὶ ῥώμῃ ἐγένετο… τῶν Ἑλλήνων ἡγουμένη». Ἔπειτα συνέβη ἡ καταβύθισις Ἀτλαντίδος καὶ Αἰγηΐδος: «σεισμῶν ἐξαισίων καὶ κατακλυσμῶν γενομένων, μιᾶς ἡμέρας καὶ νυκτὸς χαλεπῆς ἐπελθούσης, τό τε παρ’ ἡμῖν μάχιμον πᾶν ἀθρόον ἔδυ κατὰ γῆς (βύθισις Αἰγηΐδος), ἥ τε Ἀτλαντὶς νῆσος ὡσαύτως κατὰ θαλάττης δύσα ἠφανίσθη» (Τίμαιος, 25C). Μὲ τὸν Πλάτωνα νὰ ἐπιμένῃ γιὰ «ἐνακισχίλια ἔτη» πρὸ Σόλωνος (9.500 π.Χ.), «πολλῶν οὖν γεγονότων καὶ μεγάλων κατακλυσμῶν ἐν τοῖς ἐνακισχιλίοις ἔτεσιν» (Κριτίας, 111a), πράγματι, βρισκόμαστε σὲ ἐνδιάμεση ἱστορικῶς περίοδο παγκοσμίων γεωλογικῶν ἀνακατατάξεων. Ἡ μεγάλη λίμνη Τριτωνὶς π.χ. χάνει τὰ νερά της πρὸς τὸν Ἀτλαντικὸ καὶ γίνεται ἔρημος Σαχάρα: «σεισμῶν γενομένων ἀφανισθῆναι, ῥαγέντων αὐτῆς τῶν πρὸς τὸν ὠκεανὸν μερῶν κεκλιμένων» (Διόδωρος Σικ. Γ΄,55,3), ἐνῷ βιώνουμε νέα μικρὴ παγετώδη περίοδο (Younger Dryas), γεωλογικῶς τεκμηριωμένα ταῦτα. Τότε ἔχουμε καὶ τὸν Κατακλυσμὸ τοῦ Δευκαλίωνος, ὅταν σχεδὸν ἐξέλιπε τὸ ἀνθρώπινο γένος, περὶ τὸ 9.000 π.Χ. Ὁ Ἰουστῖνος παραδέχεται (Δευτέρα Ἀπολογία) πὼς αὐτὸς «ὁ κατακλυσμὸς μηδένα λιπών, ἀλλ’ ἤ τὸν μόνον σὺν τοῖς ἰδίοις, παρ’ ἡμῖν (τοὺς Χριστιανοὺς ἐννοεῖ) καλούμενον Νῶε, παρ’ ὑμῖν δὲ (ἐννοεῖ τοὺς Ἕλληνες) Δευκαλίωνα». Ἡ ἐποχὴ αὐτὴ συγχέεται μὲ τὴν περίοδο ἐκρήξεως τοῦ ἠφαιστείου τῆς Θήρας (τὸ 1.650 π.Χ.), ποὺ ἐπέφερε ἀνάλογες πλὴν τοπικὲς ἐπιπτώσεις, ὥστε κάποιοι μελετητὲς τοποθετοῦν ἑτεροχρονισμένα τὴν Ἀτλαντίδα στὶς Κυκλάδες… Ἀγνοῶντας τέτοια κεφαλαιώδους σημασίας ἱστορικὰ θέματα ἑλληνογνωσίαςκαὶ υἱοθετῶντας ἀνιστόρητες θεωρίες περὶ «ἰνδοευρωπαϊκῆς» καταγωγῆς μας προκύπτουν συνακόλουθα σφάλματα ἱστορικῆς συγχύσεως καὶ ἀναληθείας.

Ε) Κάδμος καὶ Εὐρώπη: Μεταγενέστεροι τῷ ὄντι τῶν Ἑλλήνων λαοί, ὡς οἱ Σημιτοφοίνικες τοῦ 1.200 π.Χ. (ἐνῶ προηγοῦνται αὐτῶν οἱ «προϊστορικοὶ» Ἑλληνοφοίνικες Ἀγήνωρ, Κάδμος, Φοῖνιξ, Εὐρώπη), φέρονται ὡς «ἐφευρέτες» τῶν Γραμμάτων ποὺ «υἱοθέτησαν» οἱ Ἕλληνες ἀργότερα (ἐνῷ συνέβη τὸ ἀντίθετο). Ὁ Ἕλλην Κάδμος νυμφεύθηκε τὴν Ἁρμονία, τὴν ἀδελφὴ τοῦ Δαρδάνου. Γνωρίστηκαν στὴν Σαμοθράκη, ὅταν ἔφθασε ἐκεῖ ὁ Κάδμος κατὰ τὴν ἀναζήτησι τῆς ἀδελφῆς του «Εὐρώπης» (…τῆς κατακεκλυσμένης Ἑλλάδος)! Ἡ Φοινίκη ἐκσημιτίσθηκε πολὺ ἀργότερα, εἶναι δὲ ἑλληνικὴ λέξις ἀρχῆθεν καὶ σημαίνει «πορφυρή». Στὸν διάσημο γάμο Κάδμου καὶ Ἁρμονίας παρευρέθησαν ὅλοι οἱ θεοὶ καὶ ἔκαμαν δῶρα στὸ ζεῦγος. Ἡ κόρη τους Σεμέλη γέννησε μάλιστα τὸν Διόνυσο (τὸν Γ΄)! Ὁ Κάδμος θεωρεῖται στὴν Ἑλλάδα παλαιόθεν ἐφευρέτης τοῦ Ἀλφαβήτου! «Ἡ Κάδμου γραμματικὴ ἐπί τε τῶν Τρωικῶν ἠσκεῖτο» (Σχόλ. εἰς Ἑρμογένην). Ὁ Ἡρόδοτος βεβαιώνει: «εἶδον καὶ αὐτὸς Καδμήια γράμματα ἐν τῷ ἱρῷ τοῦ Ἀπόλλωνος τοῦ Ἰσμηνίου ἐν Θήβησι τῇσι Βοιωτῶν, ἐπὶ τρίποσι τισὶ ἐγκεκολαμμένα, τὰ πολλὰ ὅμοια ἐόντα τοῖσι Ἰωνικοῖσι. Ὁ μὲν εἷς τῶν τριπόδων ἐπίγραμμα ἔχει: Ἀμφιτρύων μ’ ἀνέθηκ’ ἐνάρων ἀπὸ Τηλεβοάων». Ὁ Ἀμφιτρύων καὶ ἡ Ἀλκμήνη εἶναι οἱ γονεῖς τοῦ Ἡρακλέους. Ἀπὸ τότε ἔχουμε Ἀλφάβητο (καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ 800 π.Χ.)! Ὁ Παλαμήδης τῶν Τρωικῶν εἶναι μάλιστα ὁ ἐφευρέτης τοῦ Δωρικοῦ Ἀλφαβήτου, ἀλλὰ ἕπεται τοῦ Κάδμου. Τηλεβόες εἶναι οἱ Τάφιοι…

ΣΤ) Κελεὸς καὶ Ἐλευσίνια Μυστήρια: Ὅπως ἡ «Εὐρώπη» (Ἑλλάς) ἀπήχθη ἀπὸ τὸν Δία, ἔτσι καὶ ἡ Κόρη (Περσεφόνη) ἀπήχθη ἀπὸ τὸν Ἅδη τὴν ἴδια ἐποχή (6.000 π.Χ.), προσωποποιῶντας τὸ γεγονὸς τοῦ (τρίτου) Κατακλυσμοῦ (τοῦ Δαρδάνου). Στὴν πρώτη περίπτωσι ὁ μῦθος τῆς «Εὐρώπης» μᾶς δεικνύει τὴν ἐξάπλωσι τοῦ Ἑλληνισμοῦ σὲ ὅλη τὴν Μεσόγειο καὶ τὸ ἐνδιαφέρον γιὰ τὴν ἐξαφάνισι-καταστροφὴ ὅλων τῶν παραλιακῶν ἐκτάσεων καὶ πόλεων, μὲ ἐπίκεντρο τὴν Σαμοθράκη (ἕδρα Καβειρίων Μυστηρίων). Στὴν δεύτερη περίπτωσι ὁ μῦθος βοηθάει στὴν κεντρικὴ ἰδέα τῶν Ἐλευσινίων Μυστηρίων, ποὺ ἵδρυσε ὁ Εὔμολπος ἐκ Θράκης μαζὶ μὲ τὸν Κελεό, τὸν ἐκλεκτὸ βασιλέα τῆς Ἐλευσῖνος, κατ’ ἐντολὴν τοῦ ἱερατείου τῆς Σαμοθράκης (ἀνάλογα ἔπραξε καὶ ὁ Κάδμος ἐρχόμενος στὴν Θῆβα). Τὰ Μυστήρια τῆς Μητρὸς καὶ Κόρης ἑρμηνεύουν στοὺς μυημένους τὸ νόημα τῆς (αἰωνίου) Ζωῆς καὶ τοῦ Θανάτου (τελευτῆς προσωρινοῦ ἐπιγείου βίου). Ἔχει καταστραφεῖ ἡ πρώτη Ἐλευσῖνα ἐπὶ Δευκαλίωνος (9.000 π.Χ.), ἔχει κτισθεῖ ἔπειτα ἡ δεύτερη ἀπὸ τὸν Ἐλευσῖνα γιὸ τῆς Δάειρας καὶ τοῦ Ἑρμοῦ στὴν σημερινὴ θέσι (Παυσανίας), ἀλλὰ μεγάλο μέρος τοῦ Ραρίου πεδίου ἔχει τώρα βυθισθεῖ. Περὶ αὐτῶν συγγράφουμε τὸ ἑπόμενο βιβλίο «Ἱερὰ Ἐλευσίς, Μυστήρια καὶ Ἀποκαλύψεις», μετὰ καὶ τὶς ἀνακοινώσεις μας σὲ διεθνῆ συνέδρια.

Ἐρχόμαστε τώρα στὸ Ἰόνιο κατὰ τὴν Ὁμηρικὴ Ἐποχή, μετὰ τὸν τελευταῖο Κατακλυσμό, γύρω στὸ 6.000 π.Χ. (βλ. εἰκόνα):

Ζ) Δουλίχιον καὶ Ἰθάκη: ἔχουμε τὸ ἀκριβὲς γεωγραφικὸ στίγμα τῆς Ὁμηρικῆς Ἰθάκης τοῦ Ὀδυσσέως, ὡς κειμένης βορειοδυτικῶς τῶν ἄλλων τριῶν μεγάλων νήσων τοῦ Ἰονίου, «πρὸς ζόφον», ἐνῷ ὑπῆρχαν καὶ πολλὰ μικρότερα νησιά, Τάφος (Θιάκι), Κροκύλεια (Μεγανήσι), Αἰγίλιψ (Κάλαμος), Ἀστερίς (Ἀρκούδι): «Ναιετάω δ’ Ἰθάκην εὐδείελον. Ἕν δ’ ὄρος αὐτῇ Νήριτον, εἰνοσίφυλλον, ἀριπρεπές. Ἀμφὶ δὲ νῆσοι πολλαὶ ναιετάουσι μάλα σχεδὸν ἀλλήλοισι, Δουλίχιόν τε Σάμη τε καὶ ὑλήεσσα Ζάκυνθος. Αὐτὴ δὲ χθαμαλή, πανυπερτάτη εἰν’ ἁλὶ κεῖται πρὸς ζόφον, αἱ δὲ τ’ ἄνευθε πρὸς ἠῶ τ’ ἠέλιόν τε» (Ὀδύσσεια). «…καὶ Κροκύλει’ ἐνέμοντο καὶ Αἰγήλιπα τρηχεῖαν» (Ἰλιάς). «Ἔστι δέ τις νῆσος μέσσῃ ἁλὶ πετρήεσσα, μεσσηγὺς Ἰθάκης τε Σάμοιό τε παιπαλοέσσης, Ἀστερίς, οὐ μεγάλη, λιμένες δ’ ἔνι ναύλοχοι αὐτῇ ἀμφίδυμοι» (…οἱ μνηστῆρες ἔστησαν καρτέρι γιὰ τὸν Τηλέμαχο σὲ ἀκατοίκητο μικρὸ νησάκι, ἀνάμεσα σὲ Ἰθάκη-Λευκάδα καὶ Σάμο-Κεφαλληνία, τὴν Ἀστερίδα). Ἡ Τάφος-Θιάκι ἀνῆκε στὸν φίλο βασιλέα Μέντη, γιὸ τοῦ Ἀγχιάλου, ποὺ ὑπεραγαποῦσε τὸν Ὀδυσσέα.

Τὸ μεγαλύτερο νησὶ εἶναι (…ἦταν) τὸ Δουλίχιον (ἡ μετέπειτα Ἀκαρνανία ὡς νῆσος τότε) «πρὸς ἠῶ» (ἀνατολικῶς τῆς Λευκάδος-Ἰθάκης) – σκεφθῆτε πότε ἑνώθηκε ἡ Ἀκαρνανία μὲ τὴν Αἰτωλία λόγῳ προσχώσεων, κυρίως τοῦ ποταμοῦ Ἀχελώου, δηλαδὴ πόσο πίσω πρέπει νὰ πᾶμε στὸν χρόνο… Ἀκολουθεῖ ἡ Σάμη (ἡ σημερινὴ Κεφαλληνία) καὶ ἡ Ζάκυνθος, «πρὸς ἠέλιον» (νοτίως τῆς Λευκάδος-Ἰθάκης). Στὴν Ἰθάκη μποροῦσες νὰ πᾶς καὶ πεζός, «πεζὸν ἐνθάδ’ ἱκέσθαι», μὲ «ἴθμα» (βῆμα) περπατῶντας σὲ μιὰν ἄκρη (μακρόστενη ξηρά), ἐξ οὗ ἡ ὀνομασία ΙΘ-ΑΚΗ (Κ.Δούκας). Ἔξεχε σὰν «κεφάλι» ἀπὸ τὴν ἠπειρωτικὴ χώρα (τὴν «ἀκτὴν ἠπείροιο»), τὴν Ἤπειρο δηλαδή (σημερινὴ Πρέβεζα), γι’ αὐτὸ οἱ ὑπήκοοι τοῦ Ὀδυσσέως ὠνομάζονταν καὶ Κεφαλλῆνες («Κεφαλλήνεσιν ἀνάσσων»). Κατ’ ἀντίθεσιν ἴσως ὠνομάστηκαν ἀργότερα οἱ Δουλιχιεῖς Ἀκαρνᾶνες («ἀ-κέφαλοι», «ἀ-καρα-νᾶνες). Ἡ ὀνομασία «Ἀκαρνανία» εἶναι ἄγνωστη στὸν Ὅμηρο καὶ δόθηκε ἀφοῦ ἐξηπειρώθηκε πλέον τὸ Δουλίχιον μὲ τὶς προσχώσεις τῶν αἰώνων, ὁπότε ἄλλαξε ὄνομα (χάθηκε πλέον τὸ Δουλίχιον).

Ἡ σημερινὴ χερσόνησος τῆς Πλαγιᾶς χωριζόταν τότε διὰ θαλάσσης ἀπὸ τὸ Δουλίχιον-Ἀκαρνανία, ἐνῷ ἦταν προσκολλημένη στὴν Λευκάδα. Ἡ Ὁμηρικὴ Ἰθάκη ἦταν λοιπὸν ἡ σημερινὴ Λευκάδα σὺν ἡ Πλαγιά. Καταφεύγοντας ὁ Ὀδυσσεὺς καὶ οἱ σὺν αὐτῷ στὴν οὐδέτερη νῆσο Τάφο τοῦ φιλτάτου Μέντη, ὅταν κατεδιώχθησαν ἀπὸ τοὺς συγγενεῖς τῶν μνηστήρων μετὰ τὴν μνηστηροφονία, μεταφέρθηκε πλέον ἐκεῖ καὶ τὸ ὄνομα Ἰθάκη (σημερινὸ Θιάκι). Σημειωτέον, ἀπὸ τὴν Τάφο δὲν ὑπῆρχε κανεὶς μνηστῆρας. Τίποτε ἄλλο δὲν συνδέει τὴν Ἰθάκη μὲ τὸ Θιάκι, ὅπως ἀναλύεται παρακάτω. Ὁ ἐπαναλαμβανόμενος χαρακτηρισμὸς «ἀμφιάλῳ Ἰθάκῃ» καὶ ὄχι «νῆσος» ἀποτελεῖ πρόσθετο στοιχεῖο προσδιορισμοῦ της καὶ ἀποκλείει τὴν σημερινὴ Ἰθάκη καὶ τὴν Κεφαλληνία. Μοιάζει δηλαδὴ περισσότερο μὲ χερσόνησος ἡ Ἰθάκη. Ἀπορρίπτονται ἐπίσης, διότι κεῖνται μακρὰν τῆς ἠπειρωτικῆς στεριᾶς.

«Ἕν ὄρος αὐτῇ Νήριτον» (στὴν Λευκάδα-Ἰθάκη), ἀλλὰ ὡς «παιπαλόεσσα, κραναή, τρηχίη» εἶχε πολλὰ ἄλλα μικρὰ βουναλάκια. Ἀπομένει νὰ ἐντοπισθῇ ἡ ἕδρα τοῦ Ὀδυσσέως (ὁ δῆμος Ἰθάκης) κάτω ἀπὸ τὸ βουνὸ Νήιον («ὑπονηΐῳ»), ποὺ φαίνεται πὼς ξεχωρίζει ἀπὸ τὸ Νήριτον. Τὸ Νήιον εἶναι πιθανώτατα: 1) οἱ σημερινοὶ Σκάροι, ὁπότε τὸ ἀνάκτορο τοῦ Ὀδυσσέως εἶναι εἴτε στὸ Νυδρί, εἴτε στὴν Νικιάνα (ἔνθεν ἤ ἐκεῖθεν τοῦ Νηΐου), ἤ 2) ἡ σημερινὴ χερσόνησος Πλαγιά, ποὺ ξεχωρίζει ἀφ’ ἑνὸς ἀπὸ τὸ Νήριτον (Λευκάδα), ἀφ’ ἑτέρου εἶναι ἐγγύτερα στὸ πέρασμα πρὸς τὴν Ἤπειρο, δικαιολογῶντας ἐτυμολογικῶς τὴν ὀνομασία «Ἰθάκη», τὴν δυνατὴ πρόσβασι πεζῇ, καθὼς καὶ τὴν μεταφορὰ τῶν ζώων στὴν ἀπέναντι ἀκτὴ τῆς Ἠπείρου. Κλίνω πρὸς τὴν δεύτερη ἄποψι, ἐπειδὴ συγκεντρώνει τὰ περισσότερα ταυτοτικὰ στοιχεῖα (Γ.Παξινός).

Ὁ συνδυασμὸς Λευκάδος-Πλαγιᾶς δικαιολογεῖ τὸν χαρακτηρισμό «χθαμαλὴ πανυπερτάτη», δηλαδὴ ἡ Ἰθάκη ἔχει ἕνα χαμηλὸ μέρος στὴν ἀρχή, βλέποντάς την κάποιος ἀπὸ τὸν δῆμο Ἰθάκης καὶ ἀπὸ τὸ ἀνάκτορο τοῦ Ὀδυσσέως (εὑρισκόμενος δηλαδὴ στὴν Πλαγιά) καὶ ἕνα πανύψηλο μέρος κατόπιν (τὴν Λευκάδα). Στὴν Ἰλιάδα ξεχωρίζει ὁ Ὅμηρος τὸ Νήριτον ἀπὸ τὴν Ἰθάκη: «Ὀδυσσεὺς ἦγε Κεφαλλῆνας μεγαθύμους, οἱ ῥ’ Ἰθάκην εἶχον καὶ Νήριτον εἰνοσίφυλλον καὶ Κροκύλει’ ἐνέμοντο καὶ Αἰγίληπα τρηχεῖαν, οἵ τε Ζάκυνθον ἔχον ἠδ’ οἵ Σάμον ἀμφενέμοντο, οἵ τ’ ἥπειρον ἔχον ἠδ’ ἀντιπέραι’ ἐνέμοντο…». Ταυτίζουμε ἔτσι τὸ Νήριτον μὲ τὴν Λευκάδα καὶ τὸν δῆμο Ἰθάκης μὲ τὴν Πλαγιά.

«Ναιετάω δ’ Ἰθάκην εὐδείελον», «κατοικῶ στὴν Ἰθάκη μὲ τὰ ὡραῖα δειλινά», λέγει ὁ Ὀδυσσεὺς γιὰ τὴν ἕδρα του (κατοικία). Τὸ δειλινὸ φαίνεται ὅμως μόνον ἀπὸ τὴν Πλαγιά καὶ ὄχι ἀπὸ τὸ Νυδρί ἤ τὴν Νικιάνα (…οὔτε φυσικὰ βλέπει δειλινὸ κανεὶς ἀπὸ τὸ Θιάκι)! Ὁ Λαέρτης, ὁ πατέρας τοῦ Ὀδυσσέως, εἶχε φροντίσει γιὰ τὴν ἀσφάλεια τοῦ δήμου Ἰθάκης καὶ εἶχε καταλάβει τὴν ἀπέναντι στενὴ ἠπειρωτικὴ παραθαλάσσια περιοχή (σημερινὴ Πρέβεζα), ὅπου ἦταν ἀρχικῶς ἡ πόλις Νήρικος (πιθανώτατα στὰ ὅρια τῆς μετέπειτα Κασσώπης). Ἐκεῖ ἔβοσκαν τὰ βόδια μὲ τὸν Φιλοίτιο, ποὺ τὰ πέρναγε εὔκολα ἀπέναντι μὲ μαούνα-πορθμεῖον (ἀπὸ τὸ μετέπειτα Ἄκτιον ἤ Ἀνακτόριον). Ἡ Νήρικος ἦρθε στὴν Λευκάδα πολὺ ἀργότερα (ἐπὶ Κορινθίων). Ὁ Ἀμβρακικὸς εἶχε πολὺ μεγαλύτερο βάθος, ποὺ προσχώθηκε σταδιακά.

Τὸ Δουλίχιον δὲν ἀνῆκε στὴν ἐπικράτεια τοῦ Ὀδυσσέως. Εἶχε δικό του βασιλέα, τὸν Μέγη. Μάλιστα αὐτὸς ἐξουσίαζε καὶ τὶς ἱερὲς Ἐχινάδες νήσους, πρᾶγμα φυσικόν, ἀφοῦ βρίσκονται στὴν συνέχεια τῆς Ἀκαρνανίας: «Οἵ δ’ ἐκ Δουλίχοιο Ἐχινάων θ’ ἱεράων νήσων, τῶν δ’ αὖ ἡγεμόνευε Μέγης» (Ἰλιάς). Συνεισέφεραν στὸν Τρωικὸ πόλεμο 40 πλοῖα, πρᾶγμα ποὺ δικαιολογεῖται ἀπὸ τὴν μεγάλη ἔκτασι τοῦ Δουλιχίου. Ἐπίσης ἐξ αὐτοῦ προέρχονταν οἱ περισσότεροι μνηστῆρες (βλ. πίνακα). Τὸ αἴνιγμα «Δουλίχιον» καὶ «ἀκτὴ ἠπείροιο» ἔλυσε πρῶτος ὁ Γ.Παπακωνσταντίνου. Ἀπομένει ἡ Γεωλογικὴ ἔρευνα!

Ἤδη ἡ Λακεδαίμων τῆς Τρωικῆς ἐποχῆς βρέθηκε ἀπὸ τὸν ἀρχαιολόγο Θ.Σπυρόπουλο, ὄχι στὴν Σπάρτη ἀλλὰ στὴν Πελλάνα τῆς Λακωνίας, καὶ μάλιστα ἀκριβῶς ὡς λέγει ὁ Ὅμηρος. Ἦταν «κητώεσσα» μέσα σὲ λιμνοθάλασσα (Λακε- Lake) μὲ μεγάλα ψάρια, «ἡ τότε ποτέ οὖσα ὑφ’ ἡλίῳ νῆσος ἱερά» (-δαίμων)! Ὁ ἀρχαιολόγος Ἀδαμάντιος Σάμψων ἔχει ἐπίσης ἀνακαλύψει σὲ βραχονησίδα κοντὰ στὴν νῆσο Κῶ μεταλλουργικὴ ἐπεξεργασία Χαλκοῦ, περὶ τὸ 5.500 π.Χ. Αὐτὸ σημαίνει, ἀφ’ ἑνὸς ὅτι δὲν ἰσχύει ἡ κατάταξις περὶ Νεολιθικῆς ἐποχῆς ἕως τὸ 2.800 π.Χ. καὶ ἐποχῆς Χαλκοῦ κατόπιν, καὶ ἀφ’ ἑτέρου σημαίνει ὅτι δὲν ἦταν βραχονησίδα τότε (μετὰ τὴν Κῶ), ἀλλὰ ἦταν ἑνωμένη μὲ τὴν Μικρασιατικὴ ἀκτή. Ἄρα ὑφίσταται ἐποχὴ Χαλκοῦ πρὶν τὸν τελευταῖο Κατακλυσμό (τοῦ Δαρδάνου), διότι κατόπιν αὐτοῦ ἔγινε βραχονησίδα (…δὲν θὰ ἔφτιαχναν ἐργοστάσιο σὲ βραχονησίδα). Ὥστε ὑπῆρχε δυνατότης χρήσεως χάλκινων ὅπλων ἐπὶ Τρωικοῦ πολέμου (τότε)! Ἄλλο νέο στοιχεῖο ἑτεροχρονισμοῦ εἶναι οἱ χιλιάδες πινακίδες μὲ γραφὴ σὲ περιοχὴ τοῦ Δουνάβεως (Vinca), τῆς ἕκτης χιλιετίας π.Χ. (βλ. καὶ Δισπηλιὸ Καστοριᾶς). Μελετῶνται ἀπὸ τὸν Harald Haarmann (Φινλανδία). Ὥστε ἀνατρέπεται (καὶ) ἡ ἱστορία τῆς Γραφῆς, ὅτι δηλαδὴ προηγεῖται ἡ Μεσοποταμία μὲ πρώτη τὴν εἰκονογραφικὴ γραφὴ τοῦ 3.400 π.Χ.…