Δευτέρα 26 Φεβρουαρίου 2018

Λευκάδα - Το νησί των χρωμάτων (Α' β Μέρος)


Λευκάδα - Το νησί των χρωμάτων (Α' Μέρος)

Αποφάσισα να γράψω για τη Λευκάδα, όχι μόνο γιατί είναι η πατρίδα του πατέρα μου, αλλά κι επειδή είναι το νησί με τις χρυσαφένιες παραλίες και τις σμαραγδένιες θάλασσες. Από τη γειτόνισσά της, την Ακαρνανία, τη χωρίζουν μόλις 100 μέτρα και συνδέεται μαζί της εδώ και 23 χρόνια με πλωτή γέφυρα. Η σύνδεση πιο παλιά γινόταν με «σχεδία» που πηγαινοερχόταν αγκυλωμένη σε βίντσια. Μετέφερε 6 έως 7 αυτοκίνητα κάθε φορά στο νησί. Από το 1986 όμως, όταν φτιάχτηκε η γέφυρα, τα πράγματα άλλαξαν. Η Λευκάδα είναι δεκαέξι φορές... νησί, τόσες, όσες ανοίγει η πλωτή γέφυρα κάθε μέρα που αποσύρεται από την ακτή της Ακαρνανίας, για να περάσουν το δίαυλο τα πλοία, μικρά ή μεγάλα. Όχι πως η Λευκάδα δεν είναι νησί, αλλά αυτή η τεχνητή προέκταση της δίνει ένα πλεονέκτημα, αφού για να την επισκεφθεί κανείς δεν χρειάζεται απαραίτητα να πάρει καράβι.
Ο μικρότερος νομός της χώρας με τους περισσότερους πολιτιστικούς συλλόγους και σωματεία. Μια συστάδα 10 νησιών, όπου το ένα είναι κατά πολύ μεγαλύτερο. Η Λευκάδα βρίσκεται σχεδόν στο κέντρο του Ιονίου πελάγους: νότια της Κέρκυρας και των Παξών και βόρεια της Κεφαλονιάς και της Ιθάκης και είναι το τέταρτο σε μέγεθος νησί των Επτανήσων (μετά την Κεφαλονιά, την Κέρκυρα και τη Ζάκυνθο). Έχει έκταση 302 τετρ. χιλιομέτρων και πληθυσμό 23.000 κατοίκων.
Υπήρξε η γενέτειρα πολλών πνευματικών ανθρώπων, από το 17ο έως και τον 20ο αιώνα. Λευκαδίτες στη καταγωγή ήταν οι ποιητές Ιωάννης Ζαμπέλιος, Αριστοτέλης Βαλαωρίτης και Άγγελος Σικελιανός, ο συγγραφέας Λευκάδιος Χερν, ο ιστορικός Σπυρίδων Ζαμπέλιος και Νίκος Σβορώνος, η μεσόφωνος Αγνή Μπάλτσα κ.ά. Είναι επίσης το μέρος που διάλεξε ο Ωνάσης για να χτίσει το ησυχαστήριό του.
Λίγο μετά τη Βόνιτσα, με το που βλέπετε το Ιόνιο, μπαίνετε και στη στενόμακρη λωρίδα γης και την κινητή γέφυρα που ενώνει το νησί με τη Στερεά Ελλάδα. Αυτό είναι κι ένα ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του νησιού. Πας με το αυτοκίνητό σου χωρίς να μπεις σε καράβι. Στη μια άκρη της Αιτωλοακαρνανίας, το επιβλητικό κάστρο της Αγίας Μαύραςκαι στην άλλη, η πόλη της Λευκάδας με την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική της.
Τα αξιοθέατα του νησιού, εκτός από αυτά της πρωτεύουσας, περιλαμβάνουν ένα ενετικό φρούριο του 14ου αιώνα, που είχε κατασκευαστεί από τον Ιωάννη Ορσίνι και περικλείει την εκκλησία της Αγίας Μαύρας του 13ου αιώνα (από όπου προήλθε κατά την ενετοκρατία και η φράγκικη ονομασία του νησιού Santa Maura, Σάντα Μαύρα), τα ερείπια του ναού του Απόλλωνα και τη μονή του Αγίου Νικολάου (17ος αιώνας) στη Βασιλική, την ορεινή κωμόπολη Καρυά με τα εξαίρετα υφαντά της και τα έθιμά της, ερείπια της πρώιμης εποχής του Χαλκού (περ.2000 π.Χ.) στο Νυδρί, την εκκλησία της Ανάληψης με τοιχογραφίες του 16ου αιώνα στον Πόρο και το πολύ όμορφο φαράγγι Μέλισσας, κοντά στο χωριό Κάβαλλος.
Από την αρχαιότητα, το όνομά της το οφείλει στο ακρωτήριο Λευκάτα, με τους απόκρημνους ψηλούς βράχους που φτάνουν τα 70 μ. ύψος και είναι στα νότια του νησιού. Το ίδιο μέρος ονομάστηκε και «Κάβος της Κυράς» ή της Νηράς (όπως το προφέρουν οι ντόπιοι) επειδή εκεί, κατά την παράδοση, αυτοκτόνησε η Σαπφώ, όταν ο Φάωνας αρνήθηκε τον έρωτά της. Εκεί βρισκόταν επίσης στην αρχαιότητα το ιερό του Απόλλωνα που, κατά τη μυθολογία, ίδρυσε ο σύντροφος του Οδυσσέα, Λεύκος. Στα κλασικά χρόνια, εκεί δινόταν μια ευκαιρία στους καταδικασμένους σε θάνατο. Αν πέφτοντας από ψηλά επιζούσαν, έπαιρναν χάρη.
Το 70% του νησιού είναι ορεινό. Η ψηλότερη οροσειρά, τα Σταυρωτά(1.182 μ.), βρίσκεται στο κέντρο του νησιού. Η γεωγραφία είναι τέτοια, που σχηματίζονται μικρά, στενά οροπέδια, εύφορες κοιλάδες και φαράγγια γεμάτα βλάστηση, εξαιτίας των πολλών νερών του υπεδάφους, αλλά και των επίγειων που τρέχουν ακόμα και το καλοκαίρι.
Η ανατολική πλευρά του νησιού είναι η πιο ανεπτυγμένη τουριστικά κι οι παραλίες της έχουν τη φιλόξενη ηρεμία της αβαθούς θάλασσας. Απάνεμοι κόλποι για τον ανεφοδιασμό ιστιοπλοϊκών και ταβέρνες δίπλα στο κύμα. Η δυτική πλευρά είναι διαμορφωμένη από μια παλαιοντολογική κατακρήμνιση και έχει ένα υποβλητικό και άγριο μεγαλείο. Οι αμμουδιές πολλές, σε όλες τις αποχρώσεις του πράσινου και του τιρκουάζ. Αλλού λεπτή άμμος, αλλού λίγο πιο χοντρή.

Γεωλογία
Η Λευκάδα ανήκει στην αδριατικο-ιόνια γεωτεκτονική ζώνη της δυτικής Ελλάδας, στην οποία ανήκουν η Ιθάκη, τμήμα της ανατολικής Κεφαλονιάς, καθώς και όλα τα νησάκια κοντά στην ακτή της Ακαρνανίας. Η ομοιότητα της γεωλογικής της κατασκευής με αυτήν της δυτικής Ακαρνανίας οδηγεί στην άποψη ότι το νησί από γεωτεκτονική άποψη αποτελεί κομμάτι που αποχωρίστηκε από την Ακαρνανία με ρήγματα, κατακρημνίσεις και καθιζήσεις, που έγιναν στη διάρκεια της νεογενούς εποχής του καινοζωικού αιώνα. Μετά από τα φαινόμενα αυτά συνέβηκαν εξάρσεις του βυθού και σχηματίστηκαν οι σημερινοί ύφαλοι και τα νησάκια που βρίσκονται μεταξύ της Λευκάδας και της Ακαρνανίας.
Η Λευκάδα, και τα υπόλοιπα Επτάνησα, είναι αποτέλεσμα του μεγάλου παράκτιου ρήγματος που την απομόνωσε από την απέναντι ξηρά. Τεκτονικά η Λευκάδα και η Κεφαλονιά θεωρούνται τα πιο κατακερματισμένα τμήματα του πεδίου καθίζησης Άρτας-Αγρινίου. Μεταξύ Λευκάδας και Παξών διασταυρώνονται τα ρήγματα του Ιονίου με τα ρήγματα του κόλπου της Άρτας. Στο σύστημα των ρηγμάτων αυτών και αυτών που διασταυρώνονται πιο νότια με τις προεκτάσεις των ρηγμάτων του Πατραϊκού κόλπου, ενδημούν σεισμικές εστίες.
Η Λευκάδα μαστίζεται από σεισμικές δονήσεις, που είναι σχεδόν ενδημικές για το νησί και οφείλονται στη γεωτεκτονική της κατασκευή και μάλιστα στις διαρρήξεις, μεταπτώσεις και μετακινήσεις των διαφόρων τμημάτων, που εξακολουθούν ακόμα και σήμερα.

Φυσική Γεωγραφία
Γεννήθηκε το πρόβλημα αν η Λευκάδα ήταν πάντοτε νησί ή χερσόνησος. Μέχρι τις αρχές του 19ου αιώνα επικρατούσε η γνώμη ότι ήταν πάντοτε χερσόνησος και ότι συνδεόταν με κάποιον ισθμό με την Ακαρνανία. Παλαιοί συγγραφείς[1] αναφέρουν τη Λευκάδα ως χερσόνησο, που συνδεόταν με την Ακαρνανία με ισθμό που υπήρχε στο ΒΑ άκρο της Λευκάδας. Οι Κορίνθιοι σύμφωνα με τις μαρτυρίες των παραπάνω συγγραφέων, όταν κατέλαβαν τη Λευκάδα έκοψαν τον ισθμό και μετέβαλαν έτσι τη χερσόνησο σε νησί.
Η Λευκάδα είναι το ορεινότερο νησί από τα Επτάνησα, με κυρίαρχο στοιχείο του ανάγλυφου την οροσειρά Σταυρωτά, με την υψηλότερη κορυφή Ελάτη (1.182 μ.). Ο οριζόντιος διαμελισμός της νήσου είναι μέτριος στα Α. και στα Δ. και πιο έντονος στα Ν. όπου σχηματίζονται οι όρμοι Βασιλικής, Αφτέλι, Σύδοτα και Ρούδα. Οι ακτές της έχουν συνολικό μήκος 117 χλμ.
Η Λευκάδα δεν έχει επιφανειακά νερά, σαν τα άλλα Επτάνησα, αλλά μόνο υπόγεια καρστικής προέλευσης, αποτέλεσμα των καρστικών μορφών, που δημιουργούνται μέσα σε ασβεστόλιθους και τους δολομίτες που αποτελούν το υπόβαθρό της. Το κλίμα είναι καλό με ήπιο χειμώνα και δροσερό καλοκαίρι.
Γύρω από τη Λευκάδα υπάρχουν και κατάφυτα νησιά (τα λεγόμενα Πριγκιποννήσια από τους ντόπιους) και είναι η Μαδουρή (με το σπίτι του Βαλαωρίτη), ο Σκορπιός (του Ωνάση), το Σκορπίδι, το Χελώνι, η Σπάρτη, η Θηλιά, ο Κύθρος, λίγο πιο πάνω ο Κάλαμος (ο κάτοικος λέγεται Καλαμισιώτης) και ο Καστός και νότια το Μεγανήσι.


Το Μεγανήσι είναι το δεύτερο σε μέγεθος μετά τη Λευκάδα από τα 10 νησιά. Εδώ υπάρχει το σπήλαιο που χρησιμοποιούσε ως ορμητήριο το υποβρύχιο «Παπανικολής» στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο. Η ιστορία του νησιού χάνεται στα βάθη των αιώνων. Πιθανόν στα αρχαία χρόνια, αυτό να ήταν το νησί των Ταφίων. Για πρώτη φορά ο Όμηρος αναφέρει το όνομα αυτό, παρμένο από τη μυθολογία που ήθελε τον Τάφιο γιο του Ποσειδώνα και βασιλιά της περιοχής. Κατά τον Όμηρο, ο Οδυσσέας εμπιστεύθηκε τα πλοία του στο βασιλιά Μέντορα των Ταφίων, όταν έφευγε στην Τροία. Άλλοι θεωρούν ότι το Μεγανήσι είναι το νησί Αστερίς, που αναφέρεται επίσης στον Όμηρο.




Ιστορία
Η Λευκάδα, λόγω της θέσης της, υπήρξε πάντα μια χερσόνησος, τμήμα της Ακαρνανίας. Κατοικήθηκε από τα προϊστορικά χρόνια, ενώ τη μυκηναϊκή εποχή είχε αναπτύξει αξιόλογο πολιτισμό (γνωστή η πόλη Νήρικος). Στα αρχαία χρόνια, η Λευκάδα, «Λευκάς Πέτρη» κατά τον Όμηρο, ήταν γνωστή ως Νήρικος. Ο Στράβων την αναφέρει με την ονομασία Λευκαδία ή Λευκαδίων Χερσόνησος. Το 650 π.Χ., οι Ακαρνάνες, που είχαν καταληφθεί από τη Νήρικο, επαναστάτησαν και ζήτησαν τη βοήθεια της Κορίνθου. Οι Κορίνθιοι άρχοντες Γαγάσος και Κύψελος έστειλαν 1.000 άνδρες για να βοηθήσουν τους επαναστάτες, που με τη βοήθεια των Ακαρνάνων κατέλαβαν με τη βία τη Λευκάδα κι από τους κάτοικους άλλους εξόρισαν κι άλλους τους εξόντωσαν. Σαν συνέπεια των γεγονότων, η Νήρικος ξέπεσε. Το νησί από τότε έγινε κορινθιακή αποικία. Όμως η Νήρικος και η Λευκάδα συνήλθαν βαθμιαία, επειδή οι Κορίνθιοι έκαναν έργα διάνοιξης στομίου και προστασίας της διώρυγας, αλλά και άλλα μεγάλα έργα.
Σίγουρα, μετά τη διάνοιξη της διώρυγας από τους Κορίνθιους, η Νήρικος από τη λοφοσειρά μεταφέρθηκε στην πεδιάδα και πήρε το όνομα Λευκάδα, που αργότερα επεκτάθηκε για όλο το νησί. Ο Θουκυδίδης αναφέρει τη Λευκάδα ως χερσόνησο και τον ισθμό της που υπήρχε το 6ο έτος του Πελοποννησιακού πολέμου. Αναφέρει ακόμα ότι πάνω στον ισθμό βρισκόταν και η πόλη και το ιερό του Απόλλωνα και ότι ο στρατηγός των Αθηναίων Ασώπιος «πλεύσας εις Λευκάδα... και απόβαση εις Νήρικο ποιησάμενος» αναχώρησε. Ίσως, όταν ο Θουκυδίδης τα έγραφε, δεν είχε ερημωθεί τελείως η Νήρικος.
Με τα χρόνια οι Λευκαδίτες αναπτύχθηκαν σε πληθυσμό και έφτασαν τους 20.000. Έγιναν αυτόνομοι, απαλλάχτηκαν από το ζυγό των Κορινθίων και ανέκτησαν την παλιά υπεροχή τους πάνω στους γείτονές του Ακαρνάνες. Οι Κορίνθιοι, όσες φορές είχαν την πολεμική ανάγκη των Λευκαδιτών, δεν τους θεωρούσαν πια υπηκόους, αλλά φίλους. Το πολίτευμα τους αρχικά ολιγαρχικό, βαθμιαία έγινε δημοκρατικό.
Στον πόλεμο κατά των Περσών, οι Λευκαδίτες έλαβαν μέρος στη ναυμαχία της Σαλαμίνας με τρία πλοία, και στον Πελοποννησιακό πόλεμο συντάχθηκαν με τους Κορίνθιους. Στη ναυμαχία των Κορινθίων κατά των Κερκυραίων (435 π.Χ.), κοντά στο Άκτιο, η Λευκάδα, πιστή στη μητρόπολή της, πήρε το μέρος της και συμμετείχε με 10 πλοία, με συνέπεια, μετά την υποχώρηση των συμμάχων Κορινθίων, να λεηλατηθεί αργότερα όχι μόνο από τους Κερκυραίους, αλλά κι από τους Αθηναίους στρατηγούς στη διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου.
Πήραν ενεργό μέρος και στην εκστρατεία κατά της Στράτου. Κατά την επιστροφή των αιχμαλώτων της Επιδάμνου, έγινε στάση στην Κόρινθο και οι Κορίνθιοι για να την καταστείλουν έστειλαν 53 πλοία, από τα οποία τα 13 ήταν από τη Λευκάδα και την Αμβρακία. Ο συμμαχικός στόλος νίκησε τον κερκυραϊκό και λεηλάτησε την Κέρκυρα, αλλά τελικά κατέφυγε στη Λευκάδα, επειδή πληροφορήθηκε ότι ισχυρός αθηναϊκός στόλος, από 60 πλοία, έπλεε εναντίον του από την Κόρινθο, τη Λευκάδα και την Αμβρακία. Μετά από αυτά (428 π.Χ.), ο αθηναίος στρατηγός Δημοσθένης, με στόλο από 30 πλοία, αποβιβάστηκε στη Λευκάδα και κατέλαβε τον Ελλόμενοκαι τους φρουρούς του κατάσφαξαν οι Αθηναίοι. Έπειτα, όταν ενισχύθηκαν από Κεφαλλονίτες και Ζακυνθινούς και από 15 κερκυραϊκά πλοία επιτέθηκαν και στην πόλη της Λευκάδας και λεηλάτησαν τη γύρω ύπαιθρο. Όμως, οι πολιορκούμενοι Λευκαδίτες άντεχαν στις επιθέσεις των πολιορκητών και ο Δημοσθένης, παρά τις αντιρρήσεις των Ακαρνάνων, έλυσε την πολιορκία γιατί βιαζόταν να εκστρατεύσει κατά των Αιτωλών (Θουκ.3,95). Κατά την εκστρατεία των Αθηναίων στη Σικελία οι Λευκαδίτες έστειλαν βοήθεια στους Λακεδαιμόνιους που πολεμούσαν με τους Συρακούσιους. Το 394 π.Χ. η Λευκάδα συμμετείχε στη συμμαχία Θηβών, Αθηνών και Κορίνθου, αλλά αργότερα πέρασε στο πλευρό των Σπαρτιατών. Το 372 π.Χ. συνδέθηκε με συνθήκη με την Αθήνα.
Στους μακεδονικούς χρόνους, η Λευκάδα προσχώρησε στην Αθηναϊκή συμμαχία κατά του Φιλίππου, αργότερα όμως παραδόθηκε στον Κάσσανδρο και παρέμεινε από τότε στην κυριαρχία των Μακεδόνων. Από το 197 π.Χ. πέρασε στην κυριαρχία των Ρωμαίων.
Στους ρωμαϊκούς χρόνους έγιναν πολλά δημόσια έργα. Έτσι διασκευάστηκαν τα τείχη της πόλης, επισκευάστηκε η άνοδος προς την Ακρόπολη και συνδέθηκε η πόλη με μεγάλη γέφυρα με την Ακαρνανία. Η γέφυρα αυτή κτίστηκε γύρω στο 190 π.Χ. Κατά τη ναυμαχία του Ακτίου, 29 π.Χ. η Λευκάδα καταλήφθηκε στρατιωτικά από τον Αγρίππα, με εντολή του Αυγούστου, και μετά τη νίκη του Οκταβιανού αποδόθηκαν στους Λευκαδίτες όλα τα πλοία που προηγουμένως είχαν επιτάξει οι Ρωμαίοι. Όταν θεμελιώθηκε η Νικόπολη, πολλοί Λευκαδίτες αναγκάστηκαν να πάνε να κατοικήσουν στην παραλιακή αυτή πόλη και για τη διακόσμησή της πολλά έργα τέχνης πάρθηκαν από τη Λευκάδα και άλλες πόλεις και νησιά.
Τα όσα λέγονται, ότι οι απόστολοι Ακύλας και Ηρωδίωνας υπήρξαν οι πρώτοι που εισήγαγαν τον Χριστιανισμό στη Λευκάδα, με εντολή του αποστόλου Παύλου κι ότι ο ίδιος ο Παύλος πηγαίνοντας στη Ρώμη πέρασε από τη Λευκάδα, όλα αυτά είναι μεταγενέστερα απόκρυφα ιστορήματα. Η Εκκλησία της Λευκάδας δεν ανήκει στις αποστολικές εκκλησίες, δηλαδή αυτές που ίδρυαν οι απόστολοι. Ο Διοκλητιανός αναφέρεται ως ευεργέτης της Λευκάδας. Κατά το β' διωγμό των Χριστιανών, μετά από εντολή του Διοκλητιανού, μαρτύρησε και ο επίσκοπος Λευκάδος Δονάτος.
Ελάχιστες είναι οι πληροφορίες που υπάρχουν για τη Λευκάδα κατά τη Βυζαντινή περίοδο. Το 887 μ.Χ. το νησί ανήκε στο θέμα της Κεφαλληνίας και κατά τα έτη 1099 και 1103 λεηλατήθηκε από τους Πιζάτες. Μετά την κατάλυση του Βυζαντινού κράτους από τους Σταυροφόρους (1204), η Λευκάδα συμφωνήθηκε να υπαχθεί στους Βενετούς. Όμως περιήλθε στην κυριαρχία του Μιχαήλ Α' Άγγελου Κομνηνού και ακολούθησε την τύχη του Δεσποτάτου της Ηπείρου. Στη μάχη της Πελαγονίας (ή μάχη της Καστοριάς) (1259), ο Μιχαήλ Β' Άγγελος Κομνηνός, δεσπότης της Ηπείρου, κατέφυγε στη Λευκάδα και την Κεφαλονιά. Μετά το θάνατό του, το δεσποτάτο διαιρέθηκε κι η Λευκάδα έμεινε στο γιο του, τον Νικηφόρο. Την περίοδο 1300-1318 το νησί το κατείχαν ο κόμης της Κεφαλονιάς και της Ζακύνθου. Στη συνέχεια ενώθηκε και πάλι με το δεσποτάτο, όταν ο Ιωάννης Α' Ορσίνι κατέλαβε τμημάτα της Ηπείρου και των περιοχών της.
Το 1294, ο δεσπότης της Ηπείρου Νικηφόρος Α' Άγγελος Κομνηνός πάντρεψε την κόρη του Μαρία με τον Ιωάννη, γιο του Ριχάρδου Ορσίνι και έδωσε ως προίκα της τη Λευκάδα. Στη συνέχεια, το 1331 το νησί κατέλαβε ο Βάλτερος Βρυέννιος, ο στρατηγός του Ροβέρτου της Νεάπολης, που το παραχώρησε στο Γρατιανό Τζώρτζη (1355). Οι Λευκαδίτες όμως, με την παρακίνηση του δεσπότη της Ηπείρου Νικηφόρου Β', επαναστάτησαν κατά του Τζώρτζη και τον παρέδωσαν στο Νικηφόρο. Ο Τζώρτζης ωστόσο επέστρεψε στη Λευκάδα, την οποία και κυβέρνησε έως το θάνατό του (1362). Τότε η Λευκάδα περιήλθε στον οίκο των Τόκκα (Tocco). Ο τελευταίος από τους δούκες του οίκου, ο Λεονάρδος Γ' Τόκκα, βοήθησε τους Ενετούς στον πόλεμο εναντίον της Τουρκίας και ευνόησε τους ορθόδοξους για να κερδίσει τη συμπάθεια των κατοίκων του νησιού.
Την περίοδο αυτή κατέφυγαν στη Λευκάδα περίπου 15.000 Έλληνες πρόσφυγες από τη Στερεά Ελλάδα. Όμως, μετά την ενετο-τουρκική συνθήκη ειρήνης, η Ενετία εγκατέλειψε τον Λεονάρδο κι η Λευκάδα καταλήφθηκε από τους Τούρκους (1479). Στην περίοδο εκείνη ανάγεται και η υιοθέτηση της ονομασίας Σάντα Μαύρα.
Ο Μωάμεθ Β', ο κατακτητής, αφού κατέλαβε τα τελευταία υπολείμματα του Δεσποτάτου της Ηπείρου και τα νησιά Λευκάδα, Κεφαλονιά και Ιθάκη, έσφαξε όλους τους άρχοντες που βρίσκονταν στην υπηρεσία του Λεονάρδου Γ' κι απήγαγε πολλούς χωρικούς στην Κωνσταντινούπολη. Στη Λευκάδα η Α' τουρκοκρατία διήρκεσε για πάνω από δύο αιώνες, εκτός από σύντομες διακοπές (1479-1684). Οι Τούρκοι μετέβαλαν την εκκλησία του Αγίου Μάρκου σε τζαμί. Ο πασάς Κεδούκ Αχμέτ πήρε πολλούς Λευκαδίτες ως σκλάβους, οι οποίοι αργότερα πουλήθηκαν σε διάφορα σκλαβοπάζαρα σε εξευτελιστικές τιμές. Διοικητικά η Λευκάδα από την Άλωση της Ναυπάκτου (1499) εξαρτάτο από τον πασά που είχε την έδρα του στην πόλη εκείνη. Στη Λευκάδα εγκαταστάθηκαν Τουρκαλβανοί.
Ισπανικές και ενετικές δυνάμεις επιτέθηκαν στην Κεφαλονιά, που την κατείχαν οι Τούρκοι και στα τέλη του 1500 την κυρίευσαν. Μετά από δύο περίπου χρόνια (1502) οι Ενετοί κατέλαβαν και τη Λευκάδα, με τη βοήθεια και του παπικού στόλου. Το νησί είχε μεταβληθεί σε κρησφύγετο πειρατών, γι’ αυτό και λεγόταν «Κοιλάδα πειρατών», κατά την κατοχή της από τους Τούρκους. Ιουδαίοι από την Ισπανία είχαν εγκατασταθεί στο νησί. Οι Ενετοί άρχισαν να την οχυρώνουν, αλλά ένα χρόνο μετά την κατάληψή της, αναγκάστηκαν να την εκκενώσουν, επειδή ο σουλτάνος Βαγιαζήτ Β' αρνιόταν να υπογράψει ειρήνη με του Ενετούς χωρίς τη Λευκάδα. Πολλοί Λευκαδίτες μετακόμισαν στην Ιθάκη, όταν το νησί παραδόθηκε και πάλι στους Τούρκους. Πολλές προσπάθειες έγιναν από τους Ενετούς να εγκατασταθούν και πάλι στο νησί, αλλά αυτό το κατόρθωσαν μόνο μετά από πολλές δεκαετηρίδες.

Το νησί παρέμεινε στην κυριαρχία των Τούρκων ως το 1684, οπότε το κατέλαβε ο Ενετός Μοροζίνι. Την τελευταία ενετοκρατία στη Λευκάδα την κατέλυσαν οι Γάλλοι (1797).
 Οι Λευκαδίτες από τότε συμπαραστάθηκαν μέσα και έξω από την πατρίδα τους σε όλες τις εθνικές υποθέσεις της Ελλάδας. Το 1798 η Λευκάδα, όπως και τα άλλα Επτάνησα, κυριεύτηκε από ρωσο-τουρκικό στόλο παρά τη σθεναρή αντίσταση της γαλλικής φρουράς της και αποτέλεσε τμήμα της Ιονίου Πολιτείας υπό την επικυριαρχία του σουλτάνου. Μετά τη συνθήκη του Τιλσίτ(1807) περιήλθε και πάλι στη Γαλλία. Από το 1810 άρχισε για το νησί η περίοδος της αγγλικής κυριαρχίας, η οποία διήρκεσε έως το 1864, χρονολογία της ένωσης της Επτανήσου με την Ελλάδα.
Όταν ο Ελληνισμός της Στερεάς Ελλάδας δεινοπαθούσε από τους Τούρκους, το νησί χρησίμευσε πολλές φορές ως καταφύγιο για τους κατατρεγμένους κατοίκους της και τις οικογένειές τους. Η Λευκάδα ήταν ένα πρόχειρο άσυλο για τους κατοίκους της Στερεάς, επειδή ήταν πολύ κοντά σ’ αυτήν. Πολλές μάλιστα οικογένειες διακεκριμένων πολεμιστών και άλλων σημαντικών προσωπικοτήτων εγκαταστάθηκαν μόνιμα στη Λευκάδα, όπως η οικογένεια Βαλαωρίτη.
 Ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων έβλεπε με δυσαρέσκεια να φεύγουν οι εκλεκτοί της περιοχής της κυριαρχίας του και έκανε επανειλημμένες συστάσεις στην πολιτεία της Επτανήσου για επάνοδο των φυγάδων. Η πολιτεία της Επτανήσου βέβαια δεν άκουσε τις προσκλήσεις αυτές του Πασά των Ιωαννίνων κι αυτή είναι η αιτία που οδήγησε τον Αλή στην απόφαση να καταλάβει τη Λευκάδα. Για το σκοπό αυτόν συγκέντρωσε μια δύναμη 20.000 ανδρών. Η άμυνα του νησιού ανατέθηκε από την κυβέρνηση των Επτανήσων στον Ιωάννη Καποδίστρια. Αυτός συνδέθηκε και με προσωπική φιλία με τους διακεκριμένους Έλληνες πολεμιστές, όπως τον Φώτο Τζαβέλα, τον Κίτσο και το Νότη Μπότσαρη κι άλλους εκλεκτούς.
Ο Ιωάννης Καποδίστριας προσκάλεσε όλους αυτούς σε μεγάλη συγκέντρωση στη Λευκάδα, που είχε τη μορφή εθνικής συνέλευσης, κατά την οποία όλοι κλέφτες και αρματολοί έδωσαν όρκο θανάτου για την απελευθέρωση της πατρίδας Ελλάδας. Πιστοί στον όρκο τους οι Λευκαδίτες, αμέσως μετά την κήρυξη της μεγάλης Ελληνικής Επανάστασης, έτρεξαν μαζί με τους άλλους Επτανήσιους να βοηθήσουν. Το 1864 εκπληρώθηκε η περιπόθητη ένωση των Επτανησίων με τη μητέρα Ελλάδα και από τότε η Λευκάδα αποτελεί αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού κράτους.

[1] Μεταξύ των οποίων ο Θουκυδίδης, ο Στράβων, ο Παυσανίας, ο Σκύλαξ και από τους Λατίνους ο Τίτος Λίβιος και άλλοι.
Πόλη που βρισκόταν στη σημερινή πεδιάδα του Εγκλιμενού, πιθανώς πρόκειται για φρούριο των Νηριτίων που βρισκόταν σε στρατηγικό σημείο.
 Στο μεταξύ, στο διάστημα 10 Οκτωβρίου 1715 – 18 Οκτωβρίου 1716 οι Ενετοί είχαν εγκαταλείψει προσωρινά το νησί για χάρη της Κέρκυρας.




Λευκάδα - Το νησί των χρωμάτων (Β' Μέρος)



Αρχαιολογία και μνημεία

Στους αρχαιοτάτους χρόνους, μια χαμηλή ράχη συνέδεε ακόμα την Ακαρνανία με το ύψωμα το οποίο αργότερα αποτέλεσε την ακρόπολη της Λευκάδας (πάνω από τις αλυκές και νότια από το σημείο όπου υπάρχει σήμερα ο στενότερος διάπλους). Τον ισθμό άνοιξαν πρώτοι οι Κορίνθιοι με μια διώρυγα, το Διορυκτόν, λίγο με τά την ίδρυση της αποικίας τους τον 7ο αιώνα π.Χ. Κατά τους ρωμαϊκούς χρόνους υπήρχε μια γέφυρα στο νότιο σημείο του πορθμού. Στη νότια ακτή του νησιού μικρές προεξέχουσες άκρες καταλήγουν στο περίφημο λευκό ακρωτήρι της Λευκάτας (το σημερινό Δουκάτο), το οποίο αποτελούσε τον τρόμο των αρχαίων ναυτικών και αναφέρεται ήδη στον Όμηρο ως είσοδος στον Άδη. Στο ακρωτήριο αυτό βρισκόταν το ιερό του Απόλλωνα, του οποίου όμως δε σώζεται κανένα ίχνος. Στους αρχαίους επικρατούσε η λαϊκή παράδοση ότι ένα πήδημα από αυτό το απόκρημνο ακρωτήρι στη θάλασσα θεράπευε τους ερωτευμένους που δεν εύρισκαν ανταπόκριση στον έρωτά τους. Σύμφωνα με την παράδοση, από εκεί έπεσε στη θάλασσα η Λεσβία ποιήτρια Σαπφώ, ελπίζοντας έτσι να σταματήσει ο έρωτάς της προς τον Φάωνα, αλλά από το πήδημα αυτό αντί για θεραπεία βρήκε το θάνατο.

Προϊστορικά ευρήματα υπάρχουν άφθονα στο νησί από τη νεολιθική εποχή, είναι όμως όλα ασήμαντα. Στο Νυδρί ανέσκαψε ο Γερμανός αρχαιολόγος Wilhelm Dörpfeld και έφερε στο φως κυκλικά οικοδομήματα της πρώιμης εποχής του χαλκού (2000 π.Χ.), τα οποία έχουν το ανάλογό τους στο κυκλικό οικοδόμημα που αποκαλύφθηκε κάτω από το ανάκτορο της Τίρυνθας. Ο Dörpfeld (που μάλιστα πέθανε στο νησί, το 1940) υποστήριζε ότι η Λευκάδα ταυτιζόταν με την Ιθάκη, την πατρίδα του Οδυσσέα, αλλά ο ισχυρισμός του θεωρείται ανυπόστατος, καθώς δε στηρίζεται από αρχαιολογικά ευρήματα.


Η πόλη της Λευκάδας

Είναι «συμπαθέστατη» με ένα ιδιαίτερο «χρώμα». Η αρχιτεκτονική της, όπως και στα υπόλοιπα Επτάνησα, είναι επηρεασμένη από τη Δύση, παρόλο που έμεινε στην κυριαρχία των Ενετών πολύ λιγότερο διάστημα από ό,τι τα άλλα νησιά, και πάντως λιγότερο από όσο στην τουρκική κυριαρχία. Η γειτνίασή της με τη Στερεά Ελλάδα συντέλεσε στο να διατηρηθεί αρκετά ισχυρή κι η μεταβυζαντινή παράδοση. Πέρασαν πολλοί κατακτητές, που ίσως επειδή ήξεραν και οι ίδιοι πως δεν θα μείνουν πολύ, δεν άφησαν τίποτα πίσω τους εκτός από οχυρωματικά έργα και ελάχιστα κτίρια.

Στην είσοδό της βρίσκεται το πάρκο των ποιητών και φιλοξενεί τις προτομές του Βαλαωρίτη, του Σικελιανού, του Χερν και της Κλεοπάτρας Δίπλα-Μαλάμου.

Αριστερά του πάρκου απλώνεται η μαρίνα, με σκάφη κυρίως ιστιοπλοϊκά αγκυροβολημένα στην αγκαλιά της. Από της άλλη μεριά ανοίγεται ο «μπροστινός μόλος», όπως τον λένε οι ντόπιοι. Εκεί υπάρχει μια πεζογέφυρα που φτιάχτηκε πριν από 8 περίπου χρόνια και ενώνει το μόλο με τα ιβάρια, όπως ονομάζονται οι ιχθυοκαλλιέργειες με τις ειδικές, παραδοσιακές καλαμωτές, όπου τα ψάρια ζουν και μεγαλώνουν σε φυσικές συνθήκες.

Ανάμεσα στη μαρίνα και το μόλο ανοίγεται ο δρόμος της αγοράς. Ένα από τα πιο ωραία είναι η βόλτα στα σοκάκια της πόλης. Τα χρώματα και το περιβάλλον θα σας «ταξιδέψουν». Στα στενοσόκακα βλέπουμε λιγοστά παλιά αρχοντικά. Το κλασικό λευκαδίτικο σπίτι έχει πέτρινο ισόγειο και ξύλινο ανώγι με μικρή αυλή. Τα σπίτια κολλημένα στο πλάι, κατά το μεσαιωνικό σχέδιο, σχηματίζουν στενά καλντερίμια που έκοβαν τον άνεμο και μπέρδευαν τους μεθυσμένους πειρατές. Καμιά φορά θαρρείς ότι τα γαρίφαλα κι ο βασιλικός του ενός πήδηξαν στο μπαλκόνι του άλλου για απογευματινή βεγγέρα. Πολλά έχουν έγχρωμες προσόψεις σε απαλούς τόνους του ροζ, του πράσινου, του γαλάζιου και άλλα έχουν στέγες χρωματισμένες σε απαλούς τόνους.

Είναι κι αυτές οι κουβέντες των κατοίκων, ήχοι μελωδικοί από τη γλυκιά προφορά τους, που μας συντροφεύουν καθώς περπατάμε ανάμεσά τους. Πότε τραγουδούν, πότε συζητούν και πότε μας απευθύνουν μια δροσερή καλημέρα ή μια ζεστή καλησπέρα. Στέκονται στα πεζούλια, τα μπαλκόνια και τις αυλές. Ρεμβάζουν ή κάνουν τις καθημερινές τους δουλειές με φόντο τα κεντήματα στα παράθυρά τους. Στις εξώπορτες, μικρά και μεγάλα ποδήλατα περιμένουν τη στιγμή που οι επίδοξοι αναβάτες θα τα πάρουν για σεργιάνι στην πόλη. Στις πλατείες μικροί και μεγάλοι βολτάρουν.

Τη σημερινή της μορφή άρχισε να την παίρνει απ’ το 1684, όταν ο Ενετός Μοροζίνι έκανε έξωση στους Λευκαδίτες που έμεναν μέσα στο κάστρο. Η έντονη σεισμική δραστηριότητα εκείνα τα χρόνια, μαζί με τις ελάχιστες οικονομικές δυνατότητες, διαμόρφωσαν καθοριστικά την αρχιτεκτονική των σπιτιών. Χαρακτηριστικό οικιστικό στοιχείο της Λευκάδας είναι τα πολλά ξύλινα ή ξυλόπηκτα σπίτια, εξαιτίας των συχνών καταστρεπτικών σεισμών από τους οποίους υποφέρει το νησί. Συνηθίζεται επίσης η τοποθέτηση ενός ξύλινου σκελετού, κατά μήκος των εσωτερικών τοίχων των κτιρίων, για να εμποδίζεται η προς το εσωτερικό πτώση των τοίχων. Κτίρια μικρά, δίπατα, με ξύλινους εξώστες και κεραμοσκεπές και ανάμεσά τους στενά καντούνια. Το κάτω μέρος ήταν λιθόκτιστο και το πάνω ήταν φτιαγμένο με ξύλο και λάσπη. Μια αντισεισμική αρχιτεκτονική μοναδική στον κόσμο. Με τις συχνές επισκέψεις του Εγκέλαδου, οι κάτοικοι που ξανάφτιαχναν τα σπίτια τους με τα ίδια υλικά φρόντιζαν το πάνω μέρος να είναι ελαφρύ και συχνά το κάλυπταν με λαμαρίνα, που έβαφαν σε διάφορα απαλά χρώματα. Η ίδια τεχνική χρησιμοποιείται και σήμερα. Θα δείτε μέσα στο ιστορικό κέντρο πολλά σπίτια με λαμαρίνες. Τα παραθυρόφυλλα είναι ξύλινα και κινητά και όλα βάφονται σε μπλε ή πράσινο χρώμα. Στη Λευκάδα δε θα συναντήσετε ενετικά αρχιτεκτονικά στοιχεία, όπως στη Ζάκυνθο και την Κέρκυρα. Οι Ενετοί δε συνέβαλαν καθόλου στο χτίσιμο της πόλης. Υπάρχουν αρχοντικά στην πόλη και πλούσια σπίτια της εποχής που είναι όλα χτισμένα σε μεγάλο οικόπεδο, είχαν όλα τζάκι, αυλές και εντυπωσιακές εξώθυρες.

Πέρα από τη βόλτα σας στο ιστορικό κέντρο με τα καντούνια του, αξίζει να δείτε το Μουσείο Φωνογράφου, ένα μικρό ιδιωτικό μουσείο με φωνογράφους, δίσκους, σπάνια χρηστικά αντικείμενα, εργαλεία, καρτ-ποστάλ κλπ. Είναι μοναδικό στην Ελλάδα και ιδρύθηκε και συντηρείται από έναν κρεοπώλη, τον Δημήτρη Κατωπόδη ή Ντελημάρη.

Επισκεφτείτε και το Αρχαιολογικό Μουσείο Λευκάδας, που από το 1999 στεγάζεται στο νέο κτίριο του Πολιτιστικού Κέντρου του Δήμου. Τα ευρήματα της συλλογής του μπορεί να μην είναι από τα πιο σπουδαία της ελληνικής αρχαιότητας, είναι όμως τόσο έξυπνα τοποθετημένα μέσα και έξω από τις προθήκες και συνοδεύονται από πλούσια και κατατοπιστικά κείμενα, σχέδια, αναπαραστάσεις και φωτογραφίες. Οι 4 συνολικά αίθουσές του περιλαμβάνουν ευρήματα από τις ανασκαφές στο νησί που καλύπτουν μια πολύ μεγάλη χρονική περίοδο, από τη μέση παλαιολιθική εποχή (200000-35000 π.Χ.) έως και τους ύστερους ρωμαϊκούς χρόνους.

Η 4η αίθουσα, που βρίσκεται δεξιά της πρώτης, είναι αφιερωμένη στη μνήμη του Γερμανού φιλέλληνα αρχαιολόγου Wilhelm Dörpfeld, που ταύτισε το όνομά του με τη Λευκάδα. Ο Dörpfeld, βοηθός αρχικά του Ερρίκου Σλήμαν (που ύστερα από ανασκαφές το 1878 ταύτισε τη σημερινή με την αρχαία Ιθάκη), συνέχισε τις έρευνες του δασκάλου του, στηριζόμενος κυρίως στο κείμενο της «Οδύσσειας». Πραγματοποίησε τις πρώτες ανασκαφές στη Λευκάδα στις αρχές του 20ου αιώνα, που τις επισκέφτηκε ο φίλος και χρηματοδότης του, αυτοκράτορας της Γερμανίας, Γουλιέλμος Β'. Όταν το 1927 δημοσίευσε τα αποτελέσματα των ανασκαφών του από το νεκροταφείο στην περιοχή του Στενού, νότια από το Νυδρί, ανέπτυξε μια θεωρία, σύμφωνα με την οποία η Λευκάδα ήταν η ομηρική Ιθάκη, σε αντίθεση με την άποψη του Σλήμαν. Ο Dörpfeld τοποθετούσε το ανάκτορο του Οδυσσέα στην περιοχή του Στενού στο Νυδρί. Όμως, η χρονολόγηση με σύγχρονες μεθόδους των ευρημάτων από το Στενό, μερικά από τα οποία εκτίθενται στην 4η αίθουσα, στην πρωτοελλαδική ΙΙ περίοδο (2700-2300 π.Χ.) και όχι στην υστεροελλαδική εποχή, εποχή κυριαρχίας των μυκηναίων (1500-1100 π.Χ.), καταρρίπτει αυτή τη θεωρία. Εξάλλου, οι προσπάθειες που έχουν γίνει για την αναγνώριση και τον εντοπισμό των τόπων που αναφέρονται στην «Οδύσσεια», δεν έχουν επιβεβαιώσει καμιά από τις αντιμαχόμενες θεωρίες.

Τέλος αξίζει μια μικρή βόλτα με το αυτοκίνητο στη Γύρα (ο δρόμος γύρω από τη λιμνοθάλασσα) για να δείτε τους παλιούς μύλους, που χτίστηκαν οι παλαιότεροι το 1684 και οι νεώτεροι το 1739. Σώζονται μόνο 4 από τους 12 που υπήρχαν συνολικά. Οι περισσότεροι είχαν ρωσικά ονόματα, όπως Ορλώφ, Μετζίκωφ, Μόσκοβας και μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα άλεθαν μεγάλες ποσότητες σταριού, πολλές από τις οποίες έρχονταν από τη Ρωσία. Η ίδια η λιμνοθάλασσα είναι σημαντικός υγροβιότοπος, όπου μπορεί να συναντήσετε πελεκάνους, ερωδιούς, αγριόχηνες, κύκνους κλπ. Και μιας και φτάσατε ως εκεί, δείτε και το κάστρο της Αγίας Μαύρας πάνω στη νησίδα του ισθμού που ενώνει τη Λευκάδα με την Ακαρνανία, που χτίστηκε το 1300 μ.Χ. από τον κόμη Ορσίνι.

Στην πόλη διοργανώνονται επίσης κάθε καλοκαίρι οι πετυχημένες Γιορτές Λόγου και Τέχνης, με ποικίλα δρώμενα.


Ιστορία της πόλης

Η πόλη της Λευκάδας ιδρύθηκε από Κορίνθιους αποίκους τον 7ο αιώνα π.Χ. Ήταν χτισμένη περίπου 2 χλμ. από την τοποθεσία όπου βρίσκεται η σημερινή Λευκάδα και συγκαταλεγόταν στις μεγαλύτερες πόλεις της αρχαίας Ελλάδας (περίμετρος τειχών 3 χλμ. και εμβαδόν περίπου 1 τ. χλμ.). Πήρε μέρος στον πόλεμο κατά των Περσών με τρία πλοία και στρατό. Στον πόλεμο για την Επίδαμνο υποστήριξε τους Κορίνθιους, με τους οποίους ήταν σύμμαχος και κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο. Ο Δημοσθένης (343 π.Χ.) έπεισε τους Λευκαδίτες να προσχωρήσουν στη συμμαχία κατά του Φιλίππου. Στο πόλεμο ανάμεσα στον Κάσσανδρο και τον Πολυσπέρχοντα η Λευκάδα υποτάχθηκε στον πρώτο (314 π.Χ.) και διετέλεσε διαδοχικά υπό την κυριαρχία του Αγαθοκλή, του Δημητρίου του Πολιορκητή και του Πύρρου. Μετά την πτώση της ηπειρωτικής μοναρχίας, η Λευκάδα έγινε πρωτεύουσα (230-167 π.Χ.) του Κοινού των Ακαρνάνων κι αγωνίστηκε κατά της Ρώμης ως σύμμαχος των Μακεδόνων. Το 197 π.Χ. κατακτήθηκε από το ρωμαϊκό στρατό του Λ. Φλαμινίνου και 30 χρόνια αργότερα αποσπάστηκε από το Κοινό των Ακαρνάνων.

Η σημερινή Λευκάδα έχει τις ρίζες της στο 1684, όταν ο Ενετός Μοροζίνι προέτρεψε τους κατοίκους του κάστρου να κατοικήσουν έξω από αυτό, για να αντιμετωπίσουν πιο αποτελεσματικά τη σεισμική δραστηριότητα από την οποία δοκιμαζόταν το νησί. Η σύγχρονη πόλη χτίστηκε μετά τους σεισμούς του 1948 και του 1953.

Τα χωριά

Πανέμορφο νησί, πανέμορφα και τα χωριά του. Αφήνουμε την πρωτεύουσα με νότια κατεύθυνση, για να γυρίσουμε το υπόλοιπο νησί. Λίγο έξω από την πόλη, μόλις 2 χιλιόμετρα, συναντάμε ένα μικρό οικισμό, το Καλλιγόνι. Στο λόγο του βρίσκονται ερείπια της αρχαίας πρωτεύουσας του νησιού, που ονομαζόταν Νήρικος και άκμασε από το 2ο αιώνα π.Χ. μέχρι τα βυζαντινά χρόνια.

Αφήνουμε πίσω μας τους Καριώτες με τις αλυκές, τη Λυγιά που αποτελεί το μεγαλύτερο αλιευτικό κέντρο του νησιού και τα πανέμορφα ψαροχώρια Επίσκοπο και Νικιάνα, που είναι λουσμένα σε αποχρώσεις πράσινου και μπλε, με ευωδιές βουνού και θάλασσας.

Φτάνουμε στον παραθαλάσσιο οικισμό Περιγιάλι. Τα πεύκα, τα κυπαρίσσια και τα ελαιόδεντρα, που φτάνουν σχεδόν μέχρι τη θάλασσα, μας χαρίζουν τη σκιά τους.

Επόμενη στάση μας είναι το Νυδρί, το πιο τουριστικό μέρος του νησιού, που κάθε καλοκαίρι «ανασταίνεται». Εδώ, όμως, θα κάνουμε μια μικρή παράκαμψη και θα ακολουθήσουμε έναν ανηφορικό δρόμο που οδηγεί μέσα από ένα καταπράσινο τοπίο στον αγροτικό οικισμό Ράχη και να ανακαλύψουμε το γραφικό φαράγγι του Δημοσάρη με τον υπέροχο καταρράκτη του.

Το Νυδρί βρίσκεται στη ΝΑ πλευρά του νησιού. Πριν από λίγα χρόνια η περιοχή αυτή δεν ήταν παρά ένας μικρός οικισμός ψαράδων. Σήμερα, η ραγδαία ανάπτυξη του τουρισμού τού έδωσε άλλο τόνο, μεταβάλλοντας ακόμα και την πληθυσμιακή κατανομή, αφού οι κάτοικοι από τον εσωτερικό ορεινό όγκο μετακινήθηκαν στα παράλια, όπου ανέπτυξαν τουριστικές δραστηριότητες. Από το Νυδρί ξεκινούν και οι θαλάσσιες εκδρομές με προορισμό τα μικρά σμαράγδια του Ιονίου, τα νησάκια και τις ερημονισίδες που πλαισιώνουν τη Λευκάδα.

Λίγα χιλιόμετρα νότια από το κοσμοπολίτικο Νυδρί απλώνεται ένας μεγάλος και απάγκιος όρμος. Ο κόλπος του Βλυχού και η χερσόνησος Γένιανήκουν σ’ εκείνη την ειδική κατηγορία των τοποθεσιών που σε μαγεύουν από την πρώτη στιγμή. Ο μεγάλος όρμος εισχωρεί βαθιά μέσα στην ξηρά, αφήνοντας μια στενή θαλάσσια δίοδο. Αποτελεί καταφύγιο για πολλά σκάφη που ταξιδεύουν στα νερά του Ιονίου. Το ήσυχο παραθαλάσσιο χωριουδάκι του Βλυχού απέχει 20 χλμ. από την πόλη της Λευκάδας και είναι στριμωγμένο ανάμεσα στη θάλασσα και το βουνό. Η αλήθεια είναι ότι αυτή η εξαιρετική γωνιά του νησιού προστατεύεται για την ιδιαίτερη φυσική ομορφιά της.

Αφήνοντας το Βλυχό κατευθυνόμαστε για το ελκυστικό ακρωτήρι Γένι. Η διαδρομή γύρω από τον κόλπο, ανάμεσα σε αιωνόβιες ελιές, ξετυλίγει ένα ψηφιδωτό από αντιθέσεις. Στο Γένι, ένα γραφικό ψαροχώρι με πλούσια βλάστηση και λιόδεντρα, τελειώνει ο ασφαλτοστρωμένος δρόμος και αρχίζει ένα χωμάτινο μονοπάτι που οδηγεί στο εκκλησάκι της Αγ. Κυριακής.

Στην κορυφή ενός λόφου μάς αποκαλύπτεται ένα σημαντικό κομμάτι της ιστορίας του νησιού. Εδώ βρίσκεται ο τάφος του Γερμανού αρχαιολόγου Dörpfeld, του ανθρώπου που με τις ανασκαφές του νότια από το Νυδρί έφερε στο φως ίχνη μεγάλου οικισμού της πρώιμης εποχής του Χαλκού (περίπου 2000 π.Χ.): τάφους με διάφορα κτερίσματα, αγγεία και θεμέλια κυκλικών κτισμάτων.

Κατευθυνόμαστε προς το Μικρό Γιαλό, μέχρι που φτάνουμε στον όρμο Δεσίμη. Από το σημείο αυτό και μέχρι το Μικρό Γιαλό ξεδιπλώνεται η απλοχεριά της φύσης σε όλο το μεγαλείο της: θάλασσα πεντακάθαρη με γαλάζιες και πράσινες αποχρώσεις, συγκατοικεί άλλοτε με δαντελωτές αμμουδιές και άλλοτε με ψηλά ανοιχτόχρωμα βράχια.

Προχωράμε διασχίζοντας τα χωριά Σύβοτα (ένα υπέροχο ψαροχώρι κλεισμένο σ’ έναν όρμο τύπου φιόρδ), Μαραντοχώρι, Καντάραινα, Βασιλική (στον ομώνυμο όρμο, είναι το κεφαλοχώρι της Ν. Λευκάδας, με μια πολλή ωραία παραλία και ένα ακόμα πιο ωραίο λιμανάκι), Πόντη, Άγιο Πέτρο, Άγιο Βασίλειο. Φτάνουμε στο Κομηλιό. Όλα αυτά τα χωριά ανήκουν στο δήμο Απολλωνίων, το μεγαλύτερο σε έκταση δήμο του νησιού, που πήρε το όνομά του από τον «Λευκάτη Απόλλωνα», «τον κύριο του Λευκάτα, του Άσπρου Βράχου», δηλαδή του ακρωτηρίου του Λευκάτα, από όπου δέσποζε στο Ιόνιο πέλαγος για πολλούς αιώνες ο ναός του αρχαίου θεού. Τα χωριά και τους οικισμούς που απαρτίζουν το δήμο, οι κάτοικοι τα ονόμασαν κατ’ ευφημισμό «Ηνωμένες Πολιτείες της Λευκάδας».

Στο Ροδάκι (πιο ψηλά από το Μαραντοχώρι) υπάρχουν λείψανα από αρχαίο ναό, ένα μέρος από πλακοστρωμένο δάπεδο και δείγματα από κιονόκρανα. Ο Dörpfeld κατέληξε ότι εδώ έχουμε ένα δωρικό ναό του 6ου-5ου αιώνα π.Χ. μεγαλύτερο από το ναό του Ηφαίστου στην Αθήνα (Θησείο) και από του Ποσειδώνα στο Σούνιο. Δε γνωρίζουμε τη μορφή του ούτε σε ποια θεότητα ήταν αφιερωμένος. Οι κάτοικοι από τα γύρω χωριά πίστευαν ότι ήταν ναός της Δήμητρας.

Πάνω στα λείψανα του αρχαίου ναού χτίστηκε ο ναός του Αϊ-Γιάννη. Στα χρόνια που ο Dörpfeld έκανε τις ανασκαφές στη Λευκάδα (1896-1905), οι χωρικοί πήγαιναν τα σιδερένια τους άροτρα στην εκκλησία για να ευλογηθούν.

Στο Καμηλιό ο δρόμος διακλαδίζεται. Ο ένας καταλήγει στην πόλη της Λευκάδας, ενώ ο άλλος φτάνει στο νοτιότερο σημείο του νησιού, το ακρωτήριο του Λευκάτα. Ακολουθούμε το δρόμο προς τα νότια, για το Αθάνι, ένα ορεινό γραφικό χωριό πάνω από την παραλία Γιαλός. Είναι σκαρφαλωμένο στην πλαγιά του βουνού, σε ύψος 300 μέτρων. Το πέρασμα μας γίνεται μέσα από ένα επιβλητικό ορεινό τοπίο.

Κατά μία άποψη ονομάστηκε Αθάνι από τους Φράγκους. Γύρω στα 1320 ήρθαν και εγκαταστάθηκαν εδώ κάποιες οικογένειες Ιταλών από την περιοχή Αζάνι της Κάτω Ιταλίας. Το Αθάνι ήταν γνωστό από τα παλιά χρόνια για το θαυμάσιο θυμαρίσιο μέλι. Στα χωριά που είναι χρισμένα στις πλαγιές του Λευκάτα και των Σταυρωτών, οι κάτοικοι ασχολούνται χρόνια με τη μελισσοκομία λόγω των πολλών φυτών και δέντρων που φύτεψαν στην περιοχή. Ο τρύγος των μελισσιών και η εξαγωγή του μελιού από της κηρήθρες είναι μεγάλο πανηγύρι που κρατάει όλο τον Ιούλιο και τον Αύγουστο.

Πλησιάζουμε στις παραλίες Εγκρεμνοί και Πόρτο Κατσίκι, που μαζί με το Κάθισμα (στη ΒΔ πλευρά του νησιού) είναι από τις καλύτερες του νησιού. Όπου κι αν καθίσετε θα ακούσετε του ντόπιους να τις παινεύουν, κι όχι άδικα, αφού είναι καθαρές σαν γυαλί, με λεπτή άμμο που θυμίζει χρυσόσκονη.




Από το Καμηλιό, ακολουθώντας το δρόμο προς τα βόρεια, συναντάμε τα ορεινά χωριά: Ασπρογερακάτα, Κάβαλλο, Πινακοχώρι, Λαζαράτα και Σπανοχώρι, που ανήκουν στο δήμο Σφακιωτών. Η περιοχή πήρε το όνομα «Σφακιώτες» από την εγκατάσταση Κρητικών από τα Σφακιά, το 16ο ή το 17ο αιώνα, όπως λένε οι ντόπιοι. Δυτικότερα βρίσκεται ο Δρυμώνας, η Εξάνθεια και ο Αϊ Νικήτας.

Από τα ορεινά χωριά θα σας πρότεινα να επισκεφτείτε οπωσδήποτε την Εγκλουβή, τις Καρυές και τους Πηγαδησάνους. Η Εγκλουβήείναι το πιο ορεινό χωριό της Λευκάδας στα 730 μ. Θα δείτε ένα όμορφο χωριό γνωστό για τα ρεβίθια, τα κουκιά και τις φακές του και παλιότερα για τα κρασιά του.

Πάνω από το χωριό σ’ ένα πλάτωμα στα 900 μ. βρίσκεται το εκκλησάκι του Αγίου Δονάτου, πολλά αλώνια και πολλά πέτρινα καλύβια που λέγονται «βόλτοι». Είναι παλιές αγροτικές καλύβες από την εποχή των Ενετών που χρησιμοποιούσαν για διαμονή οι καλλιεργητές του οροπεδίου. Σώζονται σήμερα περίπου 150 «βόλτοι».

Πιο κάτω βρίσκεται η Καρυά, γνωστή παγκόσμια για τα εξαίρετα κεντήματά της με τα πρωτότυπα σχέδια και τα υφαντά της, καθώς και για το έθιμο της αναβίωσης του παραδοσιακού λευκαδίτικου γάμου με κάθε λεπτομέρεια κάθε 11 Αυγούστου. Κάτω από το χωριό είναι ο κάμπος του με την τεχνητή λίμνη.

Πιο κάτω ακόμα, οι Πηγαδησάνοι, ένα ωραιότατο χωριό με πέτρινα σπίτια χτισμένο στην πλαγιά του βουνού. Θα δείτε το ιππήλατο ελαιοτριβείο, τους ανεμόμυλους και νερόμυλους που έχουν απομείνει και μπορείτε να επισκεφτείτε και τους περίφημους καταρράκτες της Ακόνης.

Ένα άλλο χωριό που θα πρέπει να επισκεφτείτε είναι το Νεοχώρι, όχι μόνο επειδή η θέα από εκεί είναι εξαίσια, αλλά γιατί μπορείτε να δείτε και το «Ελλομένειο Μουσείο Ελληνικών Μουσικών Οργάνων» που στεγάζεται σε ένα αναπαλαιωμένο λιοτρίβι. Τα εκθέματα του Μουσείου είναι πραγματικά μοναδικά.











Δεν υπάρχουν σχόλια: