Σάββατο 22 Απριλίου 2017

21η ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1967: ΟΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΠΟΥ ΔΕΝ ΕΙΠΩΘΗΚΑΝ



Αλήθεια... Η αλήθεια είναι τόσο περίεργο πράγμα.

Όσο και αν μας πειράζει, όσο και αν μας ξεβολεύει, όσο και αν μας πονάει ή μας καταδιώκει, τόσο μας απελευθερώνει και κυρίως μας... λυτρώνει. Και όσα χρόνια και αν περάσουν κάποια στιγμή έρχεται στο φως και αναζητά τη θέση της με ένα και μοναδικό σκοπό: την απονομή της δικαιοσύνης. Εξάλλου, όπως είχε πει ο Αριστοτέλης: «Το αληθές και το Δίκαιο είναι από τη φύση, πιο δυνατά από το ψευδές και το άδικο».

Οι ιστορικοί, αλλά και πολλοί άλλοι επιστήμονες - όπως οι κοινωνιολόγοι - έχουν καταλήξει στο ότι η νομοτελειακή σχέση αιτίας και αιτιατού – ως προς την Ιστορία – μπορεί να εμφανιστεί πολλά χρόνια μετά την εκδήλωση του αιτίου. Δηλαδή, μπορεί να περάσουν και δεκαετίες μέχρι να εκδηλωθεί και να πραγματοποιηθεί το αποτέλεσμα που δημιουργήθηκε από το εκάστοτε αίτιο.

Η 21η Απριλίου του 1967 δεν ήταν μια ξαφνική, παρορμητική ενέργεια για εξουσία των στρατιωτικών που την εκτέλεσαν ή που θέλησαν να καταλύσουν την όποια δημοκρατία υπήρχε. Ήταν αντίθετα η συνειδητή επιλογή του συνόλου σχεδόν του ελληνικού στρατού της εποχής να αναχαιτίσει έναν αντίπαλο, που ελάχιστοι τότε διέβλεπαν και που σήμερα είναι από τους περισσότερους Έλληνες ορατός. Αυτός ο αντίπαλος δεν είναι άλλος από τη σημερινή επονομαζόμενη Παγκοσμιοποίηση. Δηλαδή, την κατάργηση κάθε Έθνους.

Πήρε λοιπόν χρόνια, έγιναν διαπλανητικές ραδιουργίες, πραγματοποιήθηκαν σχέδια επί σχεδίων μυστικών υπηρεσιών – μα και κυβερνήσεων – για να βρεθεί σήμερα αυτός ο «αντίπαλος» να κουνά κυνικά, απειλητικά και δικτατορικά – εξάλλου ετοιμάζεται εγκαθίδρυση της Παγκόσμιας Δικτατορίας - το δάχτυλο σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτή τη διαφαινόμενη αλλοίωση του εθνικού φρονήματος στην Ελλάδα, την υφαρπαγή του εθνικού πλούτου, την προσπάθεια ισοπέδωσης κάθε δύναμης που αντιστεκόταν σε δυνάμεις εχθρικά διακείμενες προς τον ελληνισμό, όλα τα παραπάνω θέλησαν τότε να σταματήσουν οι Έλληνες στρατιωτικοί. Και το κατάφεραν. Ίσως γι’ αυτό η 21η Απριλίου, η λεγόμενη αρχή της δικτατορίας στη χώρα μας, δε φαίνεται να έχει καμία σχέση με τις δικτατορίες που έγιναν σε άλλες χώρες, είτε στην Ευρώπη (Πορτογαλία, Ισπανία), ή στα κράτη της Λατινικής Αμερικής. Απόδειξη ότι πολύς λόγος έγινε παγκόσμια για την 21η Απριλίου του 1967, αλλά ελάχιστοι αναφέρθηκαν ή αναφέρονται στην τουρκική δικτατορία του 1980. Μάλιστα, ο Κενάν Εβρέν πέρασε στην ηγεσία της Τουρκίας ως επικεφαλής του στρατιωτικού πραξικοπήματος που πραγματοποιήθηκε στις 12 Σεπτεμβρίου του 1980.

Ένα συμβούλιο εθνικής ασφαλείας, αποτελούμενο από μέλη της ανωτάτης στρατιωτικής ηγεσίας, ονόμασε τον στρατηγό Εβρέν αρχηγό του κράτους, διέλυσε τα πολιτικά κόμματα και την εθνοσυνέλευση, ανέστειλε το Σύνταγμα και κήρυξε στρατιωτικό νόμο.

Βέβαια, οι διαθέσεις της Παγκοσμιοποίησης είχαν ξεκινήσει να φαίνονται από πολύ νωρίτερα, με την καταστροφή της Μικράς Ασίας και μετέπειτα με τον λεγόμενο εμφύλιο πόλεμο των ετών 1946 -1949. Τότε, ο κομμουνιστικός διεθνισμός δέχτηκε στην ελληνική γη πλήγμα, χωρίς όμως να εξαλειφθεί. Αντίθετα, με την βοήθεια ξένων παραγόντων έφτασε να προβάλλει λίγο αργότερα ως το εδώ ισχυρό κατεστημένο και μάλιστα αντιμιλιταριστικό.

Μια δεκαετία μετά το τέλος του εμφυλίου, στα 1960, εμφανίζεται στην πολιτική ζωή της χώρας ένας οικονομολόγος από την Αμερική, ο γιος του παλαιού πολιτικού και πρωθυπουργού της μετακατοχικής περιόδου Γ. Παπανδρέου. Ο γιος, ονομαζόταν Ανδρέας Παπανδρέου. Από τις πρώτες του ενέργειες - χωρίς να είναι αρμόδιος - θα αναμιχθεί στην Κύπρο που μόλις λίγα χρόνια πριν είχε αποκτήσει την ανεξαρτησία της από τους Άγγλους. Επισκέπτεται το νησί και πρωτοστατεί στη δημιουργία ενός κινήματος κεντρώων στρατιωτικών!!! Στο λεγόμενο «ΑΣΠΙΔΑ». Κατά νου, είχε τη σκέψη να χρησιμοποιήσει την οργάνωση αυτή ως αιχμή του δόρατος προς άλωση του στρατού και επιβολή των προθέσεων που του είχαν εμπιστευτεί. Η αποκάλυψη του «ΑΣΠΙΔΑ» και του ρόλου του Ανδρέα Παπανδρέου, η δίκη που ακολούθησε, όλα αυτά συσπείρωσαν περισσότερο τους δεξιούς αξιωματικούς (οργάνωση «ΙΔΕΑ») και έκτοτε η μεταξύ τους καχυποψία, δηλαδή στρατιωτικών και ομάδας του Ανδρέα Παπανδρέου, συνεχώς μεγάλωνε.

Το Νοέμβριο του 1963, οι εκλογές δίνουν τη νίκη στο Γεώργιο Παπανδρέου και ο τότε αρχηγός της ΕΡΕ, Κωνσταντίνος Καραμανλής, αρνούμενος την ήττα αναχωρεί για το Παρίσι – ως αυτοεξόριστος – αφήνοντας χωρίς «ικανό» ηγέτη τη δεξιά. Τον Ιούλιο λοιπόν του 1965, ο τότε υπουργός της κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου, ο Κωνσταντίνος Μητσοτάκης, για προσωπικούς του λόγους ..., αποχωρεί από την κυβέρνηση Παπανδρέου πείθοντας και άλλους βουλευτές να τον ακολουθήσουν. Η κυβέρνηση πέφτει και αυτή είναι η περίφημη αποστασία του 1965. Τα Ιουλιανά.

Τα ανάκτορα από την άλλη, με έναν νεαρό βασιλιά – τον Κωνσταντίνο – παρακολουθούν με αμηχανία και αναθέτουν την πρωθυπουργία αρχικώς στον ακαδημαϊκό Γ. Αθανασιάδη – Νόβα. Ένα μήνα μετά, στον Ηλία Τσιριμώκο. Και τον επόμενο μήνα στο Στέφανο Στεφανόπουλο ο οποίος παραμένει για ένα χρόνο και τον ακολουθεί ο Ιωάννης Παρασκευόπουλος και αργότερα, ένα μήνα μετά, αναλαμβάνει ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, ο οποίος και οδηγεί τη χώρα σε εκλογές. Οι εκλογές ορίστηκαν για τις 28 Μαίου του 1967 και φάνταζαν στον Ανδρέα Παπανδρέου ως η αρχή της δικής του πια ανόδου. Ανόδου που την προετοίμαζε και του την είχαν υποσχεθεί από τα χρόνια της Αμερικής. Αντιπροσώπευε το αριστερό προφίλ του αμερικανικού ιμπεριαλισμού στον οποίο ο πατριωτισμός των Ελλήνων δεν άρεσε.

Εξάλλου, με την πατριωτική ελληνική δεξιά δεν μπορούσαν να επιβάλλουν την προετοιμαζόμενη κατάλληλα χαοτική Παγκοσμιοποίηση. Η ανελεύθερη και καταπιεστική πολιτική που επιζητούσε άνευρους λαούς στο πιο νευραλγικό σημείο της επέκτασής τους προς τις χώρες των πετρελαίων, δεν θα μπορούσε να πετύχει χωρίς τον Ανδρέα Παπανδρέου. Και είναι αλήθεια ότι αυτός πολύ έντεχνα υπέσκαψε αργότερα τα θεμέλια του Έθνους. Έτσι, μπαίνοντας το 1967 βρίσκει τη χώρα σε δεινή κατάσταση. Στην πρωτεύουσα πρωτοφανής αναρχία, μιζέρια, μικροί μισθοί, μικρομεσαίοι πολίτες. Οι επαρχίες αναιμικές, πολλές χωρίς δρόμους, χωρίς φως, χωρίς τακτικές συγκοινωνίες, χωρίς όνειρα. Στην Κύπρο, συνεχή γεγονότα με τουρκοκυπρίους. Εκείνοι λοιπόν οι στρατιωτικοί, που λίγα χρόνια πριν είχαν αντισταθεί στα ίδια περίπου συμφέροντα (Ναζισμός, Φασισμός, Κουμμουνισμός), διαβλέπουν τώρα πολύ κοντά τον κίνδυνο και αναλαμβάνουν την όποια «ευθύνη» αποφασίζοντας να αναχαιτίσουν και πάλι!

Το πρωί της 21ης Απριλίου του 1967 βρίσκει τους Αθηναίους πολίτες να διερωτώνται τι συμβαίνει. Ο κρατικός ραδιοφωνικός σταθμός παίζει στρατιωτικά εμβατήρια, τα λεωφορεία στις στάσεις αργούν και περιμετρικά του Συντάγματος σταθμεύουν τεθωρακισμένα (τανκς). Κάποιοι κατάλαβαν και η λέξη δικτατορία άρχισε να κυκλοφορεί από στόμα σε στόμα. Κάποια στιγμή ένα διάγγελμα από το ραδιόφωνο: Ο εθνικός στρατός ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας που βρισκόταν σε κίνδυνο. Έτσι άρχισε η λεγόμενη δικτατορία των Συνταγματαρχών. Η εκδήλωσή της ξεκίνησε στις 02:30 το ξημέρωμα με επίλεκτες δυνάμεις να συλλαμβάνουν στα σπίτια τους, φορώντας ακόμα τις πυτζάμες τους, τους παλαιούς – πλέον – πολιτικούς και τα τεθωρακισμένα να κατεβαίνουν στο κέντρο της Αθήνας.

Κανείς πολιτικός δεν αντέδρασε τότε, παρά μόνο λεκτικά. Μάλιστα, ο Γιώργος Παπανδρέου σε κάποια στιγμή είπε στον ταγματάρχη που τον συνόδευε προς την έξοδο του σπιτιού του: «Μπράβο. Πολύ καλά κάνατε». Τον Ανδρέα Παπανδρέου τον βρήκαν να κρύβεται στην ταράτσα του σπιτιού του και όταν πήγαν να τον συλλάβουν έδειξε ιδιαίτερα τρομοκρατημένος. Βέβαια, ύστερα από λίγες μέρες είχε ήδη στα χέρια του από τον Στυλιανό Παττακό (έναν από την Τριανδρία που αποτελούσε τους αρχηγούς της Επανάστασης) το αμερικανικό διαβατήριο και έφευγε για Αμερική. Από την άλλη, ο πολιτικός του αντίπαλος Κωνσταντίνος Μητσοτάκης παρέμεινε μαζί με τους υπόλοιπους στο ξενοδοχείο που κρατούνταν οι πολιτικοί στο Πικέρμι και αργότερα έφυγε με την οικογένειά του για την... Τουρκία. Και από εκεί για τη Γαλλία.

Το καθεστώς της 21ης Απριλίου σε επαφή με τον Κωνσταντίνο ορίζει ως πρωθυπουργό τον Εισαγγελέα Κωνσταντίνο Κόλλια, ο οποίος κρατά τη θέση αυτή έως την 13η Δεκεμβρίου του 1967, ημέρα κατά την οποία ο Κωνσταντίνος - με μικρό αριθμό ανωτάτων αξιωματικών - κάνει το λεγόμενο βασιλικό πραξικόπημα. Ή το «Κίνημα του Βασιλιά». Αποτυγχάνει, ο στρατός παραμένει σύσσωμος στις αρχές του και ο τέως βασιλιάς φεύγει για τη Ρώμη. Τα ξένα πρακτορεία μεταδίδουν την είδηση ανελλιπώς. Διερωτώνται ποιοι υποκίνησαν την τάξη του 1940 και γιατί;

Το καθεστώς της 21ης Απριλίου – ως γνωστόν – είχε ως αρχηγούς του, τους: Γ. Παπαδόπουλο, Ν. Μακαρέζο και Στ. Παττακό, συνεπικουρούμενους από τους συμμαθητές τους, την εμπειροπόλεμη τάξη του 1940 – που έφεραν τότε το βαθμό του συνταγματάρχη - και όλους τους νεώτερους αξιωματικούς. Από τους τότε στρατηγούς, ένα μέρος ήταν ιδιαίτερα προσκολημμένο στα ανάκτορα και ήταν εκείνοι που δημιούργησαν το προαναφερθέν «Κίνημα του Βασιλιά».

Η 21η τελικά επεβλήθη αναίμακτα, ενώ πολλοί πολίτες έδειξαν να νιώθουν τότε πιο ασφαλείς. Βεβαίως, παρέμεναν οι αριστεροί θύλακες και οι άνθρωποι του Ανδρέα Παπανδρέου, οι οποίοι έβλεπαν να χάνουν το «παιχνίδι» να έρθουν στην εξουσία στην Ελλάδα. Παράλληλα, η Αμερική έδειχνε επίσημα να μην γνωρίζει τίποτα από την όλη οργάνωση των Ελλήνων στρατιωτικών. Πολλοί βέβαια – ξένοι κυρίως δημοσιογράφοι – ανέφεραν ότι κάποια στελέχη, όχι της επίσημης τότε κυβέρνησης της Αμερικής - αλλά της CIA - είχαν πει το ναι στην όλη προσπάθεια. Οι περισσότεροι πάντως εκδότες και δημοσιογράφοι – πλην ελαχίστων εξαιρέσεων - παρά την απαγόρευση της έκδοσης εφημερίδων – καθότι είχε επιβληθεί στρατιωτικός νόμος – «ψιθύριζαν» ότι η δικτατορία αυτή έπρεπε οπωσδήποτε να πέσει πολύ γρήγορα. Το ελληνικό κατεστημένο διαβλέποντας τον ισχυρό χαρακτήρα των ανθρώπων που την δημιούργησαν είχε αρχίσει να ανησυχεί... Έτσι, μάλλον ένας από τους λόγους για τους οποίους άρχισαν να διαδίδουν διάφορα για τα χρόνια της δικτατορίας ήταν το γεγονός ότι αυτοί οι στρατιωτικοί δεν ανήκαν σε «ευγενείς οίκους».

Τελικά, για να είμαστε ειλικρινείς, η δικτατορία των Συνταγματαρχών έφερε στη χώρα οικονομική άνοδο (αυτό δεν το αμφισβήτησε ποτέ κανείς). Δηλαδή, έφερε μεγαλύτερους μισθούς, περισσότερες θέσεις εργασίας, δημόσια έργα (δρόμους, σχολεία, γυμναστήρια), στρατιωτικούς εξοπλισμούς ικανούς να αντιμετωπίσουν κάθε ξένη επιβουλή και διέγραψε τα χρέη της χώρας. Επίσης, βοήθησε - ανεξάρτητα ιδεολογίας - πολίτες να ανέλθουν οικονομικά και κοινωνικά, ενώ δεν πλούτισε ούτε ένας από τους συμμετέχοντες (το αντίθετο). Τέλος, ανύψωσε το εθνικό και θρησκευτικό φρόνημα, αν και στο εξωτερικό οι πολιτικοί (Παπανδρέου, Μητσοτάκης, Μερκούρη, Τσοχατζόπουλος κτλ.) δημιουργούσαν εχθρικό κλίμα για το καθεστώς της Ελλάδας, παρόλο που ο τουρισμός είχε αυξηθεί πάρα πολύ και οι τουρίστες έφευγαν με τις καλύτερες εντυπώσεις. Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναφέρουμε ότι σε κάποια στιγμή ο Γ. Παπαδόπουλος έπρεπε να διαλέξει, ενώ είχε ήδη βάλει τη χώρα σε τροχιά για εκλογές - στα τέλη του 1973 – : ή να δώσει βάσεις για να περάσουν τα αμερικανικά αεροπλάνα πηγαίνοντας προς βοήθεια του Ισραήλ ή να αρνηθεί μη θέλοντας να δυσαρεστήσει και τους Άραβες, με τους οποίους είχε δημιουργήσει πολύ καλές επίσης σχέσεις. Από αυτό το σημείο ξεκινά συνεπώς φανερά η αντίστροφη μέτρηση του καθεστώτος της 21ης Απριλίου του 1967.

Του καταλόγισαν βασανιστήρια και κατάλυση της δημοκρατίας, όμως η δημοκρατία, όπως ο ίδιος ο Κ. Καραμανλής είχε πει από το Παρίσι: «Η δημοκρατία είχε ήδη καταλυθεί από τον Ιούλιο του 1965». Εξάλλου, πολλές έννοιες όταν δεν είναι σύμφωνες με τον εαυτό τους ως πράξεις, μετατρέπονται στο αντίθετό τους. Και αυτό θα πει: δημοκρατία εάν δεν κυβερνά ο λαός είναι δικτατορία και δικτατορία εάν συμμετέχει ο λαός είναι δημοκρατία.

Και φτάνουμε στην ουσία: οι αντιτιθέμενοι κύκλοι μετά από δυο επώδυνα γεγονότα για το Έθνος (Πολυτεχνείο και Κυπριακό), στην προσπάθειά τους να ρίξουν το καθεστώς των Απριλιανών επανήλθαν έχοντας «υπογράψει» την υποταγή στα ξένα κελεύσματα.

Σήμερα, η Ελλάδα εξαρτάται οικονομικά από τις διαθέσεις της δήθεν Ε.Ε., το χρέος της προς τις αγορές είναι ιλιγγιώδες, η ανεργία εκτινάσσεται στα ύψη, ενώ ο λαός έχει υποστεί ανήκεστη βλάβη και βιώνει την ηθική και ψυχική κατάπτωση. Ταυτόχρονα η παιδεία έχει τελειώσει, μακρινές φυλές έχουν κατακλύσει τη χώρα ως δήθεν μετανάστες, τολμηροί ηγέτες δεν υπάρχουν και ο στρατός ως «λάμπουσα πενία» παραμένει φρουρός, αλλά με ελάχιστες υλικές δυνάμεις. Δηλαδή, τα πάντα είναι πιθανά από εδώ και πέρα... Γιατί είπαμε, μπορεί να περάσουν χρόνια – ακόμα και δεκαετίες – για να φανεί τελικά η σχέση αιτίας και αιτιατού!!!

Υ.Γ. 1: Στη διάρκεια της επταετίας σχηματίστηκαν τέσσερις δικτατορικές κυβερνήσεις: η Κυβέρνηση Κωνσταντίνου Κόλλια 1967, η Κυβέρνηση Γεωργίου Παπαδόπουλου 1967, η Κυβέρνηση Σπύρου Μαρκεζίνη 1973, η Κυβέρνηση Αδαμαντίου Ανδρουτσόπουλου 1973.

Στις 24 Ιουλίου 1974, αδυνατώντας η τελευταία κυβέρνηση να χειριστεί τα εξ υπαιτιότητάς της γεγονότα της Κύπρου, (απόπειρα δολοφονίας Μακαρίου Γ΄, το πραξικόπημα της Κύπρου και τον Αττίλα Ι), ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας στρατηγός Φαίδων Γκιζίκης, προσκάλεσε από το εξωτερικό και διόρισε πρωθυπουργό τον Κ. Καραμανλή ο οποίος και ανέλαβε την λεγόμενη Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας. Η ελληνική δικτατορία 1967-1974 θεωρείται διεθνώς ένα ακόμα επεισόδιο του Ψυχρού Πολέμου, στην μάχη μεταξύ Ανατολής και Δύσης. Η προσπάθεια της Σοβιετικής Ένωσης να προσεταιριστεί έθνη στη πολιτική σφαίρα επιρροής της, ενισχύοντας φιλοσοβιετικές και φιλοκομμουνιστικές ομάδες, συχνά οδηγούσε σε αντίδραση από τη μεριά των Δυτικών και κυρίως των Αμερικανών που ήταν επικεφαλής του δυτικού συνασπισμού σε όμοιες αντίστοιχες ενέργειες.

Στο εσωτερικό των χωρών, στις πιο βίαιες περιπτώσεις, αυτή η μάχη κατέληγε είτε σε πλήρη επικράτηση των κομμουνιστών όπως στο Βιετνάμ/Καμπότζη ή σε στρατιωτική δικτατορία των πιο ακραίων δυτικόφιλων εθνικιστών (Χιλή, Αργεντινή). Στην περίπτωση της Ελλάδας, όπως και στην Ισπανία και στην Πορτογαλία, οι στρατιωτικοί ανέλαβαν να αντιμετωπίσουν αυτό που εκλάμβαναν ως κομμουνιστικό κίνδυνο με περιορισμό των πολιτικών ελευθεριών και εγκαθίδρυση δικτατορίας.

Πάντως, κατά τον Σάμιουελ Χάντιγκτον η ελληνική δικτατορία δεν πρέπει να αναλύεται ως ένα μεμονωμένο γεγονός αλλά ως μέρος ενός παγκόσμιου παιχνιδιού, μέρος ενός κύματος δικτατοριών. Αυτό είναι αλήθεια κ. Χάντιγκτον. Το «παιχνίδι» είναι παγκόσμιο, αλλά η Ιστορία έχει τους δικούς της νόμους και η Ελλάδα την δική της ιστορία, αιώνια και ξεχωριστή.

Υ.Γ. 2: 21η Απριλίου: Έχοντας εξασφαλίσει περίπου 100 τεθωρακισμένα στην περιοχή της πρωτεύουσας, οι πραξικοπηματίες κινήθηκαν τα ξημερώματα της 21ης Απριλίου και κατέλαβαν αρχικά το Υπουργείο Εθνικής Άμυνας. Στη συνέχεια έβαλαν σε εφαρμογή το σχέδιο έκτακτης ανάγκης του ΝΑΤΟ με την κωδική ονομασία «Προμηθεύς», με αποτέλεσμα να κινητοποιηθούν όλες οι στρατιωτικές μονάδες της Αττικής. Το συγκεκριμένο σχέδιο προοριζόταν για την αναγκαστική ανάληψη εξουσίας από το στρατό με σκοπό την εξουδετέρωση κομμουνιστικής εξέγερσης, σε περίπτωση που εισέβαλλαν στην Ελλάδα δυνάμεις του Σοβιετικού Στρατού. Ο έμπιστος του βασιλιά αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού, στρατηγός Γ. Σπαντιδάκης, αντικαταστάθηκε από τον Οδυσσέα Αγγελή. Ο Αγγελής κάνοντας χρήση του νέου του αξιώματος έδωσε εντολή στο Γ' Σώμα Στρατού στη Θεσσαλονίκη να εφαρμόσει το σχέδιο «Προμηθεύς» σε όλη τη χώρα.

Η μοναδική προσπάθεια για να αντιμετωπιστεί εγκαίρως το πραξικόπημα ήταν από την πλευρά κυρίως του υπουργού Δημόσιας Τάξης Γεωργίου Ράλλη ο οποίος προσπάθησε να επικοινωνήσει με τον ταξίαρχο Ορέστη Βιδάλη για να κινητοποιήσει το Γ' Σώμα Στρατού (Θεσσαλονίκη). Δεν πρόλαβε, αφού το σχέδιο «Προμηθεύς» είχε ήδη τεθεί σε εφαρμογή με αποτέλεσμα ο ταξίαρχος Βιδάλης να αγνοήσει το σήμα του Ράλλη.

Οι Η.Π.Α. εφάρμοσαν την εξής τακτική ως προς τις σχέσεις τους με το νέο καθεστώς: έτειναν να αποδέχονται ως τετελεσμένο γεγονός τη δικτατορία, επικαλούμενες πραγματικά επιχειρήματα, όπως ότι ο κόσμος της ελληνικής υπαίθρου και των αστικών κέντρων δεν ερχόταν σε ευθεία ρήξη με το καθεστώς. Μάλιστα, στις 23 Ιανουαρίου 1968 ο πρόεδρος Λίντον Τζόνσον έστειλε επιστολή στο καθεστώς της Αθήνας σε μια προσπάθεια προσέγγισης των Συνταγματαρχών.

Και μια τελευταία επισήμανση: μετά από τόσα γεγονότα, οι σημερινοί πολιτικοί πρέπει να κατανοήσουν ότι πρέπει επιτέλους να συμμαχήσουν με τους στρατιωτικούς και όχι να τους φοβούνται ή να τους βλέπουν σαν αντίζηλους. Γιατί, αυτό, σημάδεψε και έβλαψε την Ελλάδα ακόμα και κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821. Ο Περικλής, ο Θεμιστοκλής, ο Κίμων, ο Μέγας Αλέξανδρος ήταν συγχρόνως και πολιτικοί και άφθαστοι στρατιωτικοί. Όσοι το κατανοήσουν και το υιοθετήσουν, θα μεγαλουργήσουν. Ίσως και να δοξαστούν... Θα περιμένουμε.

Δεν υπάρχει διαθέσιμη περιγραφή για τη φωτογραφία.









Δεν υπάρχουν σχόλια: