Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΕΛ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 14 Απριλίου 2018

Κεκρωπία, θεά Ἀθηνᾶ, καὶ ἡ πόλη τῶν Ἀθηνῶν



Κάποτε πρὶν πολλά χρόνια ὅταν στὸν Ὄλυμπο κατοικοῦσαν οἱ δώδεκα θεοί σε μία ὄμορφη πόλη της Ἑλλάδας, Κεκροπία την ἔλεγαν, βασίλευε ἕνας περίεργος ἄρχοντας. Ἀπὸ τὴ μέση καὶ πάνω ἦταν ἄνθρωπος καὶ ἀπό τὴ μέση καὶ κάτω φίδι. Αὐτὸς ἦταν ο Κέκροπας, ὁ ξακουστός.

Το φωτεινό ἥλιο της Κεκροπίας καὶ τις πολλές ὀμορφιές της, καμάρωναν ὁ Ποσειδῶνας καὶ ἡ Ἀθηνᾶ καὶ ὁ καθένας ἤθελε αὐτή τὴ φημισμένη πόλη δική του.

Κανένας ἀπὸ τους δύο δὲν ὑποχωροῦσε καὶ ὁ Δίας ἀφοῦ κουράστηκε ἀπὸ τους καυγᾶδες τους, τους ἔστειλε στὸν Κέκροπα νὰ βρεῖ ἐκεῖνος τὴ λύση. Ο Κέκροπας, ποῦ ἦταν δίκαιος καὶ συνετός, ὅλοι το ἔλεγαν αὐτὸ, ἀφοῦ σκέφτηκε πολύ πρότεινε:

Δῶρα στὴν πόλη μας οἱ θεοί ἄς χαρίσουν καὶ οἱ ντόπιοι ἄρχοντες ἄς ἀποφασίσουν ποῖο ἀπ’ τα δῶρα την πόλη μας θὰ ὠφελήσει κι ὅποιος το πρόσφερε τὴ νίκη θὰ κερδίσει.

Καὶ ἔτσι μία ἡλιόλουστη μέρα οἱ δύο θεοί ἀνέβηκαν με μεγαλοπρέπεια πάνω στὸ βράχο της Ἀκρόπολης. Ἀπὸ κάτω οἱ κάτοικοι της Κεκροπίας καὶ ψηλά ἀπὸ τον Ὄλυμπο οἱ ἀθάνατοι θεοί, περίμεναν με δέος καὶ ὑπομονή νὰ ἀντικρύσουν τα θεϊκά δῶρα.

Ὁ Ποσειδῶνας σοβαρός, ἀγέρωχος καὶ ἀποφασιστικός χτύπησε με τὴ μεγάλη τρίαινά του το βράχο καὶ ἀμέσως ἀναπήδησε ἕνα ἄσπρο, περήφανο, πολεμικό ἄλογό Ξαναχτυπάει καὶ δεύτερη φορά καὶ ἀπὸ το γκρίζο πέτρωμα του βράχου ἄρχισε νὰ ἀναβλύζει πεντακάθαρο γάργαρο νερό.

- Αὐτὰ εἶναι τα δῶρα μου, εἶπε ὁ Ποσειδῶνας με τὴ δυνατή, βροντερή φωνή του. Νερό γιὰ την πόλη καὶ γερά ἄλογα νὰ πολεμᾶτε τους ἐχθροὺς σας...

Ὅταν δοκίμασαν το νερό οἱ τοπικοί ἄρχοντες διαπίστωσαν πῶς ἦταν ἁλμυρό, γιατί ἦταν θαλασσινό.

Ἡ Ἀθηνᾶ πλησίασε ἤρεμη, περήφανη καὶ πάνοπλη καὶ κάρφωσε το κοντάρι της στὸ βράχο της Ἀκρόπολης... Ἀμέσως φύτρωσε ἕνα χαμηλό δέντρο με ἀσημοπράσινα φύλλα καὶ μικρούς μαύρους καρπούς.

- Αὐτό εἶναι το δῶρο μου του εἶπε...Ὅταν πεινᾶτε θὰ τρῶτε αὐτὸν τον καρπό θὰ τον λιώνεται καὶ θὰ ’χετε λάδι στὸ φαγητό το χειμῶνα με τα κρύα καὶ τα χιόνια τα πολλά κάψτε τα κλαδάκια του καὶ ζεσταθεῖτε στὴ φωτιά!

Ὁ Κέκροπας καὶ οἱ ἄλλοι τοπικοί ἄρχοντες ἔκριναν πώς το δῶρο της Ἀθηνᾶς ἦταν πιὸ χρήσιμο καὶ της χάρισαν τὴ νίκη, ἄλλαξαν μάλιστα το ὄνομα της πόλης τους καὶ ἀπὸ Κεκροπία την ὀνόμασαν Ἀθήνα.

Ἡ θεά ἀπὸ τότε ἔγινε προστάτης της πόλης καὶ την ἔκανε γνωστή σε ὅλο τον κόσμο γιὰ τὴ φιλοσοφία, τις τέχνες καὶ τον πολιτισμό της. Μεγάλοι καί σπουδαῖοι σοφοί γεννήθηκαν στὴν Ἀθήνα, καὶ ἡ θεά ἦταν πάντα κοντά τους νὰ τους στηρίζει καὶ νὰ τους ἐνθαρρύνει...

Καὶ ἀργότερα με τα κλαδιά της ἐλιᾶς ἔφτιαχναν στεφάνι γιὰ τους νικητές τῶν Ὀλυμπιακῶν ἀγώνων, καὶ το κλαδί της ἐλιᾶς στὸ ράμφος ἑνός περιστεριοῦ ἔγινε σύμβολο της εἰρήνης...


Πέμπτη 12 Απριλίου 2018

Τὸ τέλος τῶν μνηστήρων

Κανένα ὄνομα στὰ Ὁμηρικά ἔπη δὲν εἶναι δοσμένο στὴν τύχη!


Ὁ ὈΜΗΡΟΣ δημιουργός τους ἔχει κρύψει τα δῶρα τους καὶ τα νοήματα τους στὸ ἄντρο τῶν Ναϊδων ὕστερα ἀπὸ τον διάλογο του με την Ἀθηνᾶ κάτω ἀπό μία ἐλιὰ πρὶν ξεκινήσει την διαδρομή γιὰ το παλάτι του Νοῦ καὶ διεκδικήσει την ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ του με μία εὐθύγραμμη δρασκελιά.


Στὸ χέρι μας εἶναι νὰ τα ἀποκρυπτογραφήσουμε καὶ νὰ πάρουμε την ζωή μας πίσω με ὅλα τα ὄνειρα ποῦ κάναμε σὰν ΤΗΛΕΜΑΧΟΙ ΠΑΙΔΙΑ.


Γιατί ὁ Ὀδυσσέας ξεκινᾶ ἀπὸ τον Ἀντίνοο ποῦ εἶναι ἰσχυρότερος ἀντίπαλός του;


Ἡ λέξη μιλᾶ ἀπὸ μόνη της. Εἶναι ἡ ΑΝΤΙΝΟΗΣΗ. Βρίσκεται πίσω ἀπὸ κάθε παράλογη λογική ποῦ στραγγαλίζει σκοτώνει τον ἄνθρωπο καὶ ὅτι γύρω του ἀνθεῖ μαζί με τον ΜΕΛΑΝΘΙΟ ποὺ τον ὑπηρετεῖ. Ὅμως εἶναι καὶ το κέντρο τῶν ἀποφάσεων ποῦ βρίσκεται στὸ λαιμό. Ἔτσι ὁ Ὀδυσσέας παίρνει πίσω την ἱκανότητα νὰ ἀποφασίζει σταθερά καὶ με διαύγεια.


Ὁ ἑπόμενος εἶναι ΕΥΡΥΜΑΧΟΣ ΕΥΡΥΝΟΜΟΣ , μεγάλος μνηστῆρας της μάχης με μεγάλη νομή καὶ φαρδείς νόμους καὶ νομούς, πολλά παραθυράκια γιὰ νὰ ξεφεύγει, ἀνούσιες μάχες ἐντυπώσεων καὶ ἐπιδείξεων μπαλκόνια καὶ ζητωκραυγές. Ὁ Ὀδυσσέας σημαδεύει το συκώτι του. Γιατί το συκώτι; Γιατί ἡ ἄνομη ἐξουσία τῶν μεγάλων καταχρήσεων ἀπὸ το συκώτι της φαίνεται .Ο τρίτος ποῦ σκοτώνεται ἀπὸ τον ΤΗΛΕΜΑΧΟ εἶναι ὁ ΑΜΦΙΝΟΜΟΣ. Η διαστρέβλωση μαζί με τα παραθύρακια του ἄδικου νόμου, εἶναι ὁ μνηστῆρας με την τριγύρω νομή καὶ ἔκταση τῶν ἀμφιλεγόμενων νόμων του.


Ὅταν φθάνει στὴ Ἰθάκη ὁ Ὀδυσσέας κατευθύνεται στὸ καλύβι του Εὔμαιου. Δὲν πηγαίνει ἀμέσως στὸ παλάτι γιατί θέλει νὰ ἀνιχνεύσει την κατάσταση καὶ νὰ δεῖ πώς ἔχουν τα πράγματα. Δὲν προσπαθεῖ νὰ μιλήσει στὸν λαό. Εἶναι μάταιο. Ο λαός της Ἰθάκης εἶναι ἀδιάφορος, ἀποχαυνωμένος, κουρασμένος, ἐξαντλημένος ἀπὸ τις ἐργασιακές καὶ οἰκονομικές συνθῆκες ποῦ φυτοζωεῖ. Η παιδεία του συστήματος ἔχει σακατέψει το μυαλό του καὶ δὲν μπορεῖ νὰ σκεφτεῖ. Δὲν μπορεῖ νὰ καταλάβει ποῖος εἶναι ὁ ρόλος των μνηστήρων ποῦ ἔχουν στρογκυλοκαθίσσει στὸ τραπέζι καὶ τρῶνε καὶ πίνουν σε βάρος του. Τους γνωρίζει ἀλλὰ νιώθει ἀνήμπορος νὰ κάνει ὁτιδήποτε γιατί ἔχει προδοθεῖ πολλές φορές ἀπὸ τους ἴδιους. Στήν συνέλευση ποῦ καλεῖ ὁ Τηλέμαχος παραμένει αμέτοχος και με παρέμβαση των Μνηστήρων παίρνει ένα πλοίο να μεταβεί στη Πύλο και στην Σπάρτη, με σκοπό φυσικά την εξόντωση του στο καρτέρι της Αστερίδος. Ο Οδυσσέας φορά την τετράπυχη ἀσπίδα, συμβουλεύει τον Ἀμφίνομο νὰ ἀποχωρήσει καὶ νὰ ἐξετάσει τον ρόλο του ἀλλὰ αὐτὸς παραμένει.

Οἱ ἑπόμενοι εἶναι οἱ κάτωθι σε σειρά ἑρμηνευτική:
Ὁ ἈΓΕΛΑΟΣ.
Αὐτὸς ποῦ ἄγει τον λαό, ποῦ τον παρασύρει με την βοήθεια του Ἀντίνοου.
Ποῦ τον μετατρέπει σε κατευθυνόμενη ἀγέλη. Με τις πλάτες καὶ την ὑποστήριξη των δύο ἀρχηγικῶν μνηστήρων, ὁ Ἀγέλαος ἀπὸ ἕνα ἄκρατο ἰδεαλισμό ποδηγετεῖ τον λαό φθάνοντας μέχρι ἕνα στυγνό ὑλισμό. Δικτάτωρ, λαϊκιστής, τυχοδιώκτης, πνευματιστής, ὑλιστής, θεοκρατικός, προλεταριακός, ὁδηγεῖ τις ἀμορφοποίητες μᾶζες σε μία ἄσκοπη αἱματοχυσία.. Ὁ Εὐρύμαχος-Εὐρύνομος τον προωθεῖ με τα ἑκάστοτε μαζικά μέσα ἀποβλάκωσης της ἐποχῆς καὶ τα παράθυρα, τις μάχες, τις πόρτες καὶ τους νόμους ποῦ ἀνοίγει.

ΛΕΙΩΔΗΣ
Ὁ λεῖος γυαλιστερός Λειώδης εἶναι ἕνας μάντης. Ἕνας γλοιώδης μάντης τῶν μνηστήρων ποῦ προφητεύει ὅτι ὁ Ὀδυσσέας ἔχει χαθεῖ καὶ οἱ τραπεζοφάγοι ὀργιάζουν ἀνενόχλητα.

Καφετζούδες, χαρτορίχτρες, ρούνοι, ἀστρόπληκτοι, λεῖες γυάλινες σφαῖρες, καὶ ἐντόσθια ζώων ἐπιδίδονται στὴν μαντεία καὶ στὴν κερδοσκοπία. Ἀπὸ τον ἀναίσχυντο τσαρλατανισμό στὴν … βαθειά ἄγνοια. Γιατί συντρώγει με τους μνηστῆρες παρά τους πόδας του Ἀντίνοου καὶ του Εὐρύμαχου;
Ἡ ἀδυναμία του ἀνθρώπου νὰ ἐξηγήσει κάποια φαινόμενα, ἡ ἀβεβαιότητα καὶ ἡ ὁμίχλη ἑνὸς δρόμου, ἡ ἔλλειψή αὐτογνωσίας, ὁ φόβος του θανάτου τον ὁδηγοῦν σε ἱστούς ἀραχνῶν καὶ μελλοντολόγων.

ΕΥΡΥΔΑΜΑΣ γόνος του δήμου μεγάλος, τα τζάκια, τα μαγαζιά της οἰκογενειοκρατίας μιᾶς μαφίας, μεγάλα ὀνόματα σε συνεχῆ βασιλεία. Γιοὶ, κόρες ξαδέρφια, ἐγγονοὶ καὶ ἀνεψιοί καὶ οἱ γυναῖκες τους, κουμπάροι συμπεθέροι.

ΔΗΜΟΠΤΟΛΕΜΟΣ, ὁ πόλεμος του λαοῦ σε ξέφρενες πορεῖες, σπασμένα κεφάλια σπασμένα τζάμια, σπασμένες βιτρίνες λεηλατημένα καταστήματα, νεκρά παιδιά χειραγωγούμενος ἀπὸ τον μεγάλο μνηστῆρα, το κράτος βίας καὶ ἀναρχίας.

ΠΟΛΥΒΟΣ πλούσιος πολύ με πολλά βόδια, ποδοσφαιρικές ὁμάδες, πλοιοκτήτης καὶ φιλανθρωπικά σωματεῖα, ἀλληλοβραβεία ἐπωνύμων με γκαλά καὶ φλάς της δημοσιότητας.                   
ΚΤΗΣΙΠΠΟΣ, ὁ ἔχων στὴν κατοχή του, ἄλογα καὶ ἔλλογα μέσα ποῦ τρέχουν συνεχῶς ἐφημερίδες κανάλια πρακτορεῖα.                                                                                                               
ΠΕΙΣΑΝΔΡΟΣ, ἡ κλίκα των μεγαλοδικηγόρων ρητόρων, λύνουν δένουν ἀγορεύουν, κόβουν καὶ ράβουν τους νόμους στὰ μέτρα τους καὶ μόνο αὐτοὶ μποροῦνε νὰ τους γνωρίζουν τόσο πολύπλοκοι ποῦ εἶναι, ἐσκεμμένα γιὰ νὰ μὴν βγάζει κανείς ἄκρη Ἕνας ἀθῶος ἄνθρωπος, ἄν βρεθεῖ στὸ ἔλεος τους θὰ καταλήξει φτωχός καὶ δὲν θὰ βρεῖ το δίκιο του. Μαζί με τα περισσότερα τσιράκια τῶν καναλαρχῶν τῶν δημοσιοκάφρων μιλοῦν ἀτελείωτα ἀπὸ καθέδρας καὶ πείθουν τους ἄντρες καὶ τον κόσμο ὅτι «ὁ γάιδαρος πετάει» μαζί με παράλογη λογική τους. «Οἱ ἄνθρωποι θὰ σκεφτοῦν ὅτι τους πῶ ἐγώ» λέει ὁ πολίτης Καίην.

ΈΛΑΤΟΣ , ἐλατός καὶ ὄλκιμος, ἰσοπεδωμένος καὶ ἰσοπεδωτικός δασόβιος καταπατητής ἐθνικῶν δρυμών παράνομος βιλοκράτης οἰκοπεδοῦχος καταστροφέας ἐλάτων καὶ δημιουργός ἀναψυκτήριων. Μαλακή συνείδηση ἐλασματική καὶ ἐλαστική. Νὰ χωράει παντοῦ.

ΕΥΡΥΑΔΗΣ, λαίμαργος τρώει πολύ φουσκωμένοι λογαριασμοί χρηματιστήρια ἑταιρεῖες, κοντεύει νὰ σκάσει ἀπὸ το πολύ φαγητό. Συσσωρεύει ἀδιάκοπα θησαυρίζει ἀσταμάτητα, ἀντικείμενα, ὑποκείμενα, χαρτοφυλάκια, θησαυροφυλάκια.

ΑΜΦΙΜΕΔΩΝ, βασιλεύει ὁλόγυρα σὰν τον Ἀμφίνομο ποῦ βόσκει παντοῦ συλλέγοντας πληροφορίες καὶ μένοντας σε αὐτὲς χωρίς πρωτότυπη σκέψη πρωτογενῆ γιατί του λείπει το κέντρο ἀναφοράς καὶ βάρους. Ἀπὸ δῶ καὶ ἀπὸ ἐκεῖ τριγυρίζει καὶ δὲν μπορεῖ νὰ τις φιλτράρει καὶ νὰ τις συνδέσει. Διπλωματία καὶ προσποιητή εὐγένεια. Παπαγάλος. Νὰ τα ἔχουμε καλά με ὅλους καὶ νὰ ἔχουμε τα κεφάλι μας ἥσυχο. Ἂς βγάλει ἄλλος το φίδι ἀπὸ την τρύπα. Κάτι θὰ κερδίσουμε ἀπὸ αὐτὸ καὶ ἐκεῖ ἀποσκοπεῖ ὅταν δὲν εἶναι σε θέση διακρίνει το σωστό ἀπὸ το λάθος, το ἄδικό ἀπὸ το ἄδικο. Βολεμένες συνειδήσεις, ἀπαθεῖς, ἀδιάφορες ,ἡ ἀβάσταχτη ἐλαφρότητα του μικροαστισμοῦ καὶ του τυποποιημένου καθωσπρεπισμοῦ. Αὐτάρεσκοι κύριοι, μπλαζέ ὕφος, κερδοσκοπική νοοτροπία, ρηχότητα, ὡραιοπαθεῖς κυρίες, ναρκισσιστές, χαμένοι στὴν μετάφραση.            Î— εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα                                                                                                                                    
Δείτε περισσότερες αντιδρ
Σχ

Σάββατο 31 Μαρτίου 2018

Ὁ ΠΛΑΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΘΕΑ ΑΦΟΔΙΤΗ


ΠΛΑΤΩΝΟΣ
῾Η Παφίη Κυθέρεια δι' οἴδματος ἐς Κνίδον ἦλθε
βουλομένη κατιδεῖν εἰκόνα τὴν ἰδίην.
πάντῃ δ' ἀθρήσασα περισκέπτῳ ἐνὶ χώρῳ
φθέγξατο „Ποῦ γυμνὴν εἶδέ με Πραξιτέλης;”
Πραξιτέλης οὐκ εἶδεν, ἃ μὴ θέμις, ἀλλ' ὁ σίδηρος
ἔξεσεν, οἷά γ' ῎Αρης ἤθελε, τὴν Παφίην.
ΠΛΑΤΩΝΟΣ
Οὔτε σε Πραξιτέλης τεχνάσατο οὔθ' ὁ σίδαρος
ἀλλ' οὕτως ἔστης ὥς ποτε κρινομένη.

Ὁ ΠΛΑΤΩΝ ΓΙΑ ΤΗΝ ΘΕΑ ΑΦΟΔΙΤΗ
ΕΡΜΗΝΕΙΑ
Ἡ θεά της Πάφου καὶ τῶν Κυθήρων ἦλθε σὰν κῦμα θαλάσσης
γιὰ νὰ δεῖ το ἄγαλμα ποῦ της ἀφιέρωσαν στὴν Κνίδο.
Κι ἀφοῦ θυμήθηκε ὅλους τους τόπους ποῦ πῆγε
Ἀπόρησε: «Πού με εἶδε ἔτσι γυμνή ὁ Πραξιτέλης;».
Δὲν χρειαζόταν νὰ σε δεῖ κυρά ὁ Πραξιτέλης, ἀλλὰ με την σμίλη του
φανέρωσε αὐτὰ ποῦ φανταζόταν ὅτι ἤθελε ἀπὸ σένα ὁ Ἄρης στὴν Πάφο.
Ἐσένα θεά δὲν σε φανερώνει οὔτε ὁ Πραξιτέλης, οὔτε ἡ σμίλη του
ἀλλὰ ἡ παμπάλαια φαντασία τῶν ἀνθρώπων.

Φωτογραφία του Nikos Soldatos.

ὉΜΗΡΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ Εἰς Ἀφροδίτην Ἀρχή


ὉΜΗΡΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ Εἰς Ἀφροδίτην
Ἀρχή

Μοῦσά μοι ἔννεπε ἔργα πολυχρύσου Ἀφροδίτης
Κύπριδος, ἥ τε θεοῖσιν ἐπὶ γλυκὺν ἵμερον ὦρσε
καί τ' ἐδαμάσσατο φῦλα καταθνητῶν ἀνθρώπων,
οἰωνούς τε διιπετέας καὶ θηρία πάντα,
5
ἠμὲν ὅσ' ἤπειρος πολλὰ τρέφει ἠδ' ὅσα πόντος·
πᾶσιν δ' ἔργα μέμηλεν ἐϋστεφάνου Κυθερείης.
τρισσὰς δ' οὐ δύναται πεπιθεῖν φρένας οὐδ' ἀπατῆσαι·
κούρην τ' αἰγιόχοιο Διὸς γλαυκῶπιν Ἀθήνην·
ΕΛΕΥΘΕΡΗ ΑΠΟΔΟΣΗ
Ἔμπνευση στεῖλε μου, Μοῦσα νὰ πῶ, της χρυσοστόλιστης Ἀφροδίτης
της Κύπριας τα ἔργα, ποῦ καὶ γιὰ τους θεούς γλυκιά ἐπιθυμία ἐπέβαλε
ἀλλὰ καὶ δάμασε τις φυλές των πρόσκαιρων ἀνθρώπων,
ὅπως καὶ τῶν πουλιῶν ποῦ πετοῦν, καὶ ὅλων τῶν θηρίων,
καὶ ὅλα ὅσα τρέφει ἡ στεριά, μαζί κι θάλασσα ἀκόμα.
Μὰ ὅλα αὐτὰ τα ἔκανε ἡ καλοστεφανωμένη (Ἀφροδίτη) τῶν Κυθήρων
ποῦ κανείς δὲν δύναται νὰ της ἐπιβληθεῖ, ἡ νὰ την ἐξαπατήσει
οὔτε καὶ με τα ὅπλα της Ἀθηνᾶς της κόρης του Δία της γλαυκομάτας.
ΕΡΝΗΝΕΥΤΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ
Κατεβαίνοντας στὴν γῆ ἡ Ἀφροδίτη πέρασε ἀπὸ τα Κύθηρα ποῦ νοοῦνται σὰν οὐράνια περιοχή δυσπρόσιτη ἀπὸ τους ἀνθρώπους. Κατά τον ποιητή «τα Κύθηρα ποτέ δὲν θὰ τα βροῦμε... ἄν χάσουμε το πλοῖο γραμμῆς».
Σὰν Κυθέρεια Ἀφροδίτη λατρευόταν ἡ Οὐράνια Ἀφροδίτη ποῦ ἐνέπνεε τον ἀνώτερο ἔρωτα. Χαρακτηριστικό της Οὐράνιας (Κυθέρειας) Ἀφροδίτης το στεφάνι (στεφανωμένη).
Ἀπὸ κεῖ ὅμως ἡ θεά κατέληξε στὴν Κύπρο ὅπου ἐμφανίστηκε στοὺς ἀνθρώπους σὰν δαίμων της σαρκικῆς ἐπιθυμίας, ὅπως μποροῦσαν νὰ την ἀντιληφθοῦν, ἀναλογικά με το ἐπίπεδο της νόησής τους. Καὶ ὅλα αὐτὰ, ὅπως μας ἐξηγεῖ ὁ ὕμνος, εἶναι τεχνάσματα της Οὐράνιας Ἀφροδίτης, ποῦ ἡ δύναμή της εἶναι ἀπεριόριστη ἀκόμη καὶ μεταξύ τῶν θεῶν.
Ἀντίστοιχα με τον «κλέφτη» Ἔρμή ἡ τον «διασκεδαστή» Διόνυσο, κλπ. Σὰν Κύπρια, ἡ Παφία ἀντιστοιχεῖ στὴν Πάνδημο Ἀφροδίτη, γι αὐτὸ καὶ ὁ Πραξιτέλης την ἀπεικόνισε με το ὁλόγυμνο μοντέλο της Φρύνης, σύμφωνα με σχετική διευκρινιστικό ἐπίγραμμα του Πλάτωνα. Γιατί ἡ ἀρχὴ της Ἑλληνικῆς μυσταγωγίας, ξεκινᾶ ἀπὸ κάποια ποταπή συνήθεια του μύστη, ἀπὸ την ὁποία ὁ μυσταγωγός τῶν ὁδηγεῖ βαθμιαία σε ἀνώτερες πράξεις.

Φωτογραφία του Nikos Soldatos.

Σάββατο 3 Μαρτίου 2018

Θησέας - Ὁ Ἥρωας της Ἀθήνας καὶ οἱ ἄθλει του


Ὁ Θησέας εἶναι ὁ κατ' ἐξοχήν ἥρωας της Ἀθήνας, κατέχοντας την ἀντίστοιχη θέση στοὺς Ἴωνες ποὺ ἔχει ὁ Ἡρακλῆς στοὺς Δωριεῖς, μολονότι μία γενιά νεότερος. Μητέρα του εἶναι ἡ Αἴθρα, κόρη του βασιλιά της Τροιζήνας καὶ πατέρας του ὁ Αἰγέας, βασιλιάς τῶν Ἀθηνῶν. Ὁ Αἰγέας μετά ἀπὸ δύο ἄγονους γάμους με τὴ Μήτα καὶ τὴ Χαλκιόπη ζήτησε τὴ βοήθεια του Μαντείου τῶν Δελφῶν, ἀναφορικά με το τι ἔπρεπε νὰ κάνει. Το Μαντεῖο του ἔδωσε ἕνα ἄσχετο καὶ ἀκαταλαβίστικο χρησμό: «Μὴν ἀνοίξεις το ἀσκῆ του κρασιοῦ σου πρὶν φτάσεις στὴν Ἀθήνα». Ὁ Αἰγέας, μὴ κατανοῶντας το νόημα του χρησμοῦ, ταξιδεύοντας πίσω στὴν Ἀθήνα πέρασε καὶ ἀπὸ την Τροιζήνα, στὴν ὁποῖα βασίλευε ο σοφός Πιτθέας, με σκοπό νὰ ζητήσει τὴ συμβουλή του. Ὁ Πιτθέας κατάλαβε ἀμέσως το χρησμό (νὰ μὴν μεθύσει πρὶν φτάσει στὴν Ἀθήνα), ἀλλὰ ἤθελε πᾶσι θυσία νὰ τον ζευγαρώσει με την κόρη του, Αἴθρα.

Ἔτσι, ὁ σοφός βασιλιάς διοργάνωσε μεγάλο συμπόσιο πρὸς τιμήν του Αἰγέα, στὸν ὁποῖο προσέφερε μεγάλη ποσότητα κρασιοῦ. Ὁ Αἰγέας μέθυσε, με ἀποτέλεσμα νὰ περάσει τὴ νύχτα με την Αἴθρα. Το ἑπόμενο πρωί, καταλαβαίνοντας τι εἶχε γίνει, ἀνακοίνωσε στὴν Αἰθρα ὅτι θὰ ἔπρεπε νὰ ἐπιστρέψει μόνος στὴν Ἀθήνα καὶ νὰ μὴν μάθει κανείς ὅτι θὰ εἶχε ἀπόγονο, γιατί οἱ Παλλαντίδες, οἱ 50 γιοὶ του ἀδελφοῦ του, Πάλλαντα, διεκδικοῦσαν το θρόνο του. Ἐπιπλέον, ἄφησε παρακαταθήκη στὸ γιὸ του το ξίφος του καὶ τα σαντάλια του, τα ὁποία τοποθέτησε κάτω ἀπὸ μία μεγάλη πέτρα, δίνοντας ὁδηγίες στὴν Αἴθρα νὰ τον ὁδηγήσει στὸ μέρος αὐτὸ ὅταν θὰ ἦταν ἀρκετὰ δυνατός νὰ σηκώσει την πέτρα, νὰ ἀναλάβει καὶ νὰ πάει στὴν Ἀθήνᾳ, σε ἀναζήτηση του πατέρα του.

Καρπός της ἕνωσης τους ἦταν ὁ Θησέας, ποῦ μεγάλωσε στὴν Τροιζήνα, μαζί με τη μητέρα του καὶ τον παπποῦ του. Μεγαλώνοντας, ἔγινε ἕνας ὄμορφος καὶ δυνατός νέος. Ἕνα ἀπὸ τα πρῶτα του κατορθώματα ἦταν νὰ ἁρπάξει τον τρομερό ταύρῳ ποῦ εἶχε φέρει ὁ Ἡρακλῆς ἀπὸ την Κρήτη: ὁ ταῦρος, ποῦ βρισκόταν κοντά στὸ Μαραθῶνα, προκαλοῦσε μεγάλη ἀναστάτωση στὴν περιοχή καὶ ἔτσι ὁ Θησέας τον αἰχμαλώτισε με ἁλυσίδες καὶ τον προσέφερε θυσία στὸ Δελφίνιο Ἀπόλλωνα. Σύμφωνα με την παράδοση, ὁ Θησέας δὲν δέχτηκε νὰ του κόψουν ὅλα του τα μαλλιά, ὅπως συνηθιζόταν, ἀλλὰ μόνο τις μποῦκλες γύρω ἀπὸ το μέτωπό του. Το κούρεμα αὐτό ἔγινε ἀργότερα της μόδας, γνωστό ὡς «θησεῖα κόμη».

Λέγεται πῶς μία μέρα πρὶν ὁ Θησέας συλλάβει τον ταῦρο ἔβρεχε βαριά καὶ ζήτησε φιλοξενία σε ἕνα ἀπὸ τα σπίτια της περιοχῆς. Ἡ γριά ποὺ τον φιλοξένησε ὀνομαζόταν Ἐκάλη καὶ ἐπειδή εἶχε πεθάνει λίγο μετά πού ἔφυγε, ὅταν ἔγινε βασιλιάς στὴν Ἀθήνα ἔδωσε το ὄνομα της σε ἕνα χωριουδάκι της Ἀττικῆς, τὴ σημερινή Ἐκάλη, ποὺ εἶναι κτισμένα τα ἐξοχικὰ τῶν πλούσιων Ἑλλήνων. Λίγο πρὶν, ὅταν ὁ Θησέας ἦταν 7 ἀκόμη χρονῶν, ἐπισκέφθηκε την Τροιζήνα ὁ Ἡρακλῆς. Ὁ Θησέας ἔπαιζε με ἀλλά παιδιά στὰ Προπύλαια, ὅταν φανερώθηκε ὁ Ἡρακλῆς με την τρομερή του λεοντῆ ἀπὸ το δέρμα του λιονταριοῦ της Νεμέας· ἐνῶ ὅλα τα παιδιά σκορπίστηκαν ἀπὸ το φόβο τους, ὁ Θησέας, νομίζοντας - ὅπως καὶ τα ἀλλά παιδιά - πῶς ἡ λεοντῆ ἦταν πραγματικό λιοντάρι, ἅρπαξε ἕνα τσεκούρι καὶ ὅρμησε νὰ το σκοτώσει, ξαφνιάζοντας τον Ἡρακλῆ.

Ὅταν ἔγινε 16 χρονῶν, ὁ Θησέας ὁδηγήθηκε ἀπὸ τὴ μητέρα του στὸ χῶρο ποῦ εἶχε ἀφήσει ὁ πατέρας του το ξίφος καὶ τα σαντάλια του. Με εὐκολία ἀνασήκωσε την πέτρα, ἀνάλαβε καὶ, ἀφοῦ του ἀποκαλύφθηκε ἡ πατρότητά του, ἀποφάσισε νὰ τραβήξει γιὰ την Ἀθήνα, σε ἀναζήτηση του Αἰγέα. Μάταια ὁ Πιτθέας καὶ ἡ Αἴθρα τον παρακαλοῦσαν νὰ χρησιμοποιήσει τὴ θάλασσα: ὁ Θησέας ἤθελε νὰ πάει μέσω της στεριᾶς, ποὺ ἦταν γεμάτη ἀπὸ ληστές καὶ τέρατα, γιὰ νὰ κατορθώσει τους νικήσει καὶ νὰ καθιερώσει το ὄνομα του σὰν ἥρωας, ὅπως ὁ Ἡρακλής, ποὺ τόσο ζήλευε.

Ἔτσι καὶ ἔγινε. Γιὰ τους ἄθλους καὶ τις περιπέτειές του δεῖτε παρακάτω.

Ἀποτέλεσμα ὅλων αὐτῶν τῶν κατορθωμάτων του Θησέα ἦταν ἡ φήμη του νὰ προηγηθεῖ της ἀφίξεις του στὴν Ἀθήνα. Την ἰδία ἐποχῆ ὁ Αἰγέας νυμφεύτηκε τὴ Μήδεια, , κόρη του βασιλιά Αἰήτη της Κολχίδας. Η Μήδεια γνώριζε την ταυτότητα του Θησέα, την ὁποῖα ὅμως ἀγνοοῦσε ὁ Αἰγέας. Ἔτσι, ἡ Μήδεια τρομοκρατοῦσε τον Αἰγέα ἀναφορικά με την ἄφιξη του Θησέα, λέγοντάς του ὅτι θὰ ἐρχόταν γιὰ νὰ καταλάβει το βασίλειό του, ἀποφεύγοντας νὰ του ἀποκαλύψει ὅτι ἦταν ο ἴδιος του ὁ γιὸς. Ἔτσι, τον ἔπεισε να σκοτώσει το Θησέα, ὅταν αὐτὸς θὰ ἐρχόταν στὴν πόλη του.

Ὁ Αἰγέας ἀποδέχτηκε με τιμές το νέο, του ὁποίου ἡ ρώμη καὶ το κάλλος εἶχαν ἀποχτήσει ἤδη μυθικές διαστάσεις καὶ διοργάνωσε πρὸς τιμήν του συμπόσιο, στὸ ὁποῖο του προσέφερε ἕνα κύπελλο με δηλητήριο, στὴ θέση του κρασιοῦ. Την ὥρα ποῦ ὁ Θησέας σήκωσε το σπαθί του γιὰ νὰ κόψει ἕνα κομμάτι ἀπὸ το θυσιασμένο ζῶο, ὁ πατέρας του ἀναγνώρισε το ξίφος καὶ, σχεδόν ἀμέσως, τα σαντάλια του.

Ἔτσι, δευτερόλεπτα πρὶν ὁ Θησέας ἀρχίσει νὰ πίνει το δηλητήριο, ὅρμησε πάνω του, ἅρπαξε το κύπελλο ἀπὸ τα χέρια του, ἔχυσε το περιεχόμενό του σε μία γλάστρα καὶ του ἐξήγησε ὅτι ἦταν ὁ πατέρας του. Ὕστερα, θέλοντας νὰ τιμωρήσει τὴ Μήδεια, ποῦ τον εἶχε ξεγελάσει, την ἐξόρισε στὴν πατρίδα της καὶ κάλεσε το λαό τῶν Ἀθηνῶν νὰ ὑποδεχτεῖ τον ρωμαλέο νέο. Το γεγονός αὐτὸ θορύβησε τους γιοὺς του Πάλλαντα, πού χωρίστηκαν σε δύο ὁμάδες (μία πῆγε στήν Ἀθήνα φανερά καὶ μία κρυφά), με σκοπό νὰ δολοφονήσουν το Θησέα.

Ὁ Θησέας εἶχε πληροφορηθεῖ γιὰ τις κινήσεις τους καὶ ξαφνιάζοντας τους ὑπὸ κάλυψη ἐξαδέλφους του τους σκότωσε, ἐνῶ οἱ ὑπόλοιποι τράπηκαν σε φυγή καὶ διέφυγαν. Στή δίκη ποὺ ἐπακολούθησε, ὁ Θησέας ἀθωώθηκε λόγῳ του κείμενου δικαίου.

Λέγεται μάλιστα πὼς γιὰ πρώτη φορά κάποιος ποὺ σκότωσε συγγενεῖς καὶ δικάστηκε ἀθωώθηκε.

Οἱ ἆθλοι του Θησέα

Ὅπως ἀναφέραμε παραπάνω, ὁ Θησέας ἐπέλεξε νὰ πάρει το δρόμο της στεριᾶς γιὰ νὰ φτάσει στὴν Ἀθήνα, παρά τις προτροπές του Πιτθέα καὶ της Αἰθρας, καθώς ἡ στεριά ἦταν γεμάτη ἀπὸ τέρατα καὶ ληστές. Καὶ πράγματι, ὁ Θησέας ἀντιμετώπισε ἐπιτυχῶς τόσες πολλές προκλήσεις, ποῦ δίκαια θὰ λέγαμε ὅτι κατέχει ἀντίστοιχη θέση με τον Ἡρακλῆ, ποὺ τόσο ζήλευε. Σε αὐτὸ το μέρος του ἄρθρου, θὰ δοῦμε τους ἄθλους ποὺ ἐπιτέλεσε ὁ Θησέας στὴ διαδρομή του ἀπὸ την Τροιζήνα πρὸς την Ἀθήνα.

Ὁ πρῶτος ληστής ποὺ ἀντιμετώπισε ἦταν ὁ Περιφήτης, γιὸς του Ἥφαιστου, ποῦ δροῦσε στὸ βουνό Ἀραχναίο, κοντά στὴν Ἐπίδαυρο. Ἔστηνε καρτέρι στοὺς περαστικούς καὶ τους σκότωνε με ἕνα μεγάλο μεταλλικό ρόπαλο, γι’ αὐτὸ ὀνομαζόταν καὶ Κορυνήτης, ἀπὸ την «κορύνη», ποὺ στὰ Ἀρχαία Ἑλληνικά σήμαινε «ρόπαλο». Ὁ Θησέας πάλεψε μαζί του, τον νίκησε, τον σκότωσε καὶ κράτησε το ρόπαλο γιὰ τον ἑαυτό του.

Ἀμέσως μετά οἱ Κενχρεαί, κοντά στὸν Ἰσθμὸ, ἦταν ἡ πατρίδα του Σίνη του Πιτυοκάμπτη (πεῦκο-τανάλιας). Ὅπως λέει καὶ το ὄνομα του, ὁ γιὸς του Ποσειδῶνα σκότωνε τους περαστικούς με τον ἐξῆς σκληρό τρόπο: Κατέβαζε κάτω δύο παράλληλους γειτονικούς πεύκους, στοὺς ὁποίους ἔδενε τους περαστικούς. Μόλις τους ἔδενε σφικτά, ἄφηνε τα πευκόδεντρα νὰ ἐπιστρέψουν στὴν ἀρχικὴ ὁριζόντιά τους θέση, με ἀποτέλεσμα νὰ τεντώνουν βίαια καὶ νὰ διαμελίζουν το ἄτυχο θῦμα ἀπὸ τὴ μέση. Με τον ἴδιο ἀκριβῶς τρόπο ὁ Θησέας σκότωσε τον ἀκάρδῳ ληστή.

Ἀφοῦ πέρασε ἀπὸ την Κόρινθο, ἔφτασε στόν Κρομμύωνα, στὴν περιοχή ποὺ σήμερα βρίσκεται ὁ οἰκισμός τῶν Ἁγίων Θεοδώρων, ὁπού με ἀκόντια καὶ ξίφη σκότωσε μία ἀγριογουρούνα, τὴ Φαιά, κόρη του Τυφῶνα καὶ της Ἔχιδνας, ποὺ προκαλοῦσε φοβερές ζημιές στήν περιοχή. Ἡ Φαιά ἦταν μητέρα του Καλυδώνιου καὶ του Ἐρυμάνθιου κάπρου.

Την ἑπομένη του στάση - καὶ, ἴσως, την πιὸ ἐπικίνδυνη - την ἔκανε στὶς «Σκιρωνίδες Πέτρες», ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται σήμερα ἡ Κακιά Σκάλα, κοντά στὰ Μέγαρα. Ἐκεῖ, τον δρόμο ἀποτελοῦσε ἕνα θεόστενο μονοπατάκι, κατασκευασμένο ἴσα νὰ χωρεῖ μόνο ἕνας ταξιδιώτη. Τέλος πάντων, ἀπὸ την μία πλευρά ὑπῆρχαν οἱ ὁρμητικές κλίσεις τῶν βουνῶν, ἐνῶ ἀπὸ την ἄλλη ὑπῆρχε μία ἄγονη καὶ ἀφιλόξενη παραλία.

Τα βουνά κυριαρχοῦσε ὁ Σκίρωνας, γιὸς του Κορίνθου καὶ ἐγγονός του Πέλοπα, ποὺ ὑποχρέωνε τους περαστικούς νὰ σκύψουν νὰ του πλύνουν τα πόδια. Μόλις κόντευαν νὰ τελειώσουν, τους ἔδινε μία κλωτσιά καὶ ἔπεφταν στὴν παραλία, την ὁποία κυρίευε μία τεράστια σαρκοφάγα χελώνα, ποὺ καταβρόχθιζε με μανία τους περαστικούς ποὺ της ἔριχνε ὁ Σκίρωνας. Ὁ Θησέας πλήρωσε το Σκίρωνα με το ἴδιο νόμισμα, ἐνῶ ἀργότερα κατέβηκε στὴν παραλία καὶ σκότωσε τὴ χελώνα. Το καβούκι της το ἔκανε ἀσπίδα.

Στήν Ἐλευσῖνα, ὁ Θησέας κατόρθωσε να νικήσει τον Κερκύονα, γιὸ του Ποσειδῶνα καὶ ἄριστο πυγμάχο, ὁ ὁποῖος προκαλοῦσε τους διαβάτες σε μάχη μέχρι θανάτου (mortal combat ποὺ λέμε). Ὁ Θησέας τον σήκωσε ψηλά καὶ τον προσεδάφισε με τόση δύναμη, ποὺ σκοτώθηκε ἀπὸ τὴ σύγκρουση.

Τέλος, ἡ τελευταία πρόκληση γιὰ το Θησέα στὸ δρόμο του ἦταν ἡ συνάντησή του με το ληστή Προκρούστη, ἐπίσης γιὸ του Ποσειδῶνα. Ὁ Προκρούστης εἶχε τὴ βάση του στὴν Ἱερὰ Ὁδὸ, ἐκεῖ ποὺ βρίσκεται σήμερα το Δαφνί στὸν Κάτω Κηφισό, ἐνῶ, ὅπως καὶ ἄλλοι ληστές, εἶχε καὶ διάφορα ψευδώνυμα, ὅπως Δαμάστης ἡ Πολυπήμονας. Προσφερόταν νὰ παράσχει φιλοξενία στοὺς περαστικούς, ἀλλὰ τους ὑποχρέωνε νὰ ξαπλώσουν σε εἰδικὸ κρεβάτι ποῦ εἶχε: τους ψηλούς τους ἔβαζε σε ἕνα μικρό κρεβάτι, ἐνῶ τους κοντούς σε ἕνα μεγάλο. Ἀπὸ τους μὲν ψηλούς ἔκοβε το ἐξέχον ἄκρο, τους δε κοντούς τους ὑπέβαλλε στὴν πιὸ κάτω δοκιμασία: τους ἔδενε με λουριά καὶ τους τέντωνε μέχρι νὰ φτάσουν το ἀπαιτούμενο μῆκος. Καὶ στὶς δύο περιπτώσεις, ἀφοῦ ὁλοκλήρωνε τα βασανιστήριά του, τους σκότωνε καὶ καρπούταν τα τιμαλφῆ τους. Ο Θησέας δὲν ὑπέστη τὴ δοκιμασία καὶ σκότωσε τον Προκρούστη με τον ἴδιο τρόπο ποὺ σκότωνε τα θύματά του.

Μετά ἀπὸ ὅλες αὐτὲς τις δοκιμασίες ἔφτασε στὴν Ἀθήνα, γιὰ νὰ συναντήσει τον πατέρα του μέσα ἀπὸ διάφορες δυσκολίες. Ἡ φήμη του καὶ το κάλλος του ἔγιναν τόσο μεγάλες, ποὺ ἀπέκτησαν μυθικές διαστάσεις...


(φώτο:Ο Θησέας σκοτώνει τον Προκρούστη-Αττικό αγγειο 380 π.Χ.)

Αποτέλεσμα εικόνας

Αποτέλεσμα εικόνας
Σχετική εικόνα

Σχετική εικόνα
 
Αποτέλεσμα εικόνας

Τετάρτη 28 Φεβρουαρίου 2018

Ὁ μῦθος του Φαέθωντα



Ὁ μῦθος του Φαέθωντα

Ὁ Φαέθοντας ποῦ τον λένε καὶ Φαέθωνα, ἦταν ἕνας ὡραῖος καὶ τολμηρός νέος ποῦ ζοῦσε με τὴ μητέρα του την Κλυμένη στὴ γῆ.

Θαύμαζε τον πατέρα του καὶ τὸ ὡραῖο του ἔργο καὶ πάντα ὀνειρευόταν νὰ βρεῖ μία εὐκαιρία νὰ πετάξει ψηλά στὸν οὐρανό με το ὁλόχρυσο ἅρμα του Ἥλιου. Μία μέρα ὁ Ἔπαφος, ὁ γιὸς του Δία καὶ της Ἰώς, της βασιλοπούλας του Ἀργοῖς, πρόσβαλε το γιὸ της Κλυμένης. Πολύ ὑπερηφανευόταν ὁ Ἔπαφος γιὰ την καταγωγή του καὶ γιὰ νὰ πειράξει τον Φαέθοντα, εἰπέ:

- Ψέμματα σου λέει ἡ μάνα σου. Δὲν εἶσαι γιὸς του Ἥλιου. Καὶ το χειρότερο εἶναι πῶς ποτέ δὲ θὰ μπορέσεις νὰ μάθεις ποιανοῦ θνητοῦ πατέρα εἶσαι γιὸς. Γιὰ τον νεαρό γιὸ της Κλυμένης η προσβολή ἦταν ἀβάστακτη. «Καλύτερα μία σαϊτιά στὸ στῆθος παρά τα λόγια ποῦ ἄκουσα», ψιθύρισε με πόνο κι ἀμέσως ἔτρεξε στὴ μητέρα του καὶ της εἶπε γιὰ τα προσβλητικά λόγια ποῦ του πέταξε ὁ Ἔπαφος.

- Δὲ θὰ το ‘χα ποτέ γιὰ ντροπή νὰ εἶμαι γιὸς ἑνὸς θνητοῦ.

Μὰ ντρέπομαι ἀφάνταστα στὴ σκέψη πῶς μ’ ἔχει κοροϊδέψει ἡ ἴδια μου ἡ μάνα.

- Παιδί μου, τι εἶναι αὐτὰ ποῦ λὲς! Μποροῦσα ἐγὼ ποτέ νὰ σε γελάσω;

Πήγαινε ἀπόψε κιόλας στὸ παλάτι του πατέρα σου, του Ἥλιου, γιὰ νὰ στὸ πεῖ καὶ μόνος του, νὰ μὴ στενοχωριέσαι, γιε μου.

Ἔτρεξε ὁ Φαέθοντας στὰ ὁλόχρυσα παλάτια του φωτεινοῦ θεοῦ καὶ μόλις βλέπει τον πατέρα του, του λέει:

- Ἥλιε λαμπρέ, πατέρα σ’ ἔλεγα πάντα, μὰ δὲν ξέρω ἄν πρέπει νὰ σε λέω ἔτσι κι ἀπὸ δῶ κι ἐμπρὸς. Καὶ του εἰπέ γιὰ την ὑποψία ποῦ σφηνώθηκε στὸ νοῦ του.

- Ποιός εἶναι αὐτὸς ποῦ σου ΄πε τέτοια λόγια; Καὶ θὰ τον κάψω ἀμέσως γιὰ νὰ δοῦν ὅλοι πώς δὲν μπορεῖ κανένας νὰ προσβάλλει το γιὸ του Ἥλιου!

- Δὲ θέλω νὰ τον κάψεις πατέρα, μὰ θέλω νὰ μου δώσεις ἀποδείξεις ποῦ θὰ βουλώσουν το στόμα αὐτουνοῦ του παλιό-Έπαφου.

- Χα, χα, χα, ἔκανε ὁ Ἥλιος, ὁ Ἔπαφος, ὁ χωρατατζῆς. Μὰ ἀξίζει νὰ σκᾶς γιὰ ἕνα ἀστεῖο του Ἔπαφου;

- Δὲν ἦταν ἀστεῖο, πατέρα. Μιλοῦσε σοβαρά. Δὲν μπορῶ πιὰ νὰ τον ξαναντικρίσω.

Καλύτερα νὰ χαθῶ γιὰ πάντα, παρά νὰ με χλευάζουνε και να μου λένε πῶς ποτέ δέ θὰ μπορέσω νὰ μάθω ποιανοῦ πατέρα εἶμαι γιὸς.

- Νὰ το φωνάζεις σ’ ὅλους πῶς εἶσαι γιὸς μου καὶ μάνα σου ἡ Κλυμένη. Αὐτό νὰ κάνεις.

- Ναὶ, ἀλλὰ ἐμένα ποῖος θὰ με πιστέψει;

- Καὶ τι μπορῶ νὰ κάνω γιὰ νὰ σε βοηθήσω; Λέει με πόνο ο Ἥλιος στὸ παιδί του.

- Ὁρκίσου πρῶτα πῶς θὰ μου κάνεις ὄπια χάρη σου ζητήσω.

- Δὲν πιστεύω πῶς ἀξίζει νὰ ὁρκιστῶ, μὰ σε βλέπω τόσο ταραγμένο καὶ γιὰ νὰ ἠρεμήσεις, ναὶ, στ’ οἰκίζομαι.

Ὁρκίζομαι στὰ ἱερὰ νερά της Στύγας πῶς θὰ κάνω ὅ,τι μου ζητήσεις. Καὶ τότε ὁ τολμηρός νέος εἶπε:

- Θέλω νὰ ὁδηγήσω μία μονάχα μέρα το ἅρμα σου μέσα ἀπ’ τον οὐράνιο δρόμο. - Ω! Τι μου ζήτησες, Φαέθοντα, παιδί μου! Οὔτε ὁ ἴδιος ὁ Δίας, ποῦ εἶναι ὁ πιὸ δυνατός ἀπ’ ὅλους τους θεούς, δὲν μπορεῖ νὰ ὁδηγήσει αὐτὸ το ἅρμα. Ό,τι ἄλλο θέλεις ζήτησέ μου. Μη μου γυρεύεις ὅμως το χαμό σου.

- Δὲ ζητῶ το χαμό μου. Νὰ πετάξω θέλω κι ὁρκίστηκες πῶς θὰ μ’ ἀφήσεις.

- Ναὶ, ὁρκίστηκα. Κι ἁπλῆ ὑπόσχεση νὰ εἶχα δώσει δὲ θὰ μποροῦσα νὰ την πάρω πίσω.

Πώς λοιπόν νὰ πάρω πίσω τον ὅρκο ποῦ ἔδωσα πάνω στὰ ἱερὰ νερά της Στύγας; Μὰ ἄλλο σου λέω.

Ἄλλαξε ἐσὺ αὐτὸ ποῦ ζητᾶς. Χιλιάδες εἶναι τα δῶρα ποῦ θὰ μποροῦσα νὰ σου κάνω κι ἐσὺ διάλεξες αὐτὸ ποῦ εἶναι ἡ καταστροφή σου καὶ το τέλος σου.

- Δὲν ἔχω τίποτ’ ἄλλο νὰ ζητήσω. Ἄν εἶμαι γιὸς σου δῶσε μου το ἅρμα νὰ πετάξω ψηλά στὸν οὐρανό, τον κόσμο νὰ φωτίσω κι ἥλιος νὰ γίνω, ἔστω καὶ μία μέρα μόνο. Κι ὑστέρα, αὐτὸ εἶναι σίγουρο, κανένας δὲ θὰ τολμήσει πιά νὰ με προσβάλει.

- Ἔχεις ὁρμὴ καὶ τόλμη, γιέ μου, μὰ εἶσαι παιδί καὶ θὰ χαθείς, καὶ εἶναι κρίμα. Στό λέω ξανά.

Δὲν εἶναι ἀργὰ. Ἄλλαξε γνώμη! Δὲ σ’ ἀκοῦνε αὐτὰ τ’ ἄλογα. Κατάλαβέ το!

Τέρατα απαίσια θα σε τρομάξουν και σαν λοξοδρομήσεις θα τελειώσουν ὅλα.

Μὰ ὁ Φαέθοντας ἔπεσε κλαίγοντας στὰ γόνατα του πατέρα του καὶ τον παρακαλοῦσε.

Κι ἐκεῖνος, που’χε δώσει ὅρκο ἱερὸ, κατάλαβε πώς δὲ μποροῦσε πιὰ νὰ κάνει τίποτ’ ἄλλο παρά μόνο νὰ συντρέξει, ἀλίμονο, στὸ χαμό του γιοῦ του.

Ἄν καὶ δὲν πίστευε πῶς ὑπάρχει τρόπος νὰ τον σώσει, πῆρε μία μαγική ἀλοιφή κι ἄλειψε ὅλο το σῶμα του παιδιοῦ του γιὰ νὰ μὴ μποροῦν νὰ του κάψουν οἱ φλόγες το κορμί κι ὕστερα, ἀπελπισμένος εἰπέ:

- Σφιχτά νὰ κρατᾶς τα χαλινάρια, μὴν καταλάβουν τ’ ἄλογα πῶς ἔχουν ἀδύναμο ἀναβάτη. Μὴ χρησιμοποιήσεις καθόλου το μαστίγιο καὶ τ’ ἀγριέψεις.

Ὁδήγησέ τα μέσα ἀπὸ τις ἀρματοτροχιές ποῦ θὰ δεῖς στὸν οὐρανό. Πρόσεχε ὅταν θ’ ἀνεβαίνεις, μὴ λοξοδρομήσεις καὶ χαθείς. Σὰν φτάσεις ψηλά, μὴν κοιτᾶς κάτω καὶ ζαλιστεῖς. Καὶ στὸν κατήφορο τράβα δυνατά τα χαλινάρια μὴν κατρακυλήσει το ἅρμα σου καὶ συντριβεῖ στῆ γῆ. Μά ἀνώφελα λόγια εἶναι ὅλα τοῦτα σου λέω. Ἄσε νὰ ὁδηγήσω ἐγὼ το ἅρμα. Ἦρθε ἡ ὥρα νὰ φωτίσουμε τὴ γῆ. Νὰ, ἡ Ἠῶ ἄνοιξε την πόρτα.

Γρήγορος ὅμως ὁ Φαέθοντας πηδάει στὸ ἅρμα, ἁρπάζει τα χαλινάρια καὶ τα τραβάει με δύναμη.

Ἀποχαιρετᾶ βιαστικά τον πατέρα του, ἐνῶ τ’ ἄλογα ἀνοίγουν τα λευκά φτερά τους κι ἀλαφροπατώντας βγαίνουν απ΄τη μεγάλη πύλη τῶν παλατιῶν του Ἥλιου. - Πού πᾶς, Φαέθοντα, παιδί μου! Φωνάζει τρέχοντας πίσω του ὁ ΄Ἥλιος. Φαέθοντα! γύρνα πίσω! θὰ χαθείς! Ἄχ, νιάτα, παράτολμα νιάτα! Πώς σας τραβάει το ἄγνωστο, το βάθος τ’ οὐρανοῦ, το φῶς του ἥλιου! Ω, πόσο εἶναι ἄδικο μία τέτοια τόλμη νὰ χαθεῖ μέσα στὸν κατασκότεινο Ἄδη! Φαέθοντα! Φαέθοντα! Μ’ ἀκοῦς; Γύρνα πίσω! Ἐκεῖνος ὅμως δὲν τον ἀκούει πιά. Τ΄ ἄλογα ἀρχίζουν ν’ ἀνεβαίνουν στὸν οὐρανὸ καὶ ἡ χαρά του δὲ λέγεται. Ὁ Ἔπαφος δὲ θὰ τολμήσει ποτέ νὰ τον ξαναπροσβάλει! Μὰ γι’ αὐτὸ δὲ νοιάζεται πιὰ. Γιὰ κάτι ἄλλο ποῦ ἔχει πιὸ μεγάλη ἀξία τον νοιάζει τώρα καθώς το φωτεινό ἅρμα ἀφήνει τὴ γῆ καὶ οἱ χρυσές ἀχτῖδες του ἥλιου χαρίζουν στὸν κόσμο φῶς, ζεστασιά, ζωή. «Ἀλήθεια, πόσο σπουδαῖο πρᾶγμα εἶναι νὰ μπορεῖς νὰ κάνεις το καλό», σκέφτεται ὁ Φαέθοντας.

«Αχ, ἄς γινόταν νὰ Ὁδηγοῦσα πιὸ συχνά αὐτὸ το ἅρμα!»

Ἀλλὰ μ’ αὐτὲς τις σκέψεις ὁ γιὸς του Ἥλιου ξεχάστηκε.. Τ΄ ἄλογα νιῶσαν ἀκυβέρνητα.

Κατάλαβαν πῶς το ἅρμα εἶναι πιὸ ἐλαφρὺ κι ἀρχίσαν νὰ τρέχουν καλπάζοντας καὶ βγῆκαν ἀπ’ το δρόμο τους.

Ἔχασε ὁ Φαέθοντας τις ἀρματοτροχιές ἀπὸ τα μάτια του καὶ τότε κατάλαβε τι κίνδυνος τον ἀπειλοῦσε.

Προσπάθησε ν’ ἀλλάξει την πορεία του, μὰ τ’ ἄλογα δὲν τον ἀκοῦν καὶ τρέχουν γιὰ το ἄγνωστο.

Ξαφνικά ἕνας τεράστιος σκορπιός σαλεύει στὸν οὐρανὸ.

Ὁ Φαέθοντας τα χάνει καὶ τρομαγμένος ἀφήνει τα χαλινάρια, κι αὐτὸ ἦταν ἡ ἀρχὴ του τέλους.

Τ΄ ἄλογα λεύτερα τρέχουν ὁποῦ θέλουν. Πότε κατεβαίνουν χαμηλά καὶ τότε ἡ γῆ ἁρπάζει φωτιά, πότε ἀνεβαίνουν ψηλά καὶ τότε πυρπολεῖται ὁ οὐρανός.

Ὁ παράτολμος νέος πνίγεται καθώς ἀναπνέει τον πυρωμένο ἀέρα. Τίποτα πιὰ δὲ μπορεῖ νὰ κάνει. Οὔτε το δρόμο ξέρει, οὔτε τ’ ἄλογά μπορεῖ νὰ δαμάσει. Μετανοεῖ πικρά ποῦ δὲν ἄκουσε τις συμβουλές του πατέρα του, μὰ εἶναι πιὰ πολύ ἀργά. Τώρα ὅλη ἡ πλάση εἶναι μία κόλαση. Ἡ γῆ κάτω καίγεται. Οἱ φλόγες τυλίγουν τον δίκορφο Παρνασσό. Πῆρε φωτιά ἤδη ἥ Ἴδη καὶ το ἰσκιωμένο Πήλιο.

Καίγεται ὁ δασωμένος Ἐλικώνας καὶ ὁ ψηλός Ταΰγετος. Πυρπολίζεται κι ὁ Καύκασος μ’ ὅλα τα δάση της Ἀσίας. Ἀφανίζονται πολιτείες και λαοί.

Ξεραίνονται οἱ πηγές καὶ τα ρυάκια, κι οἱ νύμφες τρέχουν νὰ κρυφτοῦν στὶς πιὸ βαθιές σπηλιές. Κοχλάζουν καὶ τα πιὸ μεγάλα ποτάμια, ἀκόμα κι αὐτὸς ὁ Νεῖλος κι ὁ Εὐφράτης. Ὅλη ἡ θάλασσα βράζει κι ἡ γῆ ξεραίνεται καὶ σχίζεται βαθιά, τόσο βαθιά ποῦ οι φλογερές αχτίδες του ήλιου φτάνουν και σ’ αυτόν τον κατασκότεινο Άδη.

Σηκώνεται τότε ἡ θεά Γῆ, ἡ μητέρα ὅλων καὶ βροντοφωνάζει στὸν Ὄλυμπο:

- Δία βασιλιά, ἐσὺ ποῦ κυβερνᾶς αὐτὸν τον κόσμο, δὲ βλέπεις τὴ φωτιά ποῦ τύλιξε τὴ γῆ!

Πρέπει νὰ χαθῶ κι ἐγὼ με τα ποτάμια καὶ τα ἰσκιωμένα δάση! Πρέπει νὰ χαθοῦν ὅλες οἱ φυλές τῶν ἀνθρώπων κι ὅ,τι ζωντανό τρέφεται στὰ χώματά μου! Θέλεις νὰ βασιλέψει πάλι το χάος το πρωταρχικό, κι ὅ,τι ἔγινε ὡς τώρα νὰ χαθεῖ: γῆ κι οὐρανός, θεοί καὶ ἄνθρωποι, ζωή κι ἀγάπη!

Δία τρανέ, κυρίαρχε του κόσμου, σῶσε τώρα τὴ γῆ ἀπ’ τὴ φωτιά, γιατί σε λίγο θὰ εἶναι πιά πολύ ἀργὰ. Καὶ ξαφνικά ξεπροβάλλει πάνω ἀπὸ ἕνα σύννεφο ὁ μεγάλος Δίας.

Καὶ σηκώνοντας το δεξί του χέρι, ἁμολάει μία ἀστραπή, ποῦ ἔσβησε ἀμέσως την πυρκαγιά σ’ ὁλόκληρη τὴ γῆ. Ὕστερα ρίχνει ἕναν κεραυνό ποῦ χτυπᾶ το ἅρμα του Φαέθοντα καί το κάνει συντρίμμια.

Σὰν πεφταστέρι τινάζεται ὁ γιὸς του Ἥλιου καὶ με τα μαλλιά νὰ φλέγονται πέφτει στὸν ποταμό Ἠριδανό στὴν ἄκρη του κόσμου.

Με ἀβάσταχτο πόνο οἱ θεές Ἑσπερίδες τρέξανε καὶ μάζεψαν τον νεκρό Φαέθοντα καὶ με κλάματα τον θάψανε στὴν ἀκροποταμιά.

Την ἄλλη μέρα ὁ λαμπερός Ἥλιος δὲ φάνηκε στὸν οὐρανό.

Θρηνοῦσε το γιὸ του ποῦ ἤθελε νὰ πετάξει ψηλά καὶ χάθηκε γιατί δὲν πίστεψε πῶς του ἔλειπε ἡ δύναμη νὰ το κάνει.

Μά ὁ μεγάλος θεός ἔχει καὶ μία κρυφή περηφάνεια. Ἄν ὁ Φαέθοντας πέθανε, ἡ ἀνάμνησή του θὰ μείνει γιὰ πάντα στὴν καρδιά τὠν ἀνθρώπων.

Ὁ θεός Ἥλιος ξέρει πῶς χάρη στοὺς τολμηρούς καὶ τους ἄφοβους ἔγινε ὅ,τι καλό ὑπάρχει σ’ αὐτὴ τὴ γῆ. Μὰ ἄν ὁ Ἥλιος ἄντεχε τον πόνο του, ἡ μάνα του Φαέθοντα θρηνοῦσε ἀπαρηγόρητα.

Σὰν τρελή ἔψαχνε νὰ βρεῖ το κουφάρι του γιοῦ της. Κάποτε βρῆκε τον τάφο του κι ἀπάνω ἐκεῖ ἔκλαψε ἀπελπισμένα. Οἱ κόρες της, οἱ Ἡλιάδες, οἱ ἀδελφὲς του Φαέθοντα, θρηνοῦσαν κι αὐτὲς με δάκρυα πικρά πλάϊ στὸν τάφο του ἀδερφοῦ τους κι ἐκεῖ κλαίγανε ἀτέλειωτα μερόνυχτα, ὥσπου οἱ θεοί τις λυπήθηκαν καὶ τις μεταμόρφωσαν σε ἰτιές.

Οἱ ἰτιές – Ἡλιάδες ρίζωσαν στὴν ἀκροποταμιά καὶ γεῖραν τα κλαδιά τους πάνω ἀπὸ τις ὄχθες του Ἡριδανούῦ γιὰ νὰ στάζουν τα δάκρυά τους στὸ ποτάμι. Κι εἶναι ἀπὸ τότε ποῦ αὐτὰ τα δέντρα ὀνομάζονται κλαίουσες ἰτιές.

Αὐτὸς εἶναι ὁ μῦθος του Φαέθοντα, του τολμηροῦ νέου ποῦ χάθηκε γιατί δὲν ἄκουσε τὴ συμβουλή του πατέρα του, του παντογνώστη Ἥλιου.


Φωτογραφία του Nikos Soldatos.                        Φωτογραφία του Nikos Soldatos.
Δείτε περισσότερες αντιδράσει
Σχό

Τρίτη 27 Φεβρουαρίου 2018

Τὰ μυστήρια τῆς μεγάλης Θεάς Ρέας - Γῆς καὶ του Κρηταγενή Ἰδαίου Δία



Τα μυστήρια της μεγάλης Θεάς Ρέας - Γῆς καὶ του Κρηταγενή Ἰδαίου Δία

ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΘΕΑΣ ΡΕΑΣ - ΓΗΣ

Στὰ μυστήρια αὐτὰ ἔπαιρναν μέρος οἱ Κουρήτες, ἱερεῖς ποῦ διακρίνονταν για τη σοφία τους. Τα μυστήρια ἑαυτά εἶχαν κάποια ὁμοιότητα με τα Ἐλευσίνας μυστήρια. Τον μειούμενο τον ὁδηγούσανε μέσα σ’ ἕνα σπήλαιο ὁποῦ ἔμενε ἔγκλειστος γιὰ διάστημα 27 συνολικά μέρες.

Ἀφιερωμένα στὴν παραγωγική δύναμη της φύσης, στὴν ἀνανεωτική δηλαδή φροντίδα της με την χαρακτηριστική ἰδιότητά της τὴ ζωή, εἶχαν σ’ αὐτὰ καθώς εἶναι ἑπόμενο, οἱ γυναῖκες ἀρχικὰ την προτεραιότητα στὶς μυήσεις καὶ στὶς τελετές. Τα Μυστήρια της Μεγάλης Μητέρας ἦταν διαχωρισμένα σε Μεγάλα καὶ Μικρά. Στὰ Μικρά ἔπρεπε νὰ προπαρασκευαστοῦν οἱ νέες γυναῖκες γιὰ νὰ καταστοῦν καθαρές καὶ ἁγνὲς σωματικά καὶ ψυχικά καὶ νὰ προχωρήσουν κατόπιν στὰ Μεγάλα Μυστήρια.

Στὰ Μικρά Μυστήρια διδάσκονταν οἱ παραδόσεις γύρω ἀπὸ τους Θεούς καὶ τους ἥρωες καὶ ἡ ἑρμηνεία τῶν συμβολισμῶν της κυριαρχίας της Μεγάλης Μητέρας, ἡ σχετική πάντοτε με τις φυσικές δυνάμεις καὶ ἰδιότητές της, στὴ γῆ, στῆ θάλασσα, στὸν ἀέρα καὶ στὴ φωτιά, ποῦ ἦταν συμβολικά ὁ ὄφις, ὁ ἰχθῦς, ἡ περιστερά καὶ ὁ λέων. Καὶ σ’ αὐτὰ γινόταν καὶ ἡ μύηση της κατασκευῆς του συμβολικοῦ μίτου της Ἀριάδνης, ποῦ σήμαινε το ὑφάδι της ζωῆς ἡ καὶ την παρθενική ζώνη.

Στὰ Μεγάλα Μυστήρια λειτουργοῦσαν βαθμοί μυστικῶν τελετουργιῶν πρὸς τὴ θεά των ὄφεων, ἡ ὁποία συμβόλιζε τὴ Μεγάλη Μητέρα Θεά.

Προκαταρτικοί της τελικῆς μυστηριακῆς ἱερουργίας ἦταν οἱ ἱεροί χοροί. Ἀλλὰ ἐκτὸς ἀπὸ αὐτούς γινόταν ἀκόμη συμβολικές λιτανεῖες ἱερειῶν καὶ ἱερέων, μυστικές συνεστιᾶσεις, λατρευτικές προσφορές καὶ θυσίες μέσα σε σπονδικές φιάλες καὶ ρυτά, ποῦ προσφέρονταν στὸ Ἱερὸ Δέντρο καὶ στὴ Στήλη του Διπλοῦ Πέλεκυ.

Ὁ Διπλός Πέλεκυς βρισκόταν πάντοτε στημένος στὸ κέντρο του ἱεροῦ, εἴτε Ἱερό Σπήλαιο ἦταν αὐτὸ ἡ Ναός, εἴτε Λαβύρινθος ἡ Αἴθουσα του Θρόνου, ναοῦ της λατρείας στὰ Μινωικά ἀνάκτορα, γιὰ νὰ φανερώνει την ἱερότητα καὶ το «ἄβατο» του μέρους αὐτοῦ.

Η μυστική ἱερουργία τῶν Μεγάλων Μυστηρίων της Μητέρας Θεάς, ἦταν μία τεχνική ἐπικοινωνίας καὶ ἐπαφῆς με τὴ Μεγάλη Θεά, γιὰ νὰ δέχονται οἱ μεμυημένες στὰ Μυστήριά της, γυναῖκες, τὴ Θεία Δωρεά της ἀπ’ εὐθείας ἀπὸ τὴ Μητέρα Ρέα.

Στὰ Κρητικά Μυστήρια γενικά, ἡ λειτουργική αὐτὴ τέχνη λεγόταν «ἱεροπραξία» γιὰ νὰ ξεχωρίζει ἀπὸ τις ἄλλες ἱερουργίες τους. Καὶ το Ἱερὸ Δέντρο το συνδεδεμένο με τὴ λατρεία της Θεάς Μητέρας, κάτω ἀπὸ το ὁποῖο βρισκόταν ὁ ναός της, ἦταν δρῦς στὶς κορυφές των ὀρέων καὶ ἡ ἐλιὰ στὰ χαμηλότερα μέρη.

Το δέντρο ὡς σύμβολο συμβόλιζε τὴ μητέρα ποῦ προσφέρει τον καρπό της ζωῆς.

Το σημαντικότερο μέρος της ἱεροπραξίας τῶν Μεγάλων Μυστηρίων, με τις ἑνωμένες δυνάμεις της Θεάς Μητέρας καὶ του Θείου συντρόφου της σε μία ἱερὴ ἕνωση, ἦταν ἡ ἀπόκτηση ἀπὸ τους μύστες του χρυσοῦ Διπλοῦ Πέλεκυ.

Σύμβολο της πνευματικῆς ἀθανασίας καὶ της σοφίας του Ἱεροῦ αὐτοῦ ζεύγους καὶ σύμβολο της ἑνωμένης δύναμής τους ἐπάνω στὴ γῆ, βρισκόταν πάντοτε στημένος στὸ κέντρο των ἱερῶν σπηλαίων, στὸ κέντρο ἐπίσης τῶν Λαβυρίνθων ἡ της Αἴθουσας του θρόνου. Καὶ στοὺς ἐσωτερικούς βαθμούς ὅλων τῶν τάξεων τῶν κρητικῶν μυστηρίων, εἶχε την ἴδια σημασία με τὴ Θεά τῶν ὄφεων, δηλαδή τὴ σημασία της συμβολικῆς καὶ οὐσιαστικῆς συνισταμένης στὴν πνευματική δημιουργική ἕνωση τῶν δύο δυνάμεων της Φύσεως, της παραγωγικῆς καὶ της γονιμοποιοῦ.

Καὶ αὐτὰ γιατί οἱ μύστες της Κρητομινωικής θρησκείας, γνώριζαν τους πνευματικούς νόμους, γνώριζαν ὅτι τίποτα δὲ μπορεῖ νὰ κατορθωθεῖ γιὰ την πνευματική ἀναγέννηση καὶ την πνευματική ἀπελευθέρωση τῶν ἀνθρώπων, χωρίς τὴ διπλή ἱερὴ ἕνωσή, με τις ἑνωμένες δυνάμεις της στὸν καρπό τους, στὸν θεό δηλαδή του πνευματικοῦ φωτός, ποῦ προσφέρεται σὰν Θεία Δωρεά γιὰ ἕναν τέτοιο σκοπό.

ΤΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ ΤΟΥ ΚΡΗΤΑΓΕΝΗ ΙΔΑΙΟΥ ΔΙΑ

Το Ἱερὸ Δέντρο καὶ το Ἱερὸ Σπήλαιο το διαδέχεται στὶς ἱερουργίες, ἡ λατρεία του Ἱεροῦ Λαβύρινθου με τον μέσα σ’ αὐτὸν Μινώταυρο. Του Λαβύρινθου, συμβολισμοῦ καθολοκληρίαν ὅμοιου με τα δύο πρῶτα ἱερὰ αὐτὰ σύμβολα της μητρικῆς λατρείας, ἀλλὰ ποῦ τονίζει ὅμως περισσότερο τον γονιμοποιό ἀρσενικό τύπο, με την παρουσία του Μινώταυρου μέσα σ’ αὐτὸν. Δίνει ἔτσι την προτεραιότητα στὶς ἱεροτελεστίες στὴ γονιμοποιό δύναμη της Φύσεως με τον ἀρσενικό τοῦτον τύπο, χωρίς νὰ παραμερίζει, την ἀπαραίτητη ἄλλωστε ἀναπαραγωγό δύναμή της, ποῦ συμβολίζει την Ἱερὴ Μητέρα.

Στοῦ Κρηταγενή Ἰδαίου Δία τα μυστήρια, λειτουργοῦσαν σε πρώτη τάξη τα Μυστήρια τῶν ἰδαίων Δακτύλων ἡ τα Κορυβαντικά. Τα Κορυβαντικά χαρακτήριζαν οἱ ἐξωτερικές τους τελετές στὶς ὁποῖες ἔπαιρναν μέρος ὅλοι οἱ μεμυημένοι τῶν πρώτων βαθμῶν, ποὺ παρασκευάζονταν γιὰ τις ἀνώτερες μυήσεις. Καὶ αὐτὸ γιατί λειτουργοῦσε καὶ ἄλλη τάξη των ἴδιων Μυστηρίων του Ἰδαίου Δία, Τα Λαβυρινθικά ἡ του ἱεροῦ Διπλοῦ Πέλεκυ.

Στήν τάξη αὐτὴ, στὶς ἱεροπραξίες της πρωτοστατοῦσαν οἱ ἄνδρες ἱερεῖς του Θεοῦ Δία, ὅπως στὰ Μυστήρια της Μεγάλης Μητέρας Ρέας - Γῆς, πρωτοστατοῦσαν οἱ ἱέρειές της, ἄν καὶ ὅπως προαναφέρθηκε καὶ στὶς δύο περιπτώσεις ἔπαιρναν μέρος γυναῖκες καὶ ἄνδρες.

Κατά τις μινωικές παραδόσεις, οἱ Ἰδαῖοι Δάκτυλοι, οἱ Κορύβαντες καὶ οἱ Κουρήτες, ἦταν οἱ συνοδοί της Ρέας στὸ νησί της Κρήτης καὶ οἱ προστάτες του νεαροῦ κούρου της Δία, γιατί αὐτοὶ τον ἀνέθρεψαν καὶ τον προστάτεψαν ἀπὸ νεογέννητο ἀκόμη.
Φωτογραφία του Nikos Soldatos.

Τετάρτη 21 Φεβρουαρίου 2018

Ἀπόλλων καὶ Μαρσύας



Ἀπόλλων καὶ Μαρσύας

Ὁ Μαρσύας, γιὸς του Ὕαγνη ἡ του Ὄλυμπου ἡ του Οἵαγρου, εἶναι Σιληνός, εὐρετής του δίαυλου, ἀκόλουθος της Κυβέλης στοὺς θιάσους της, ὅπου ἔπαιζαν αὐλὸ καὶ τύμπανο, συνδεδεμένος καὶ με τον Διόνυσο.

Ὁ Μαρσύας, ὅπως εἴπαμε, θεωρεῖται ὁ ἐφευρέτης του δίαυλου, ἐνῶ ὁ Πάνας της σύριγγας ἡ του αὐλοῦ· κατάφερε, μάλιστα, οἱ Φρύγες νὰ ἀποκρούσουν τους Γαλάτες, ἐνῶ αὐτὸς ἔπαιζε τον αὐλὸ. Στήν Ἀθήνα παραδίδεται ὅτι τον αὐλὸ τον εἶχε ἐφεύρει ἡ Ἀθηνᾶ, ἐνῶ ἄλλες παραδόσεις θέλουν κάποιον Ἀλφαιό ἀπὸ τὴ Φρυγία, γιὸ του Σαγγάριου, νὰ μαθαίνει στὴ θεά νὰ παίζει· ὅταν ὅμως εἶδε στὰ νερά ἑνὸς ρυακιοῦ ὅτι ἀσχήμιζε το πρόσωπό της, πέταξε τον αὐλὸ μακριά. Ἄλλοι λένε ὅτι ἡ θεά ἔφτιαξε με κόκαλα ἐλαφιοῦ αὐλὸ γιὰ πρώτη φορά σε ἕνα συμπόσιο τῶν θεῶν. Ὅταν η Ήρα και η Αφροδίτη την κορόιδεψαν, γιατί το πρόσωπό της παραμορφωνόταν σε κάθε φύσημα του αὐλοῦ, ἡ θεά ἔτρεξε στὴ Φρυγία γιὰ νὰ δεῖ το πρόσωπό της στὰ νερά ἑνὸς ποταμοῦ. Ἐκεῖ πέταξε τον αὐλὸ ἀπειλῶντας με φρικτές τιμωρίες ὅποιον τον μάζευε.

Τον μάζεψε ὁ Μαρσύας καὶ με αὐτὸν προκάλεσε τον Ἀπόλλωνα σε μουσικό ἀγῶνα, γιατί θεώρησε τον ἦχο του αὐλοῦ τον ὡραιότερο. Ἀναπόφευκτη ἡ τιμωρία του, τόσο γιατί ἀψήφησε την Ἀθηνᾶ ὅσο καὶ γιατί συναγωνίστηκε ἕνα θεό. Η τιμωρία ὑπῆρξε σκληρή, πόσο μᾶλλον ποῦ ἡ πρώτη φάση του διαγωνισμοῦ ἔμεινε χωρίς νικητή. Γι' αὐτὸ ὁ Ἀπόλλωνας τον προκάλεσε νὰ γυρίσουν ἀνάποδα τα ὄργανα τους καὶ νὰ παίξουν. Σε αὐτὴ τὴ φύση ἀποδείχθηκε ἡ ἀνωτερότητα της λύρας καὶ οἱ ξεχωριστές ἱκανότητες του θεοῦ. Κριτής στὸν ἀγῶνα ὁρίστηκε ὁ Τμώλος, ὁ θεός του ὁμώνυμου βουνοῦ, καὶ ὁ Μίδας (ὑπέρ του Μαρσύα)· κατά ἄλλους ὁ Μίδας ὑπῆρξε αὐτόκλητος κριτής στὴ μουσική διαμάχη ἀνάμεσα στὸν Ἀπόλλωνα καὶ τον Μαρσύα - Ἄλλες μαρτυρίες θέλουν κριτές του ἀγῶνα τις Μοῦσες.

Περιπλανώμενος στὰ βουνά, ἔφτασε στὸ σημεῖο του διαγωνισμοῦ την ὥρα ποῦ ὁ Τμώλος ἀνακήρυσσε τον Ἀπόλλωνα νικητή· ἐκεῖνος πάλι ἔκρινε την ἀπόφαση ὡς ἄδική. Ὁ Ἀπόλλωνας θύμωσε καὶ ἔκανε νὰ βγοῦν δύο αὐτιά γαϊδάρου στὸ κεφάλι του, προφανῶς γιὰ νὰ ἀκούει καλύτερα ή γιατί γαϊδουρινά αυτιά μοιάζουν ακαλαίσθητα σε ανθρώπινο κεφάλι. Όσο για την τιμωρία του

Μαρσύα…

Ἐπειδή, πρὶν την ἔναρξή του ἀγῶνα, εἶχε ἀριστεῖ ὁ νικητής νὰ ἐπιβάλει στὸν ἡττημένο ὅποια τιμωρία ἤθελε, ὁ Ἀπόλλωνας, παρασυρμένος ἀπὸ την ὀργὴ του, ἔδεσε τον Μαρσύα σε πανύψηλο πεῦκο (Ἀπολλόδωρος) ή πλάτανο (Πλίνιος) καὶ τον ἔγδαρε. Μετανιωμένος γιὰ τον θυμό του ὁ θεός ἔσπασε τὴ λύρα του καὶ, σύμφωνα με κάποιες μαρτυρίες, μεταμόρφωσε τον Μαρσύα σε ποταμό της Φρυγίας μετονομάζοντας αὐτὸν ποῦ παλαιότερα λεγόταν Πηγή του Μίδα. Κατά την ἀρχαιότητα κοντά στὶς Κελαινές, στὴ Φρυγία, ἔδειχναν ἕνα σπήλαιο, ὅπου ὁ Ἀπόλλωνας εἶχε κρεμάσει το δέρμα του σάτυρου Μαρσύα (Ξεν., Κύρου Ανάβ. 1.2.8) ἡ ἕναν ἀσκὸ φτιαγμένο ἀπὸ το δέρμα του (Ηρ. 7.26). Σύμφωνα με ἄλλο μῦθο, το φοβερό ἐκεῖνο τρόπαιο εἶχε κρεμαστεῖ σ' ἕνα σπήλαιο της Ἀκρόπολης. Ο Φώτιος ἀναφέρει ὅτι σε μία γιορτή πρὸς τιμή του Ἀπόλλωνα προσφέρονταν στὸν θεό δέρματα θυσιασμένων ζώων στὴ μνήμη του Μαρσύα.

Ὁ μῦθος του Μαρσύα, ἄν καὶ θεωρήθηκε ὡς πάλη καὶ νίκη (ἐπικράτηση) της κιθάρας ἔναντι του φρυγίου αὐλοῦ καὶ κατ' ἐπεκτάσει της δωρικῆς ἑλληνικῆς μουσικῆς ἔναντι της φρυγικής, δὲν ἔπαψε καὶ νὰ θεωρεῖται ὅτι συμβολίζει την πάλη ἀνάμεσα στὴν Ἀπολλώνεια καὶ τὴ Διονυσιακή πλευρά της ἀνθρώπινης φύσης καὶ εἶναι ἕνα συνηθισμένο θέμα στὴν Ἀρχαία Ἑλληνική, Ρωμαϊκή καὶ Ἀναγεννησιακή τέχνη.

Την μικρασιατική καταγωγή του Μαρσύα ἀποδεικνύουν πολλοί ὁμώνυμοι χείμαρροι καὶ τοποθεσίες στὴ Μικρά Ἀσία. Κατά Στέφανο τον Βυζάντιο οἱ τότε ξεναγοί (ἐξηγητές) ἐπεδείκνυαν καὶ τον τάφο του Μαρσύα στὴ πόλη της Πεσσινούντος ὅπου λατρευόταν κυρίως ἡ θεά Ρέα - Κυβέλη ποὺ κατά την ἀσιατική παράδοση ὁ Μαρσύας ποῦ ἀνακάλυψε τον αὐλὸ συνόδευε πάντα αὐτή τὴ θεά. Ἐξ ὅλων ὅμως τῶν ὁμώνυμων ποταμῶν σπουδαιότερος εἶναι ὁ Μυσίας της Φρυγίας, παραπόταμος του Μαίανδρου, πλησίον της πόλης των Κελαινών.

Στὴν Ἀθήνα πίστευαν, ὅπως ἀναφέρει ὁ Ἡρόδοτος, ὅτι το δέρμα του Μαρσύα φυλασσόταν σε σπήλαιο της Ἀκρόπολης πάνω ἀπὸ την ἀγορὰ.






Τρίτη 20 Φεβρουαρίου 2018

Ὅταν ὁ Φωτοφόρος Ἀπόλλωνας - Ἡλίου ἔγινε το "Ἄγαλμα της Ἐλευθερίας".


Ὅταν ὁ Φωτοφόρος Ἀπόλλωνας - Ἡλίου ἔγινε το "Ἄγαλμα της Ἐλευθερίας".

Το Ἄγαλμα της Ἐλευθερίας, του ὁποίου ἡ ἐπίσημη ὀνομασία εἶναι "Η Ἐλευθερία φωτίζοντας τον κόσμο" (αγγλιστί "Liberty enlightening the World" γαλλιστί "la Liberte eclairant le monde"), εἶναι ἕνα κολοσσιαῖο ἄγαλμα πάνω στὴν ὁμώνυμη νησῖδα καὶ μέσα στὸ ἄνω τμῆμα του Κόλπου της Νέας Ὑόρκης. Το ἄγαλμα αὐτὸ στήθηκε σε ἀνάμνηση της φιλίας των λαῶν των ΗΠΑ καὶ της Γαλλίας.



Το συνολικό του ὕψος εἶναι 93 μέτρα (302 πόδια) μαζί με το βάθρο, καὶ κατά την ἐκδοχὴ της ἐγκυκλοπαίδειας Μπριτάννικα παρουσιάζει μία γυναῖκα νὰ κηρύττει την ἐλευθερία. Ἡ γυναῖκα αὐτὴ κρατάει ἕναν πυρσό στὸ ὑψωμένο δεξί της χέρι καὶ μία ἐνεπίγραφη πλάκα στὸ ἀριστερό ὁποῦ ἀναγράφεται ἡ ἡμερομηνία 4 Ἰουλίου 1776.

Ἕνας ἀνελκυστῆρας ἀνεβάζει ἑως το ὕψος του ἐξώστη καὶ μία ἑλικοειδής σκάλα ὁδηγεῖ σε μίαν ἐξέδρα παρατηρήσεως πάνω στὸ στέμμα ποῦ φοράει ἡ Ἐλευθερία. Ὁ πυρσός ποῦ κρατάει βρίσκεται σε 93 μέτρα ὕφος πάνω ἀπὸ την ἐπιφάνεια της θαλάσσης. Στήν βάση του ἀγάλματος βρίσκεται το Ἀμερικανικό Μουσεῖο της Μεταναστεύσεως (American Museum of Immigration).

Την πρόταση γιὰ την κατασκευή του ἀγάλματος διατύπωσε ἕνας Γάλλος ἱστορικός, ο Εντουάρ ντε Λαμπουλάϊγ, μετά τον Ἀμερικανικό Ἐμφύλιο πόλεμο. Συγκεντρώθηκε ἕνας ἱκανός ἀριθμὸς χρημάτων με εἰσφορές του γαλλικοῦ λαοῦ καὶ το ἔργο ἄρχισε στὴ Γαλλία το 1875, ὑπὸ την διεύθυνση του γλύπτη Φρεντερίκ-Ωγκύστ Μπαρτολντί.



Το ἄγαλμα κατασκευάστηκε ἀπὸ φύλλα χαλκοῦ, ποῦ σφυρηλατήθηκαν με το χέρι γιὰ νὰ πάρουν το ἐπιθυμητό σχῆμα καὶ συναρμολογήθηκαν πάνω σε ἕναν σκελετό ἀπὸ τέσσερα γιγάντια χαλύβδινα ὑποστηρίγματα, τον ὁποῖο εἶχε σχεδιάσει ὁ διάσημος ἀπὸ την κατασκευή του Πύργου του Άιφελ, Αλεξάντρ-Γκυστάβ Άιφελ.Το 1885 το περατωμένο ἄγαλμα, ποῦ εἶχε ὕψος 46 μέτρα περίπου (151 πόδια καὶ 1 ἴντσα) καὶ ζύγιζε 225 τόνους, ἀποσυναρμολογήθηκε καὶ φορτώθηκε γιὰ νὰ μεταφερθεῖ στὴν Πόλη της Νέας Ὑόρκης. Το βάθρο, ποῦ κατασκευάστηκε μέσα ἀπὸ τα τείχη του φρουρίου Γουντ στὴ νησῖδα Μπέντλο, περατώθηκε ἀργότερα. Το ἄγαλμα στήθηκε στὸ βάθρο του καὶ στὶς 28 Ὀκτωβρίου 1886 ἀφιερώθηκε στὸν πρόεδρο Κλήβελαντ.

Την διαχείριση καὶ φροντίδα του ἀγάλματος εἶχε στὴν ἀρχὴ ἡ Ἐπιτροπή Φάρων, ἐπειδή ὁ φωτεινός πυρσός θεωρήθηκε ὡς εἶδος φάρου γιὰ τους ναυτιλλομένους. Ἐπειδή ὅμως το φρούριο Γουντ ἐξακολουθοῦσε νὰ χρησιμοποιεῖται ἀπὸ τον ἀμερικανικό στρατό, το ἄγαλμα μεταφέρθηκε το 1901 στὸ ὑπουργεῖο τῶν Στρατιωτικῶν. Το 1924 ἀνακηρύχθηκε ἐθνικό μνημεῖο. Το 1937 το φρούριο Γουντ ἀποκρατικοποιήθηκε καὶ το ὑπόλοιπο νησί ἐνσωματώθηκε στὸ μνημεῖο ὥς περιβάλλων χῶρος. Το 1956 το νησί Μπέντλο μετονομάσθηκε σε "Νησί της Ἐλευθερίας" (Liberty Island) καὶ το 1965 προστέθηκε στὸ συγκρότημα ἡ γειτονική νησῖδα 'Ἔλις, ἄλλοτε σταθμός μεταναστῶν. Η συνολική ἐκτάσει του χώρου του μνημείου ἔφθασε ἔτσι τα 23,63 ἐκτάρια.

Εἴπαμε ἀνωτέρω ὅτι κατά την ἐκδοχὴ της ἐγκυκλοπαίδειας "Μπριτάννικα" το ἄγαλμα παρουσιάζει μία γυναῖκα νὰ κηρύττει την ἐλευθερία, ὑπονοῶντας ὅτι ἡ γυναῖκα αὐτὴ εἶναι προσωποποιημένη ἡ Ἐλευθερία. Ἀποκρύπτουν ὅμως συστηματικά ὅτι καὶ σε αὐτὸ το σημεῖο ἡ ἀθάνατος Ἑλλὰς ἔχει δώσει γιὰ μία ἀκόμη φορά τα φῶτα της. Πράγματι αὐτὸς ποῦ σχεδίασε το ἄγαλμα της ἐλευθερίας κάπου ἀλλοῦ εἶχε δεῖ την μορφή αὐτὴ.

Καὶ ἡ μορφή αὐτὴ εἶναι ἡ μορφή του Φωτοφόρου Ἀπόλλωνος - Ἡλίου!...



Ὁ φωτοφόρος Ἀπόλλων ἀπεικονίζεται με αὐτὴν ἀκριβῶς την μορφή. Καὶ εὐτυχῶς γιὰ μας ἡ ἀθάνατη ἑλληνική γῆ της Κορινθίας μας διέσωσε αὐτὴ την εἰκόνα γιὰ νὰ μποροῦμε σήμερα νὰ γνωρίζουμε την ἀλήθεια.

Ἡ μορφή του φωτοφόρου Ἀπόλλωνος βρίσκεται σήμερα στὸ Μουσεῖο της Κορίνθου, περνᾶ ὅμως ἀπαρατήρητη γιὰ τον ἐπισκέπτη ποῦ δὲν εἶναι ὑποψιασμένος. Βρίσκεται σε μία τρίπτυχη πλάκα μαζί με ἄλλες δύο παραστάσεις. Η μία, στὸ ἀριστερό τμῆμα, ἀπεικονίζει ἕναν Ἄγγελο, μορφή ὁμοία καὶ ἴδια με αὐτὴν της Χριστιανικῆς πίστεως, καὶ εἶναι κατά τους ἀρχαιολόγους ἡ μορφή της θεάς Ἐκάτης. Στὸ δεξιό τμῆμα ἀπεικονίζεται ρόδακας. Καὶ στὴν μέση ὦ του θαύματος!!! Η μορφή του φωτοφόρου Ἀπόλλωνος, ἴδια με αὐτὴν του ἀγάλματος της Ἐλευθερίας! Η πνευματική ἰδιοκτησία εἶναι πασιφανές σε ποιόν ἀνήκει.



Λέγεται ἀπὸ ἀνθρώπους της Κορίνθου ποῦ γνωρίζουν ὅτι ὁ διευθυντής της Ἀμερικανικῆς Ἀρχαιολογικῆς αποστολής, σώφρων καὶ ἐντίμως ἄνθρωπος, ἔχει δηλώσει ὅτι οἱ Ἀμερικανοί πρέπει νὰ ἔρχονται νὰ προσκυνοῦν στὸν χῶρο του Μουσείου ὅπου ἡ μορφή του φωτοφόρου Ἀπόλλωνος, διότι εἶναι ἡ πηγή του ἐθνικοῦ τους συμβόλου. (Στήν φωτογραφία ἀριστερά, βλέπετε το γλυπτό με την παράσταση του ζωοδώτη Ἀπόλλωνα - Ἡλίου με το πύρινο ἅρμα του)

Ἄς ἐνημερωθοῦν λοιπόν μερικοί.. ὅτι το ἐθνικὸ τους σύμβολο, το ὀφείλουν στὴν Ἑλλάδα καὶ στούς Έλληνες. Δεν θὰ εἶναι ἐξ ἄλλου οἱ μόνοι. Πάρα πολλά ἀπὸ τα σύμβολα τα ὁποίᾳ ἔχουν χρησιμοποιηθεῖ ἀπὸ ἄλλους λαούς ,εἶναι Ἑλληνικά.

Οἱ Τοῦρκοι πῆραν την ἡμισέληνο ἀπὸ το νόμισμα των Βυζαντίων ποῦ ἀπεικόνιζε την νίκη τους ἐπὶ του Φιλίππου σε μία νύχτα ποῦ το χάσικο φεγγάρι με το ἀστέρι ἐνεφανίσθησαν με την ἴδια ἀκριβῶς ἀπεικόνιση στὸν οὐρανό.



Ὁ Ἀδόλφος Χίτλερ οἰκειοποιήθηκε την περίφημη "τετραγάμμα", την κοσμοῦσα το ἱμάτιο της Ἀθηνᾶς του Παρθενῶνος, ἕνα ἀπὸ τα κατ' ἐξοχὴν ἀραιότερα σύμβολα τῶν Ἑλλήνων καὶ του ἔδωσε μιαρή χροιά ὀνομάζοντας το "σβάστικα" καὶ κάνοντας το σύμβολο του ναζισμοῦ.



Οἱ Σκοπιανοί οἰκειοποιήθηκαν το ἀστέρι της Βεργίνας, οἱ δὲ ὑπόλοιποι βόρειοι γείτονές μας τον Δικέφαλο Ἀετό του Βυζαντίου.

Στὶς ἡμέρες μας ὅμως οἱ Ἕλληνες δὲν γνωρίζουν καὶ δὲν θυμοῦνται. Ἡ παγκοσμιοποίηση ἔχει παίξει καλά το παιχνίδι της. Ἄλλοτέ ἀποκρύπτει, ἄλλοτέ παραποιεῖ, ἄλλοτε διαστρεβλώνει τα γεγονότα.

Εἶναι αὐτὸ ποῦ ἔχει γράψει ὁ μεγάλος Θουκυδίδης στὸ Γ,82,4: "Καὶ την εἰωθυῖαν ἀξίωσιν τῶν ὀνομάτων ἕς τα ἔργα ἀντήλλαξαν τὴ δικαιώσει", ποῦ ἀποδίδεται "γιὰ νὰ δικαιολογοῦν τις πράξεις τους ἄλλαζαν ἀκόμα καὶ την σημασία των λέξεων".

Ἔτσι δὲν γίνεται σήμερα; Ἁπλὸ παράδειγμα, καὶ δὲν εἶναι το μόνο, ἀποτελεῖ ὁ γλυπτός διάκοσμος του Παρθενῶνος, ἔργο του Φειδία. Ἔχουμε φθάσει σήμερα σε τέτοιο σημεῖο διαστρεβλώσεως, ποῦ τα γλυπτά του Παρθενῶνος εἶναι γνωστά παγκοσμίως με τον ὅρο ἐλγίνεια μάρμαρα. Τα περίφημα γλυπτά του Παρθενῶνος, τα γλυπτά του Φειδία, δὲν εἶναι γνωστά με το ὄνομα του δημιουργοῦ ἀλλὰ με το ὄνομα του κλέφτη.!

Πρὸς το παρόν νὰ γνωρίζουν οἱ συνέλληνες καὶ ἰδιαιτέρως οἱ συμπατριῶτες μας των ΗΠΑ, καὶ νὰ το μεταφέρουν στοὺς Ἀμερικανούς, ὅτι το ἐθνικὸ τους σύμβολο, το ἄγαλμα της Ἐλευθερίας, ἕλκει την καταγωγή τῆς μορφῆς του ἀπὸ την Ἑλλάδα καὶ ἰδιαιτέρως ἀπὸ την μορφή του φωτοφόρου Ἀπόλλωνος.

Τοῦτο δὲ μποροῦν νὰ το ἀποδείξουν ἀλλὰ καὶ νὰ το θαυμάσουν στὸ Μουσεῖο της Κορίνθου, το ὁποῖο τους καλοῦμε νὰ ἐπισκεφθοῦν το συντομότερο.

  
















Τετάρτη 31 Ιανουαρίου 2018

Ὁ ΘΕΟΣ ΠΑΝ


 Ὁ ΘΕΟΣ ΠΑΝ
 Ἀπό τις πιὸ ἀγαπητές θεότητες των προγόνων μας , πού ἀνέπνευσε τόσο τους ἀρχαίους ὅσο καὶ τους  νεότερους συγγραφεῖς καὶ ποιητές , εἶναι ὁ Πᾶν .
Γιὰ την γέννηση του Πανός ὑπάρχουν διάφορες ἐκδοχὲς , διαφορετικές σε κάθε περιοχή της Ἑλλάδας .
Μερικοί πίστευαν ὅτι ἦταν
γιὸς του Οὐρανοῦ καὶ της Γῆς , γιὰ ἄλλους ὅτι ἦταν γιὸς του Διός καὶ της Ὕβρεως ἡ Θύμβρεως , ἡ του Διός καὶ της Καλλίστούς ἡ της νύμφης Οἰνηΐδας , ἡ του Αἰθέρος καὶ της Ἤρας , ἡ του Αἰθέρος καὶ της Οἰνηΐδας , ἡ του Ἑρμῆ καὶ της Πηνελόπης ἡ ἀκόμα ὅτι ἦταν γιὸς της Πηνελόπης καὶ ὅλων των μνηστήρων , γι’ αὐτὸ καὶ ὀνομάστηκε Πᾶν .
Ἀπὸ αὐτὴ την ποικιλία των γονέων , οἱ ἐρευνητές συμπεραίνουν ὅτι ἴσως νὰ ὑπῆρξαν πολλοί με το ἴδιο ὄνομα .
Ὅμως δύο εἶναι οἱ κυριότεροι , ὁ γιὸς του Διός καὶ της Θύμβρεως , ὁ ὁποῖος ἦταν μάντης καὶ δίδαξε την μαντική στὸν Ἀπόλλωνα , καὶ ὁ γιὸς του Ἑρμῆ καὶ της Πηνελόπης , την ὁποία ξεγέλασε ὁ Ἑρμῆς μεταμορφωμένος σε τράγο , καὶ ἀπὸ αὐτὸ πῆρε καὶ ὁ Πᾶν αὐτήν την μορφή .
Σε μερικά μέρη ὅμως πίστευαν ότι
ἦταν καὶ οἱ δύο παιδιά του Ἑρμῆ , ὁ μὲν ἕνας με μία ἄγνωστη γυναῖκα με το ὄνομα Σώση καὶ ὁ ἄλλος με μία Νύμφη ποῦ την ἔλεγαν Πηνελόπη .
Ὁπότε μετά ἀπὸ τόσες ἀντιφάσεις , ἡ γέννηση του παραμένει στὴν οὐσία ἀδιευκρίνιστη , καὶ πιστεύεται ὅτι ὑπῆρξαν κατά καιρούς σε διάφορους τόπους ἄνθρωποι με το ὄνομα αὐτὸ .

Ὁ ΠΑΝ ΚΑΙ ΝΎΜΦΗ

Ὁ Πᾶν ἀναφέρεται σε ὅλες τις θεογονίες , καὶ σύμφωνα με τον Διόδωρο τον καιρό του Ὄσιρη ἦταν στὴν Αἴγυπτο .
Ὁ Ἡρόδοτος πάλι ἀναφέρει ὅτι ὁ Πᾶν ἦταν ἀρχαιότατος , καὶ ἕνας ἀπὸ τους πρώτους ὀκτώ θεούς τῶν Αἰγυπτίων , καὶ ὁ Ἐπιμενίδης , στὰ σχόλια του Θεόκριτου λέει ὅτι ὁ Ζεύς (κάποιος βασιλιάς με αὐτὸ το ὄνομα) , ἐγέννησε ἀπὸ την Καλλιστώ δύο δίδυμους γιούς , τον Πᾶνα καὶ τον Ἀρκάδα .
Ἐξ’ ἴσου διαδεδομένη ἦταν ὅμως καὶ ἡ ἄποψη ὅτι ἡ Πηνελόπη γέννησε τον Πᾶνα ἀπὸ τον Ἑρμῆ , πρὶν παντρευτεῖ τον Ὀδυσσέα , ἡ σύμφωνα με ἄλλους , με ὅλους τους μνηστῆρες κατά την ἀπουσία του .
Ὅλες αὐτὲς βέβαια οἱ διηγήσεις ἀναφέρονται σε συμβάντα πολύ ἀπομακρυσμένα χρονικά , γιατί ἡ μὲν Πηνελόπη ζοῦσε την ἐποχῆ του Τρωϊκού πολέμου , ὁ Ἀρκάς ὅμως ἦταν πολύ πιὸ πρὶν .
Γεννήθηκε λοιπόν ὁ Πᾶν στὴν Ἀρκαδία , στὸ Λυκαῖο ὄρος , ἄσχημος με κέρατα στὸ κεφάλι , γένια , μεγάλα αὐτιά , καὶ πόδια καὶ οὖρα κατσίκας , καὶ ὅπως γέλαγε καὶ μάλιστα πολύ , φαινότανε τόσο ἄσχημος , ποῦ ἡ μητέρα μὴ ἀντέχοντας την θέα του τον παράτησε ἐκεῖ , καὶ ὁ Ἑρμῆς τον ἔδωσε στὴν Σινόη καὶ τις ἄλλες Νύμφες νὰ τον ἀναθρέψουν .
Βρέφος ἀκόμα , πῆρε ὁ Ἑρμῆς τον Πᾶνα , τον τύλιξε με ἕνα λαγοτόμαρο καὶ τον ἀνέβασε στὸν Ὄλυμπο κοντά στὸν Δία καὶ τους ἄλλους θεούς , ποῦ μόλις τον ἀντίκρυσαν γέλασαν με το παρουσιαστικό του , πιὸ πολύ ὅμως ἀπὸ ὅλους γέλασε ὁ Διόνυσος .Γι’ αὐτὸ καὶ τον ὀνόμασαν Πᾶνα , ἐπειδὴ γέλασαν πάντες μαζί του . Σύμφωνα με ἄλλους μύθους ὅμως τον μεταμόρφωσε ἀργότερα ἡ Ἀφροδίτη , ἐπειδή ἔκρινε πῶς ἦταν ἀραιότερος ἀπὸ τον Ἀχιλλέα , τον γιό του Διός καὶ της Λαμίας . Ἐπίσης του προξένησε καὶ ἔρωτα γιὰ την Ἠχῶ . ( Σύμφωνα με τον Ὅμηρο στὸν ὕμνο πρὸς τον Πᾶνα , καὶ τον Παυσανία στὰ Ἀρκαδικά .)
Ἔτσι λοιπόν ἀνατράφηκε στὰ βουνά , καὶ μεγαλώνοντας ἔγινε ἔμπειρος κυνηγός καὶ βοσκός , γι’ αὐτὸ καὶ ἡ Ἄρτεμις πῆρε ἀπὸ αὐτὸν τα κυνηγόσκυλά της .
Ἦταν ὅμως καὶ ἰκανότατος μάντης καὶ δίδαξε την μαντική στὸν Ἀπόλλωνα .
( Ἐδῶ πάλι ἀναφέρεται ὅτι ὁ μὲν κυνηγός ἦταν γιός της Νύμφης Σώσης , ὁ δὲ βοσκός της Πηνελόπης , ἄρα ὁ μάντης θὰ πρέπει νὰ ἦταν ἄλλος , καὶ ἄν ἦταν ἔτσι , τότε θὰ πρέπει νὰ ὑπῆρξαν στὴν Ἀρκαδία ὄχι ἕνας ἀλλὰ τρεῖς Πάνες .)
Ἐπειδή του ἄρεσε ἡ μοναξιά , σύχναζε στὰ βουνά , στὰ δάση , τις πεδιάδες καὶ τα σπήλαια , κατέβαινε ὅμως συχνά καὶ στὶς παραλίες , ὅπου σύμφωνα με μία ἐκδοχὴ ἀπὸ ἕνα ὄστρακο ποῦ βρῆκε ἐκεῖ ἔφτιαξε καὶ ἄρχισε νὰ παίζει την πρώτη Σύριγγα , καθισμένος στὴν χλόη , καὶ μαζεύοντας τις Νύμφες ποῦ χόρευαν γύρω του μαγεμένες ἀπὸ τους ἤχους της μουσικῆς του .
Σύχναζε ὅπως εἴπαμε στὴν Ἀρκαδία στὸ Μαίναλο , την Κυλλήνη καὶ το Λύκαιον , την ἄνοιξη καὶ το καλοκαίρι στὶς βουνοκορφές , καὶ το χειμῶνα στὰ σπήλαια .
Το καλοκαίρι ὅταν κατέβαζε τα πρόβατά του στὶς παραλίες καθισμένος πάνω σ’ ἕνα σκόπελο συνόδευε με τον αὐλὸ του τον ἦχο τῶν κυμάτων .
Ἔσωζε ὅμως καὶ τα παραπλέοντα σκάφη ἀπὸ τις ἐπιθέσεις τῶν πειρατῶν , τρομάζοντας τους με τις ὀπτασίες ποῦ προκαλοῦνται ἀπὸ τα σχήματα των σκοπέλων καὶ την βουή των κυμάτων στὶς θαλασσινές σπηλιές . Ἔτσι οἱ φόβοι αὐτοί ὀνομάστηκαν Πανικοί .
Σύμφωνα πάλι με ἄλλους μύθους ὁ Πᾶν σύχναζε στὸ ὄρος Τμώλος της Μικράς Ἀσίας , κοντά στὶς Σάρδεις , καὶ ἐπειδὴ καυχήθηκε παρασυρμένος ἀπὸ τους ἐπαίνους των Νυμφών γιὰ την μουσική του , φιλονίκησε με τον Απόλλωνα .
Γιὰ νὰ λύσουν την διαφορά τους ἔβαλαν τότε διαιτητή τον Τμώλο , ἀπὸ τον ὁποῖο ὀνομάστηκε ἔτσι καὶ το βουνό , καὶ ἐκεῖνος ἔδωσε τα πρωτεῖα στὸν Ἀπόλλωνα , πρᾶγμα ποῦ ἐπαίνεσαν ὅλοι οἱ παρευρισκόμενοι , πλὴν του Μίδα , ὁ ὁποῖος προκάλεσε καὶ τον θυμό του Ἀπόλλωνα , ποῦ γιὰ νὰ τον τιμωρήσει του μετέβαλε τα αὐτία σε γαϊδουρινά.
Ὅταν ὁ Τυφώνας κατεδίωξε τους Θεούς στὴν Αἴγυπτο , γιὰ νὰ ἀποφύγουν τον κίνδυνο , ὁ Πᾶν τους συμβούλευσε νὰ μεταμορφωθοῦν σε ζῶα , ὁ ἴδιος μάλιστα μεταμορφώθηκε σε Αἰγόκερο .
Γιὰ νὰ τιμήσει ἀργότερα ὁ Ζεύς τον Πᾶνα γιὰ το ἐπιτυχημένο στρατήγημα του , ἔκανε τον Αἰγόκερο ἀστερισμό .
Σύμφωνα με ἄλλο μῦθο πάλι ὁ Πᾶν μεταμορφώθηκε μισός Αἰγόκερος καὶ μισός ψάρι καὶ πέφτοντας στὴν θάλασσα , ξέφυγε ἀπὸ τον κίνδυνο .
Σὰν σύμμαχος τῶν Θεῶν ὁ Πᾶν πῆρε μέρος στὴν Γιγαντομαχία , στὴν ὁποία κατατρόμαξε καὶ ἔτρεψε σε φυγή , ὅταν σάλπισε με την Σύριγγά του , τους Γίγαντες οἱ ὁποῖοι δὲν μπόρεσαν ὑποφέρουν τον ἄγνωστο καὶ ἀσυνήθιστο αὐτὸν ἦχο .
Ἦταν ὅμως καὶ στρατηγός στὴν ἐκστρατεία του Διονύσου στὴν Ἀσία . Ὅταν παρατάχτηκαν ἀπέναντι τους οἱ Ἰνδοί καὶ φοβήθηκε ὁ Διόνυσος ἀντικρύζοντας ὅλο αὐτὸ το πλῆθος , ἀτάραχος ὁ Πᾶν διέταξε νὰ ἀλαλάξη την νύχτα ὅλο το στράτευμα ξαφνικά , μεγαλόφωνα καὶ ὅσο το δυνατόν πιὸ ἄγρια .
Ἔτσι ἔγινε καὶ ἀτήχησαν οι κοιλάδες καὶ οἱ πέτρες ἀπὸ αὐτή την παράδοξη καὶ τρομερή κραυγή , ποῦ σκόρπισε τον τρόμο στοὺς Ἰνδούς τρέποντάς τους σε φυγή .
Σύμφωνα με ἄλλο μῦθο πάλι ὁ Πᾶν πῆρε μέρος καὶ στὴν ἐκστρατεία του Ὄσιρη , ἀποσπῶντας τον σεβασμό καὶ την τιμή τῶν Αἰγυπτίων οἱ ὁποῖοι γιὰ νὰ τον τιμήσουν ἔχτισαν μία πόλη ποὺ την ὀνόμασαν Χεμώ στὰ αἰγυπτιακά , δηλαδή Πανός πόλη .
Φυσικά , ὅπως εἶναι ἄλλωστε φανερό , ἐδῶ πρόκειται γιὰ τον θεό Χεμ τῶν Αἰγυπτίων , τον ὁποῖο οἱ Ἕλληνες ταύτισαν με τον Πᾶνα .
Ἄλλοι θρῦλοι καὶ παραδόσεις
Σύμφωνα με τις παραδόσεις ὁ Πᾶν εἶχε γυναῖκα την Αἶγα με την ὁποία ὁ Ζεύς γέννησε τον Αἰγιπάνα , ἄλλοι πάλι ἀναφέρουν σὰν γυναῖκα του την Ἠχώ καὶ ὅτι ἀπὸ αὐτὴν ἀπέκτησε μία κόρη την Ἴυγκα , ποῦ ἦταν φαρμακεύτρια .
Σύμφωνα με ἄλλη ἐκδοχὴ , ἡ Ἠχώ ἦταν μόνο ἐρωμένη του καὶ ἀργότερα τον ἄφησε γιὰ τον Νάρκισσο . Μετά ἀπὸ αὐτὸ ὁ Πᾶν ἀγάπησε την Νύμφη Πίτυ , την ὁποία ὅμως ἀγαποῦσε καὶ ὁ Βορρᾶς , ὁπότε ἀπὸ την ζήλια του καὶ γιὰ νὰ την ἐκδικηθῆ , φύσηξε δυνατά καὶ την ἔριξε στὰ βράχια καὶ την σκότωσε . Την λυπήθηκε ὅμως ἡ Γῆ καὶ την μεταμόρφωσε στὸ ὁμώνυμο δέντρο (Πεῦκο) , ἀπὸ το ὁποῖο ὁ Πᾶν ἔκοψε κλαδιά στεφανώθηκε μ’ αὐτά καὶ γύριζε στὰ βουνά ἀναζητῶντας την .
Ἄλλη πάλι παράδοση θέλει τον Πᾶνα ἐρωτευμένο με την Ἄρτεμι , ποῦ γιὰ νὰ την ἐξαπατήση , μεταμορφώθηκε σε λευκό τράγο . Ἐκείνη νομίζοντας ὅτι ἦταν πράγματι τράγος , καὶ ὅταν τον κυνήγησε γιὰ νὰ τον πιάση σε κοντινό δάσος , βρέθηκε μπροστά στὸν Πᾶνα .
Ὅταν ἐρωτεύτηκε μία ἀπὸ τις Ναϊάδες Νύμφες , καὶ κόρη του ποταμοῦ Λάδωνα την Σύριγγα , καὶ την κυνήγησε , αὐτή γιὰ νὰ γλυτώση ἀπὸ τον βιασμό ἔτρεξε στὸν πατέρα της γιὰ νὰ σωθῆ , ὁ Λάδωνας ὅμως ἦταν ἀδιάβατος . Παρακάλεσε τότε τις ἀδελφές της νὰ την μεταμορφώσουν σε καλαμιά , κι ἔτσι ὅταν ὁ Πᾶν ἔφτασε καὶ θέλησε νὰ την ἀγκαλιάση κλαίγοντας , ἀντί γι’ αὐτή ἀγκάλιασε τις καλαμιές , ποῦ με το φύσημα του ἀέρα , ἔμοιαζε σὰν νὰ ἀπαντοῦσαν στούς στεναγμούς του .
Παρατήρησε τότε ὅτι τα καλάμια μποροῦν με το φύσημα του ἀέρα νὰ βγάλουν ἦχο , ἔκοψε λοιπόν ἀπὸ αὐτὰ , τα συναρμολόγησε καὶ κατασκεύασε το μουσικό ὄργανο το ὁποῖο ὀνόμασε πρὸς τιμήν της ἀγαπημένης του Σύριγγα , καὶ τριγύριζε στὰ βουνά παίζοντας την Σύριγγα καί θρηνῶντας την ἀγαπημένη του .
Ἔτσι ἐφευρέθηκε σύμφωνα με μία ἀπὸ τις παραδόσεις ἡ Σύριγγα .
Ἐπίσης ἔλεγαν ὅτι ὁ Πᾶν γέννησε ἄλλους δώδεκα Πᾶνες ὅμοιούς του .
Κοντά στὸ Λυκαίον ὄρος καὶ την πόλη Λυκοσούρα την ὁποία σύμφωνα με τον Παυσανία πρωταντίκρυσε ὁ Ἥλιος , καὶ ἀπὸ αὐτή ἔμαθαν οἱ ἄνθρωποι νὰ χτίζουν πόλεις , ὑπῆρχαν κάτι βουνά ποῦ ὀνομάζονταν Νόμια ἀπὸ το ὄνομα του Νομίου Πανός , ἐπειδή σύμφωνα με την παράδοση ἔβοσκε ἐκεῖ τα πρόβατά του
Ἐκεῖ ὑπῆρχε καὶ Ἱερὸ του , ὁ χῶρος γύρω ἀπὸ το ὁποῖο ὀνομάζονταν Μέλπεια γιατί ἐκεῖ ἔπαιξε με τον αὐλὸ του το πρῶτο μέλος (μελωδία) , με τὴ Σύριγγα .
Εἶχε ὅμως Ἱερὸ καὶ στὸ Παρθένιο ὄρος , ἐκεῖ ὅπου φανερώθηκε στὸν Φιλιππίδη ή Φειδιππίδη , τον ἀγγελιαφόρο τῶν Ἀθηναίων στοὺς Σπαρτιᾶτες γιὰ νὰ ζητήσουν την βοήθειά τους ὅταν ὁ στρατηγός του Δαρείου Δάτις εἰσέβαλε στὴν Ἀττική , γιὰ νὰ του πεῖ ὅτι θὰ βοηθήσει τους Ἀθηναίους ὅπως τους εἶχε βοηθήσει καὶ στὸ παρελθόν ἀλλὰ αὐτοὶ δὲν τον τίμησαν ποτέ τους .
Μετά την νίκη τους στὴν μάχη του Μαραθῶνα , οἱ Ἀθηναῖοι τίμησαν τον Πᾶνα καὶ ἔτσι πέρασε η λατρεία του γιὰ πρώτη φορά ἀπὸ την Ἀρκαδία στὴν Ἀττικὴ .
Το ἴδιο καὶ ὅταν ἔφθασαν στοὺς Δελφούς οἱ Γαλάτες με τον Βρέννο γιὰ νὰ τους λεηλατήσουν , ὁ Πᾶν φανερώθηκε την νύχτα στὸ στράτευμά τους καὶ τους προξένησε τέτοιο τρόμο , ποῦ ἄρχισαν νὰ σκοτώνονται μεταξύ τους .
Ἀπὸ αὐτὸ ὅλοι οἱ ξαφνικοί φόβοι ποῦ δημιουργοῦνται χωρίς φανερή αἰτιᾶ ὀνομάστηκαν Πανικοί .
Στὸ Παρθένιο ὄρος ὑπῆρχαν χελῶνες ποῦ τα καβούκια τους ἦταν κατάλληλα γιὰ την κατασκευή Λύρας , ὅμως ἐπειδή οἱ ντόπιοι τις θεωροῦσαν ἱερὲς του Πανός , δὲν τις ἄγγιζαν ἀλλὰ οὔτε καὶ σε ξένους ἀπέτρεπαν νὰ τις ἀγγίξουν ἡ νὰ τις πάρουν .
Ὁ Πᾶν εἶχε καὶ ἄλλο ἱερὸ Ἱερὸ κοντά στὴν Λυκοσούρα , στὸ ὁποῖο ἔκαιγε ἄσβεστον πῦρ , μάλιστα ἔλεγαν ὅτι ἐκεῖ ἦταν παλαιότερα Μάντης καὶ εἶχε Μαντεῖο καὶ Προμάντιδα μία Νύμφη ὀνομαζόμενη Ἐρατώ , την ὁποία παντρεύτηκε ὁ Ἀρκάς της Καλλιστώς .
Οἱ κάτοικοι του Λυκαίου ὄρους βεβαίωναν ὅτι τον ἄκουγαν νὰ παίζει την Σύριγγα πάνω στὸ ἱερὸ βουνό του .
Οἱ Ἀθηναῖοι πάλι εἶχαν κοντά στὸν Μαραθῶνα ὡραιότατο ἱερὸ σπήλαιο του Πανός , με στενή εἴσοδο , ποῦ εἶχε μέσα καταλύματα καὶ λουτρά καθώς καὶ το ἀποκαλούμενο «Αἰπόλιο (μαντρί) του Πανός» , το ὁποῖο κατά τον Παυσανία , ἦταν λαξευμένες πέτρες σε σχῆμα κατσίκας .
Θεωροῦσαν λοιπόν τον Πᾶνα μεγάλο θεό καὶ προστάτη των βουνῶν , ὁπότε ὅλα τα βουνά καὶ τα σπήλαια της Ἀρκαδίας ἦταν ἱερὰ του .
Ἐπίσης ἦταν προστάτης τῶν κοπαδιῶν καὶ των βοσκῶν , ἀλλὰ καὶ των κυνηγῶν , τῶν σκοπέλων στὶς παραλίες , καὶ ἀρχηγὸς τῶν Νυμφών .
Καὶ ὅπως ὁ Ζεύς ὀνομάστηκε Μοιραγέτης , καὶ ὁ Ἀπόλλων Μουσαγέτης , ἔτσι καὶ ὁ Πᾶν ὀνομάστηκε Νυμφαγέτης .
Ὁ Πᾶν εἶχε δύστροπο χαρακτῆρα , θύμωνε πολύ , καὶ ὅταν θύμωνε σφύριζε μία μελωδία θανατηφόρα ποῦ ὅποιοι την ἄκουγαν πέθαιναν ἀπὸ τον φόβο τους . Διηγοῦνταν ὅτι κάποτε ἐννέα ξυλοκόποι ποῦ τον συνάντησαν θυμωμένο καὶ ἄκουσαν αὐτὴν την ὀξείᾳ καὶ φοβερή μελωδία πέθαναν . Οἱ συγγενεῖς τους μὴ μπορῶντας νὰ ἐξηγήσουν τον αἰφνίδιο αὐτὸ θάνατο ἐπῆγαν καὶ ρώτησαν το μαντεῖο ἀπὸ ὅπου καὶ ἔμαθαν την αἰτία .
ΙΕΡΟΝ ΠΑΝΟΣ ΑΘΗΝΑ
Μάλιστα ἔλεγαν ἄν την Ἄρτεμις δὲν εἶχε καταπραΰνει τον θυμό του θὰ εἶχε σκοτώσει ὅλους τους ξυλοκόπους γιατί τον ἐνοχλοῦσε ὁ θόρυβος ποῦ ἔκαναν κόβοντας ξύλα την ὥρα ποῦ αὐτὸς ἔπαιζε τον αὐλὸ του διασκεδάζοντας τις Νύμφες .
Ὁπότε οἱ βοσκοί πρόσεχαν πολύ νὰ μὴν τον ἐνοχλήσουν , μάλιστα πρὸς το μεσημέρι δὲν σφύριζαν με τις φλογέρες τους , ἐπειδή πίστευαν ὅτι ἐκείνη την ὥρα γύριζε κουρασμένος ἀπὸ το κυνήγι καὶ κοιμόταν τις περισσότερες φορές κάτω ἀπὸ τις σκιές των πεύκων .
Ὅπως φαίνεται καὶ ἀπὸ δύο ἐπιγράμματα του ἦταν καὶ προστάτης των ψαράδων ἀλλὰ καὶ ὅλων τῶν παραθαλασσίων καὶ ὁ Σοφοκλῆς στὸν Αἴαντα , τον ὀνομάζει Ἀλίπλακτον , ἐπίσης σώζονται ὁ ὕμνος του Ὀρφέα καὶ του Ὁμήρου σ’ αὐτὸν .
Τον παράσταιναν με δύο μικρά κέρατα στὸ κεφάλι , κόκκινο πρόσωπο , μικρά καὶ σουβλερά αὐτιά , σκληρή γενειάδα , με πόδια καὶ οὖρα τράγου , δέρμα λεοπαρδάλεως στοὺς ὤμους στεφάνι ἀπὸ πεύκῳ στὸ κεφάλι , καὶ στὸ δεξί χέρι νὰ κρατᾶ μαστίγιο ἐνῶ στὸ ἀριστερό γκλίτσα .
Πολλές φορές εἰκονίζεται νὰ παίζει καθισμένος κάτω ἀπὸ τα δέντρα το αὐλὸ του .

Αποτέλεσμα εικόνας για Ὁ ΘΕΟΣ ΠΑΝ

Σχετική εικόνα
Αποτέλεσμα εικόνας για Ὁ ΘΕΟΣ ΠΑΝ