Πέμπτη 29 Μαρτίου 2018

ΚΑΤΑΝΤΗΣΑΜΕ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΟΥΜΕ ΑΠΑΝΩ ΜΑΣ ΤΙΠΟΤΑ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ, ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΑΣ, ΙΣΑΜΕ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΜΑΣ.



ΚΑΤΑΝΤΗΣΑΜΕ ΝΑ ΜΗΝ ΕΧΟΥΜΕ ΑΠΑΝΩ ΜΑΣ ΤΙΠΟΤΑ ΤΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ, ΑΠΟ ΤΟ ΣΩΜΑ ΜΑΣ, ΙΣΑΜΕ ΤΟ ΠΝΕΥΜΑ ΜΑΣ.

Σήμερα νομίζεται καλὸς σὲ ὅλα, ὅποιος εἶναι ἀδιάφορος, ὅποιος δὲν νοιάζεται γιὰ τίποτα, ὅποιος δὲν νιώθει καμιὰ εὐθύνη. Ἀλλιῶς τὸν λένε σωβινιστή, τοπικιστή, μισαλλόδοξο, φανατικό. Ὅποιος ἀγαπᾶ

τὴν χώρα μας, τὰ ἤθη καὶ ἔθιμά μας, τὴν παράδοσή μας, τὴν γλώσσα μας, θεωρεῖται ὀπισθοδρομικός. Οἱ ἀδιάφοροι παιρνοῦν γιὰ φιλελεύθεροι ἄνθρωποι, γιὰ ἄνθρωποι ποὺ ζοῦνε μὲ τὸ πνεῦμα τῆς ἐποχῆς μας, ποὺ ἔχουν γιὰ πιστεύω τὴν καλοπέραση, τὸ εὔκολο κέρδος, τὶς εὐκολίες, τὶς ἀναπαύσεις, κι ἂς μὴν ἀπομείνῃ τίποτα ποὺ νὰ θυμίζῃ σὲ ποιὸ μέρος βρισκόμαστε, ἀπὸ ποὺ κρατᾶμε,

ποιοὶ ζήσανε πρὶν ἀπὸ μᾶς στὴν χώρα μας. Ἡ ξενομανία μᾶς ἔγινε τώρα σωστὴ ξενοδουλεία, σήμερα περνᾶ γιὰ ἀρετή, κι ὅποιος ἔχῃ τούτη τὴν ἀρρώστεια πιὸ βαρειὰ παρμένη, λογαριάζεται γιὰ σπουδαῖος ἄνθρωπος.


Ἡ Ἑλλάδα ἔγινε ἕνα παζάρι ποὺ πουλιοῦνται ὅλα, σὲ ὅποιον θέλῃ νὰ τὸ ἀγοράσῃ. Καταντήσαμε νὰ μὴν ἔχουμε ἀπάνω μας τίποτα ἑλληνικό, ἀπὸ τὸ σῶμα μας ἴσαμε τὸ πνεῦμα μας. Τὸ μασκάρεμα ἄρχισε πρῶτα ἀπὸ τὸ πνεῦμα, καὶ ὕστερα ἔφθασε καὶ στὸ σῶμα. Περισσότερο ἀντιστάθηκε σὲ αὐτὴ τὴν παραμόρφωση ὁ λαὸς καὶ βαστάξε καμπόσο, μὰ στὸ τέλος τὸν πῆρε τὸ ρεῦμα καὶ πάει καὶ αὐτός. Μάλιστα εἶναι χειρότερος ἀπὸ τοὺς γραμματισμένους. Τώρα μαϊμουδίζει τὰ φερσίματα καὶ τὶς κουβέντες ποὺ βλέπει στὸν κινηματογράφο, ἔγινε ἀφιλότιμος καὶ ἀδιάντροπος. Ἐνῷ πρῶτα ξεχώριζε ἀπὸ ἄλλες φυλές, γιατὶ ἦταν σεμνός, φιλότιμος, ντροπαλός, καλοδεκτικός, τώρα ἔγινε ἀγνώριστος. Τὰ ὄμορφα χαρακτηριστικά του σβήνουνε μέρα μὲ τὴν μέρα. Καὶ οἱ λιγοστοὶ ποὺ διατηροῦνε ἀκόμη λίγα σημάδια ἀπὸ τὴν ὀμορφιὰ τῆς ἑλληνικῆς ψυχῆς, παρασέρνονται σὲ αὐτὴ τὴν παραμόρφωση ἀπὸ τοὺς πολλούς, ποὺ εἶναι οἱ ἔξυπνοι, οἱ συγχρονισμένοι, οἱ μοντέρνοι, ἀλλὰ ποὺ εἶναι στ᾿ ἀληθινὰ οἱ ἀναίσθητοι καὶ οἱ ἀποκτηνωμένοι. Οἱ καλοὶ ντρέπονται γιατὶ εἶναι καλοί, συμμαζεμένοι καὶ μὲ ἀνατροφή. Οἱ ἄλλοι τοὺς λένε καθυστερημένους. Συμπαθητικὸς ἄνθρωπος δύσκολα βρίσκεται πιὰ σήμερα στὸν τόπο μας. Ἡ μόδα εἶναι νὰ εἶναι κανεὶς ἀντιπαθητικός, κρύος, ἄνοστος καὶ μάγκας. Μάλιστα ὅπως ὅλα φραγκέψανε, φράγκεψε καὶ ὁ μάγκας.


Οἱ πιὸ ἀγράμματοι ἀνακατώνουνε στὴν κουβέντα τους κάποια ἐγγλέζικα καὶ ἐκεῖ ποὺ δὲν χρειάζονται. Ὅσο γιὰ τοὺς γραμματισμένους, ὅλη ἡ γραμματοσύνη τους εἶναι νὰ μιλᾶνε ἐγγλέζικα καὶ σὲ λίγο καιρὸ δὲν θὰ ὑπάρχει Ἕλληνας νὰ μιλᾶ ἑλληνικά. Ἂς καταργηθῇ λοιπὸν ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα ὁλότελα, νὰ μὴν κουράζονται τὰ παιδιά μας στὴν ἄσκοπη ἐκμάθευσή της. Κοιτάχτε τὰ παιδιά μας. Παρατηρεῖστε τὶς φυσιογνωμίες τους, τὸ βλέμμα τους, τὶς κουβέντες τους, τὰ ἀστεῖα τους, τὰ παιχνίδια τους. Ὅλα μυρίζουνε ... Ἑλλάδα, νὰ μὴν ἀβασκαθοῦμε! Τὸ μόνο ποὺ ἀπόμεινε ἑλληνικὸ εἶναι τὸ «ρέ». Τὸ μασκάρεμα γίνεται γοργὰ καὶ στὸ κορμὶ καὶ στὴν ψυχή. Οἱ λιγοστοὶ ποὺ ἀντιστέκονται ἀκόμη σὲ αὐτὸν τὸν κατακλυσμό, πῶς νὰ μπορέσουνε νὰ βαστάξουνε; Γύρω τους βογγᾶ ἡ μεθυσμένη ἀνθρωποθάλασσα. Ἔρχεται καινούργιος κόσμος! Τὸ κολοσσαῖο μὲ τὰ οὐρλιάσματά του σκεπάζει τὶς ψαλμῳδίες ποὺ λένε οἱ μάρτυρες, περιμένοντας τὰ θηρία νὰ τοὺς φᾶνε.


Ἀλλὰ ἂν θὰ λείψουν οἱ Ἕλληνες ἀπὸ τὸ πρόσωπο τῆς γῆς, μήπως θὰ ἀπομείνουν τὰ βουνά, οἱ ἀκροθαλασσιές, οἱ θάλασσες, τὰ νησιὰ καὶ τὰ βράχια μὲ τὸν ἑλληνικὸ χαρακτήρα τους; Καθόλου! Τὰ περισσότερα τὰ ἔχουνε ἀγοράσει ἄνθρωποι ποὺ ἤρθανε ἀπὸ τὸν βόρειο Ὠκεανό, ἀπόγονοι τῶν Βικίγκων. Ἐκεῖνα τὰ κακόμοιρα νησιὰ τί συμφορὰ ἔχουνε πάθει! Ἡ φτώχεια τους στάθηκε ἡ καταστροφή τους. Σήμερα τὰ ρημάξανε ἄλλοι κουρσάροι, πιὸ ἐπικίνδυνοι ποὺ σφάζουνε μὲ τὸ μπαμπάκι. Σκλαβώσανε τὰ νησιὰ μὲ εὐγενικὸ τρόπο, μὲ τὸ χαμόγελο στὰ χείλη. Τὰ ἄσπρα σπιτάκια τῶν νησιωτῶν, ποὺ ζούσανε σὲ αὐτὰ ἁπλοϊκοὶ καὶ συμμαζεμένοι ἄνθρωποι, θαρρεῖς πὼς γίνανε δημόσια. Κυκλοφοροῦν χιλιάδες φωτογραφίες τῆς Μυκόνου, τῆς Πάρου, τῆς Αἴγινας, τῆς Ὕδρας, καὶ ἀντὶ νὰ βλέπῃ κανεὶς στοὺς στενοὺς δρόμους τοὺς κάποιους ἀραιοὺς νησιῶτες ψαράδες, ψημένους στὴν θάλασσα καὶ νησιώτισσες μὲ τὰ σεμνά τους ροῦχα, βλέπει νὰ γυρίζουν κάποια πλάσματα μισόγυμνα ἢ ὁλόγυμνα, ξενόφερτα, ἀγκαλιασμένοι θεατρινίστικα καὶ νὰ κάνουνε κάποιες ἄνοστες ἐπιδείξεις «ταμπλῶ βιβᾶν», σὰ νὰ παίζουν στὸν κινηματογράφο. Καὶ ρωτᾶς, κουνώντας τὸ κεφάλι σου: τί σχέση μπορεῖ νὰ ἔχουν αὐτὰ τὰ δίποδα, μὲ ἐκεῖνα τὰ σπίτια καὶ μὲ τὰ στενοσόκκακα τῶν νησιῶν; Ταιριάζουνε μὲ αὐτά, ὅσο ταιριάζουνε οἱ τουρίστες μὲ τὰ σὸρτς μὲ τὸν Παρθενώνα ποὺ μπροστά του φωτογραφίζονται. Ὅμως ἐκεῖ στέκονται ὅσο νὰ φωτογραφηθοῦνε, καὶ δὲν ἔχουνε γιὰ σπίτι τοὺς τὸν ἀρχαῖο ναό, ἐνῷ τοῦτοι στὰ νησιά, κατοικοῦνε μέσα σὲ ἐκεῖνα τὰ ἀταίριαστα σπίτια. Ὅλα ὑπηρετοῦνε τὰ γοῦστα αὐτῶν τῶν ἀφεντάδων. Μάλιστα τόσο πολὺ ἀγαποῦν αὐτοὶ τὴν Ἑλλάδα, ποὺ εἶναι ἐνθουσιασμένοι πὼς δὲν θὰ ἀφήσουνε τίποτα ἑλληνικὸ ὅπου πατήσουνε.


Καημένη Ἑλλάδα! Τί τέλος σὲ περίμενε! Μὰ δὲν ἔχεις μήτε κάποιον νὰ σὲ κλάψει, γιατὶ τὴν κηδεία σου τὴ γιορτάζουνε σὰν γάμο, μὲ χαρὲς καὶ μὲ τραγούδια, ποὺ αὐτὰ εὐτυχῶς δὲν εἶναι ἑλληνικά. Ἀκοῦστε τὴν ἑξῆς ἱστορία: ἡ χταπόδα βοσκᾶ στὸν πάτο τῆς θάλασσας, μαζὶ μὲ τὸ χταποδάκι. Ἄξαφνα τὸ καμακίζουνε. Τὸ χταποδάκι φωνάζει: μὲ πιάσανε μάνα! Ἡ μάνα του τοῦ λέγει: μὴν φοβᾶσαι παιδί μου! Ξαναφωνάζει τὸ μικρό: μὲ βγάζουν ἀπὸ τὴν θάλασσα! Πάλι λέγει ἡ μάνα: μὴν φοβᾶσαι παιδί μου. Καὶ πάλι: μὲ σγουρίζουνε μάνα! Μὴν φοβᾶσαι παιδί μου! Μὲ κόβουνε μὲ τὸ μαχαίρι! Μὴν φοβᾶσαι παιδί μου! Μὲ βράζουνε μάνα! Μὴν φοβᾶσαι παιδί μου! Μὲ μασᾶνε μάνα! Μὴν φοβᾶσαι παιδί μου! Πίνουνε κρασὶ μάνα! Τότε ἐκείνη ἀναστέναξε καὶ φώναξε: Ἄχ, σὲ ἔχασα παιδί μου! Γιατὶ τὸ κρασὶ εἶναι ὁ ἀντίμαχος τοῦ χταποδιοῦ, ἐπειδὴ τὸ λιώνει στὸ στομάχι. Δηλαδὴ ἡ μάνα δὲν φοβήθηκε μήτε τὸ μαχαίρι, μήτε τὴν φωτιά, μήτε τὰ δόντια, ἀλλὰ τὸ κρασί, ποὺ εἶναι πιὸ ἤρεμο καὶ ἀθῷο μπροστὰ στὰ μαχαίρια καὶ τὰ δόντια. Ἡ Ἑλλάδα σὰν τὸ χταποδάκι πέρασε ἀπὸ φωτιές, δόντια, μαχαίρια, ἀλλὰ πνεῦμα ΔΕΝ παρέδινε. Ὁ Φράγκος δὲν ἔρχεται μὲ μαχαίρια, πιστόλια καὶ φωτιές. Ἦρθε μὲ χάδια καὶ γλυκόλογα. Ἦρθε μὲ δῶρα, μὲ λεφτά, νὰ ἀνακουφίσῃ τὴν φτώχεια μας, νὰ διασκεδάσῃ μαζί μας, νὰ χορέψῃ μαζί μας, νὰ μᾶς εὐκολύνῃ τὴν ζωὴ μὲ τὰ μηχανήματά του. Ὅπως τὸ χταποδάκι ἔλιωσε στὸ κρασί, ἔτσι καὶ ἡ Ἑλλάδα κοντεύει νὰ χαθῇ ἀπὸ τὸ γλυκὸ κρασὶ ποὺ τὴν μέθυσε καὶ δὲν ξέρει τί κάνει καὶ ξεγυμνώθηκε καὶ στρήνιασε καὶ ἐκ τοῦ στρήνους αὐτῆς ἐπλούτισεν.

Τρίτη 27 Μαρτίου 2018

Καὶ σιγά σιγά νὰ φύγετε τώρα εἶναι ἀργὰ σας ἔχουν πάρει χαμπάρι καὶ σας περιμένουν στὴν γωνία..



Δὲν βάζω το χέρι στὴ φωτιά γιὰ την ἀκρίβεια τῶν γεγονότων ἀλλὰ παραπέμπει τόσο πολύ σε σύγχρονες καταστάσεις ὥστε νομίζω ὅτι ἀξίζει νὰ τὴ μεταφέρω.

Στὴν κορύφωση της Γαλλικῆς Ἐπανάστασης πραγματοποιήθηκε στὴν Γκρενόμπλ μία λαϊκή συνέλευση ὅπου διαπιστώθηκε ὅτι ἡ γειτονική Ἰταλία στενάζει κάτω ἀπὸ το βάρος τῶν Αὐστριακῶν.
Ἀποφάσισαν λοιπόν οἱ παριστάμενοι νὰ ἐκστρατεύσουν γιὰ νὰ την ἀπελευθερώσουν.
Μαζεύτηκαν καμιά πεντακοσαριά Γκρενομπλουά με ὅ,τι ὅπλο μπόρεσε νὰ βρεῖ ὁ καθένας, πῆραν τις γυναῖκες τους ἡ ὄπια ἄλλη γυναῖκα ἤθελε νὰ τους ἀκολουθήσει, φόρτωσαν καὶ τρία παλιά κανόνια (χωρίς κιλλίβαντες) σε μουλάρια καὶ ξεκίνησαν ἐνθουσιωδῶς νὰ ἀπελευθερώσουν την Ἰταλία.
Με τα πόδια - διότι μόνο πεντέξι ἄλογα μπόρεσαν νὰ ἐπιτάξουν.
Ἀρχηγός του πολύχρωμου ἀσκεριού ἀνέλαβε ὁ ράφτης της πόλης. Φόρεσε ἕνα καπέλο ἀξιωματικοῦ, ἔβαλε καὶ ἕνα μεγάλο φτερό νὰ ξεχωρίζει καὶ ἐτέθη ἐπὶ κεφαλῆς της πορείας.
Ζητωκραυγές, συνθήματα, ἐπαναστατικά τραγούδια - «Ca ira, ca ira», «Dansons la Carmagnole» καὶ τέτοια.
[Ὑποψιάζομαι ἄλλωστε ὅτι ἐκτὸς ἀπὸ την ἀπελευθέρωση της Ἰταλίας, ἴσως νὰ ἀπέβλεπαν καὶ σε κανένα καλό πλιάτσικο...]
Κάπως ἔτσι οἱ ἀπελευθερωτές πέρασαν το Μον Σενί μέσα στὸ πανηγύρι καὶ την καλή χαρά. Ἔφτασαν κοντά στὸ Μπαρντονέκιο, ξεπέζεψαν, ἀκροβολίστηκαν, ἔστησαν καὶ τα τρία κανόνια.
Ὁ ἀρχηγὸς με το φτερό ἐκφώνησε (ἄλλον) ἕναν πατριωτικό λόγο ποῦ ἐνθουσίασε το στράτευμά του.
Καὶ τότε κοίταξαν την πεδιάδα ποῦ εἶχαν πάει νὰ ἀπελευθερώσουν: ἦταν γεμάτη ἀπὸ τις λευκές στολές του αὐστριακοῦ Στρατοῦ.
Χιλιάδες στρατιῶτες, ἑκατοντάδες κανόνια, πλῆθος ἱππικοῦ.
Ὁ ἀρχηγὸς ζορίστηκε με το θέαμα. Δὲν το περίμενε ἔτσι. Γύρισε λοιπόν στὸν ὑπαρχηγό ποῦ ἦταν κάποιος καρεκλοποιός καὶ τον ρώτησε:
- Τώρα τι κάνουμε;
- Τα μαζεύουμε καὶ γυρίζουμε πίσω, ἀπάντησε ἀτάραχος ὁ καρεκλοποιός.
Καὶ πρόσθεσε:
- Σιγά σιγά, ὅμως, μὴ μας ἀκούσουν!
Πρᾶγμα ποῦ σημαίνει ὅτι καὶ οἱ καλύτερες ἐκστρατεῖες τελειώνουν ἐκεῖ ὅπου ἀρχίζουν τα πραγματικά δεδομένα.
Θυμήθηκα τὴ χαριτωμένη ἀλλὰ ἀνεξακρίβωτη αὐτὴ ἱστορία βλέποντας πόσοι (ἀπὸ την Ἀθήνα καὶ με ἀσφαλῆ τραπεζικό λογαριασμό) καλοῦσαν τους Ἕλληνες νὰ ἀπορρίψουν τον ἐκβιασμό τῶν Εὐρωπαίων.
Εἶναι οἱ ἴδιοι ποῦ (ἀπὸ την ἀντιπολίτευση καὶ το καφενεῖο της γειτονιᾶς τους) ἀπορρίπτουν ὑπερήφανα ὅλους τους ἐκβιασμούς. Δωρεάν προφανῶς - ἀφοῦ ἄλλοι βγάζουν τελικά το φίδι ἀπὸ την τρύπα.
Γι' αὐτὸ, ἀρχηγὲ Ἀλέξη, ἔπειτα ἀπὸ ὅσα συνέβησαν καὶ στὴν Ἑλλάδα , ἴσως ἦλθε ἡ ὥρα νὰ μαζεύουμε ἐκείνη «τὴ μεγάλη ἀντεπίθεση τῶν λαῶν».
Καὶ σιγά σιγά, πρὶν μας πάρουν χαμπάρ..

Καὶ σιγά σιγά νὰ φύγετε τώρα εἶναι ἀργὰ σας ἔχουν πάρει χαμπάρι καὶ σας περιμένουν στὴν γωνία..

Παρέλαση 25ης Μαρτίου 1963, Αθήνα




Κυριακή 25 Μαρτίου 2018

Το άδοξο τέλος των ηρώων του 1821

Το ότι γιορτάζουμε ελεύθεροι το χρωστάμε σε όλους εκείνους και εκείνες που πολέμησαν με θάρρος τον εχθρό! Δυστυχώς όμως πολλοί ήρωες του 1821 είχαν πολύ άσχημο και άδοξο τέλος.

Ο Νικηταράς πέθανε τυφλός και παραπεταμένος. Ο Ανδρούτσος  δολοφονήθηκε από Έλληνες οι οποίοι τον ζήλευαν για τα κατορθώματά του. Η Μπουμπουλίνα δολοφονήθηκε από σπετσιώτικη οικογένεια. Η Δόμνα Βιζβίζη έδωσε τα πάντα για την επανάσταση αλλά, πέθανε πάμφτωχη .

Η Μαντώ Μαυρογένους το ίδιο. Χιλιάδες γνωστοί αλλά και άγνωστοι ήρωες πέθαναν κυριολεκτικά στην ψάθα. Τον Γέρο του Μοριά, οι Έλληνες τον είχαν κλείσει μέσα σε μια σπηλιά.
Δυστυχώς κάποια πράγματα πρέπει να λέγονται ώστε να τα θυμόμαστε ώστε να μην τα δούμε να επαναλαμβάνονται ξανά. Η Ελλάδα είναι μια χώρα μεγάλων ηρώων αλλά και μεγάλων προδοτών. Το συμφέρον και η ζήλια σε πολλές περιπτώσεις ξεπερνά το γενικό συμφέρον της χώρας.

Οι Έλληνες πρέπει να είναι ενωμένοι και όχι διαιρεμένοι σε κόμματα και ομάδες γιατί όταν ο λαός δεν είναι ενωμένος, συμβαίνουν πολύ άσχημα πράγματα.

Δείτε:


Να σαι πάντα δοξασμένη ὦ Σημαία Γαλανὴ

Σάββατο 24 Μαρτίου 2018

Η πονηριά του Κολοκοτρώνη κατά την κατάληψη της Πρωτεύουσας της Ζακύνθου


Η πονηριά του Κολοκοτρώνη κατά την κατάληψη της Πρωτεύουσας της Ζακύνθου



Τό Μάρτιο του 1811, τα στρατεύματα τα βρετανικά στρατεύματα της Ζακύνθου εἰσβάλουν στὴ Λευκάδα, γιὰ να καταλάβουν το κάστρο νησιοῦ, ποῦ εἶχε καταληφθεῖ ἀπὸ τους Γάλλους. Η συνολική ἰσχῦς τῶν στρατιωτῶν ὑπολογιζόταν γύρω στὶς 3.000 (Βρετανοί, Κορσικανοί, Ἕλληνες, Καλαβρέζοι , Σικελοί).

Ἀνάμεσα τους ἦταν ὁ Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, λοχαγός στὸ πρῶτο ἑλληνικό Σύνταγμα ἐλαφρὺ πεζικό του Δούκα της Ὑόρκης, ἐπὶ κεφαλῆς σε 500 Ἕλληνες. Ἐκεῖνοι ἔφτασαν στὸ πρῶτο γαλλικό ὀχυρό, ποῦ ὑπερασπιζόταν κυρίως ἀπὸ ἄνδρες ἀπὸ το Σούλι. Ὁ Κολοκοτρώνης, προσπαθῶντας νὰ μὴν χυθεῖ ἀδελφικὸ αἷμα, φώναξε στοὺς συμπατριῶτες του νὰ ἐγκαταλείψουν το γαλλικό ὀχυρὸ , ἀλλὰ ἀρνήθηκαν. Ἔγινε ἄγρια ἐπίθεση καὶ, μετά ἀπὸ μία σύντομη μάχη, το φρούριο καταλήφθηκε. Δεκάδες Ἕλληνες ἀπὸ το Σούλι, βρίσκονται νεκροί.
Ὁ δρόμος πρὸς τήν πρωτεύουσα ἦταν ἀνοιχτός. Ἡ γαλλική δύναμη ἀποσύρθηκε στὸ κύριο κάστρο, ἀποφασισμένοι νὰ "πουλήσει" κάθε τετραγωνικό μέτρο γῆς με πολύ αἷμα. Ἐνῶ οἱ πρῶτοι Βρετανοί στρατιῶτες ξεπρόβαλαν ἀπὸ τα στενά δρομάκια της πόλης, ἔπεφτε βροχή ἀπὸ σφαῖρες καὶ ὀβίδες. Ἑξαετίας αὐτοῦ του γεγονότος πολλοί ἀναγκάστηκαν νὰ «πέφτουν στὴ θάλασσα γιὰ νὰ ξεφύγουν.
Μετά την κατάληψη καὶ της δεύτερης γραμμῆς ἀπὸ τους Ἕλληνες, ἡ γαλλική δύναμη ἀναδιπλώθηκε στὰ ὀχυρὰ της Γύρας, ἕτοιμη νὰ ἀγωνιστεῖ με την ὀργὴ τῶν ἀπελπισία. Κατά την ἀγαπητὴ συνήθεια των στρατευμάτων της αὐτοκρατορίας στὴν πρώτη γραμμή τοποθετήθηκαν οἱ ἄποικοι (Ἕλληνες, Κορσικανοί καὶ Σικελοί) καὶ στὸ τέλος οἱ Βρετανοί. Καθώς πλησίαζαν οἱ Ἕλληνες, δέχτηκαν τα θανατηφόρα πυρά του γαλλικοῦ στρατοῦ. Ὁ Κολοκοτρώνης, φοβούμενος μιά μεγαλύτερη ζημιά διέταξε τους συμπατριῶτες του νὰ πέσουν κάτω. Ἔτσι τα πυρά του Γαλλικοῦ στρατοῦ ἔπληξαν τους Βρετανούς οἱ ὁποῖοι βρέθηκαν στὴν πρώτη γραμμή της μάχης χωρίς την ἀνθρώπινη ἀσπίδα τὴν ἑλλήνων πολιτῶν.
Πρώτου οἱ Γάλλοι στρατιῶτες ξανά γεμίσουν τα ὅπλα τους, οἱ ἄνδρες του Κολοκοτρώνη χρησιμοποιῶντας σιδερένια καρφιά, εἶχαν ἤδη ἀνέβει στὶς ἐπάλξεις. Πρῶτος ἀνέβηκε ὁ Κολοκοτρώνης καὶ ὕψωσε τὴ βρετανική σημαία, αἱματοβαμμένη αὐτή τὴ φορά ἀπὸ το αἷμα τῶν Ἄγγλων στρατιωτῶν. Δέκα χρόνια ἀργότερα, παίρνει καὶ ὑψώνει τὴ σημαία της ἐπανάστασης στὴν Πελοπόννησο.
Ἐπειδὴ οἱ βρετανικές ἀπώλειες ἐξαιτίας του , Κολοκοτρώνη ἦταν μεγάλες πέρασε στρατοδικεῖο. Ἀλλὰ ὅπως τόνισε με ἐξυπνάδα ὑποτίθεται ὅτι αὐτὴ ἦταν ἀνέκαθεν ἡ τακτική των Ἑλλήνων . Κατά τη διάρκεια της ἐπιδρομῆς, νὰ πέσουν ξαφνικά κάτω νὰ ἀποφύγουν τα ἐχθρικὰ πυρά καὶ ἀμέσως μετά νὰ ἐπιτεθοῦν. Οἱ στρατιωτικοί δικαστές ἔβγαλαν την ἀπόφαση τους ἀθωώθηκε, ἀλλὰ καὶ την ἐξήραν!!

26 ΙΟΥΛΙΟΥ 1822 Η ιδιοφυία του Κολοκοτρώνη στα Δερβενάκια

26 ΙΟΥΛΙΟΥ 1822 Η ιδιοφυία του Κολοκοτρώνη στα Δερβενάκια
Η Μάχη στα Δερβενάκια: Μία από τις σημαντικότερες μάχες του αγώνα της Ανεξαρτησίας, στην οποία διαφάνηκε η στρατηγική ιδιοφυΐα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη.
Στις αρχές Ιουλίου του 1822, ένας νέος κίνδυνος ανεφάνη για την Επανάσταση, με την κάθοδο στην Πελοπόννησο ισχυρής τουρκικής δύναμης υπό τον ικανότατο Μαχμούτ Πασά, γνωστότερο ως Δράμαλη. Ο Σουλτάνος, σε πλεονεκτική θέση μετά την εξολόθρευση του Αλή Πασά, είχε στρέψει την προσοχή του στους επαναστατημένους Έλληνες. Χωρίς να συναντήσει την παραμικρή αντίσταση στην Ανατολική Στερεά Ελλάδα, ο Δράμαλης με 25.000 άνδρες προέλασε ταχύτατα και στις 6 Ιουλίου στρατοπέδευσε στην Κόρινθο. Βασικός του στόχος ήταν η ανακατάληψη της Τριπολιτσάς και η κατάπνιξη της Επανάστασης στον Μοριά με τη βοήθεια του στόλου, που θα κατέπλεε στον Αργολικό Κόλπο.
Παρακούοντας τους τοπικούς τούρκους ηγέτες, οι οποίοι τον συμβούλευσαν να κάνει ορμητήριό του την Κόρινθο κι έχοντας μεγάλη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις του, ο Δράμαλης διέταξε τον στρατό του να προελάσει προς το Ναύπλιο για να λύσει την πολιορκία του. Αφού κατέλαβε τον Ακροκόρινθο, έφθασε ανενόχλητος στο Άργος και στρατοπέδευσε έξω από την πόλη στις 12 Ιουλίου. Οι επαναστάτες πιάστηκαν στον ύπνο και δεν μπόρεσαν να υπερασπίσουν τα μεταξύ Κορίνθου και Άργους στενά, από τα οποία διήλθε η τουρκική στρατιά.
Μόλις μαθεύτηκε ότι ο Δράμαλης με τον στρατό του πλησιάζει στο Άργος, επικράτησε μεγάλη σύγχυση στους Έλληνες, ιδιαίτερα μάλιστα όταν πληροφορήθηκαν τη λύση της πολιορκίας του Ναυπλίου. Κυβέρνηση και βουλευτές αναχώρησαν πανικόβλητοι από το Άργος για τους Μύλους και από εκεί στα πλοία.
Τη δύσκολη αυτή στιγμή όρθωσε το ανάστημά του ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Μέσα σε ελάχιστο χρόνο κήρυξε πανστρατιά, ενώ με δραστήρια μέτρα και συντονισμένες ενέργειες κατόρθωσε να περιορίσει τον στρατό του Δράμαλη στην Αργολίδα και να ματαιώσει την πορεία του προς την Τριπολιτσά. Τα μέτρα του Κολοκοτρώνη εστιάστηκαν στην κατάληψη στρατηγικών θέσεων στην Αργολίδα (κυριότερη απ' όλες ήταν η Λάρισα, η αρχαία Ακρόπολη του Άργους) και στην τακτική της «καμμένης γης» που εφάρμοσε, δημιουργώντας οξύ επισιτιστικό πρόβλημα στους εισβολείς.
Ο Δράμαλης δεν μπορούσε να προχωρήσει προς την Τριπολιτσά χωρίς να έχει εξασφαλισμένα τα νώτα του. Έχασε πολύτιμο χρόνο με την πολυήμερη πολιορκία του φρουρίου του Άργους και οι άνδρες του εγκλωβίστηκαν εκεί, έχοντας εξαντλήσει τα αποθέματα τροφών τους και χωρίς να έχουν δυνατότητα ανεφοδιασμού. Συνειδητοποιώντας τη δύσκολη κατάσταση, ο Δράμαλης αποφάσισε να επιστρέψει στην Κόρινθο, ελπίζοντας σε βοήθεια από τον Χουρσίτ Πασά της Λάρισας, τον Γιουσούφ Πασά της Πάτρας ή από τον στόλο.
Το σχέδιο υποχώρησης του Δράμαλη έγινε αντιληπτό από τον Κολοκοτρώνη και παρά τις διαφωνίες των προκρίτων, έσπευσε να καταλάβει τις στενές διαβάσεις που οδηγούσαν από το Άργος στην Κόρινθο, με 2.500 άνδρες. Δεν θα άφηνε για δεύτερη φορά τις στενωπούς αφύλακτες, όπως είχε γίνει κατά την προέλαση του Δράμαλη.
Στις 26 Ιουλίου 1822 στα στενά των Δερβενακίων, κοντά στη Νεμέα, οι Τούρκοι υπέστησαν δεινή ήττα, χάνοντας πάνω από 3.000 άνδρες. Στη μάχη εκτός του Κολοκοτρώνη διακρίθηκαν ο Δημήτριος Υψηλάντης, ο Παπαφλέσσας και ιδιαιτέρως ο Νικήτας Σταματελόπουλος γνωστότερος ως Νικηταράς, που έλαβε το προσωνύμιο Τουρκοφάγος Ο Δράμαλης και οι εναπομείναντες άνδρες του προσπάθησαν να διαφύγουν την επομένη από την κλεισούρα του Αγιονορίου. Όμως, ο Νικηταράς, ο Υψηλάντης και ο Παπαφλέσσας ήταν κι εκεί για να προκαλέσουν νέες βαριές απώλειες στον Δράμαλη στις 28 Ιουλίου.
Ο υπερήφανος στρατηλάτης, που είχε αρκετές συμπάθειες μεταξύ των ελλήνων οπλαρχηγών για το ήπιο του χαρακτήρος του και τις ικανότητές του, ήταν ένα ανθρώπινο ράκος, αναλογιζόμενος τις συνέπειες από την οργή του Σουλτάνου. Με τα υπολείμματα του στρατού του έφθασε στην Κόρινθο, όπου στα τέλη Οκτωβρίου πέθανε από την απογοήτευσή του. Ο θριαμβευτής Κολοκοτρώνης ανακηρύχθηκε από την Κυβέρνηση Αρχιστράτηγος της Πελοποννήσου, κατ' απαίτηση των οπλαρχηγών. Η Επανάσταση όχι μόνο είχε διασωθεί, αλλά είχε αποκτήσει ισχυρά θεμέλια, χάρη στο σχέδιο και την τακτική του Γέρου του Μοριά.