Ὁ Χρεμωνίδειος πόλεμος (268 π.Χ. ἢ 267 π.Χ. – 261 π.Χ.) ὁ ὁποῖος ἔφερε ἀντιμέτωπους τοὺς Ἀθηναίους καὶ τους Σπαρτιάτας μὲ τὸν βασιλέα τῆς Μακεδονίας.
«…οἱ Ἀθηναῖοι ἔλυσαν τὰ σκοινιά.
«Γιὰ νὰ πολεμήσουν…
ὄχι γιὰ νὰ νικήσουν — ἀλλὰ γιὰ νὰ μείνουν ἐλεύθεροι.»
(Παύση 2’’)
«Ἡ Ἑλλάς πολεμεῖ…«Ὁ Χρεμωνίδειος Πόλεμος —
ἡ τελευταία ἀνάσα… τοῦ Ἑλληνικοῦ Πνεύματος!»
ὅταν οἱ ἄλλοι σιωποῦν.»
«Ὁ Ὕστατος Πλοῦς τῆς Ἐλευθερίας.»
«Ἐν ἔτεσιν 268 π.Χ., ὅτε ἡ Ἑλλὰς ἐσείετο ὑπὸ τὴν βαρείαν σκιὰν τῶν Μακεδόνων, οἱ Ἀθηναῖοι ἀπετόλμησαν τὸ ἀδύνατον. Ἀνέστησαν τὴν πόλιν καὶ ἤγειραν πολεμικὸν μένος κατά τῆς ἡγεμονίας τοῦ Ἀντιγόνου. Οὕτω ἤρξατο ὁ Χρεμωνίδειος Πόλεμος…»
Ἀθῆναι, Σπάρτη, Πτολεμαῖοι· ἕκαστος μὲ τοὺς ἰδίους φόβους καὶ ἐλπίδας.
Ἀλλὰ ἐν τῇ καρδίᾳ τῆς Ἀττικῆς ἔμφανις ἐγένετο ἀνὴρ ὀνόματι Χρεμωνίδης, ὁ καλέσας τὸν δῆμον εἰς ἀγῶνα.»
«Ἀλλ’ ὁ πολέμιος ἦν δεινός.
Ὁ Ἀντίγονος Γονατᾶς, σοφὸς βασιλεύς, καρτερικός, ἔμπειρος.
Οὐκ ἦν ἀνὴρ νέος εἰς πόλεμον· ἦν λὺκος περικεκυκλωμένος ὑπὸ πόλεων ἀνταρτῶν.
Καὶ ἡ Ἀθήνα ἦν τὸ τρόπαιον ποὺ οὐκ ἤθελε νὰ χάσῃ.»
Ἀθηναῖοι ὁπλῖται ὁρκίζονται στὰ ὅπλα.
«Ἐνιαυτὸς 267 π.Χ. · τὰ τύμπανα ἠχοῦσι.
Ἀθήνα καὶ Σπάρτη, σπανίως σύμμαχοι, νῦν ἑνωμέναι ὑπὲρ τιμῆς.
Οἱ Πτολεμαῖοι τῆς Αἰγύπτου παρέσχον χρήματα·
ὁ δὲ δῆμος παρείσχε τὴν ψυχήν.»
Ὁ σημαντικότερος ὑποστηρικτὴς τοῦ πολέμου ἐναντίον τοῦ Ἀντίγονου Γονατὰ στὴ Σπάρτη ἦταν ὁ βασιλιᾶς Ἀρεὺς Α΄,ο ὁποῖος εἶχε ἀποκτήσει μεγάλο κῦρος ὕστερα ἀπὸ τὴ νίκη του κατὰ τοῦ Πύρρου καὶ συμπεριφέρονταν σὰν ἀπολυταρχικὸς μονάρχης
. Ὁ ἄλλος βασιλιᾶς Ἀρχίδαμος ὕστερα ἀπὸ τὴν ἧττα τοῦ ἀπὸ τὸν Δημήτριο Πολιορκητὴ (294 π.Χ.) ἦταν πολιτικὰ ἀπομονωμένος.Ο ἀντιμακεδονικὸς συνασπισμὸς στὴν Ἀθήνα εἶχε ἀρχηγὸ τὸν στωικὸ Χρεμωνίδη καὶ τὸν ἀδελφό
τοῦ Γλαύκωνα.
Οἱ Ἀθηναῖοι ἤθελαν νὰ ἀπαλλαγοῦν ἀπὸ τὴ φρουρὰ τοῦ Ἀντίγονου Γονατὰ ποὺ βρίσκονταν στὸν Πειραιᾶ
καὶ νὰ ἀνακτήσουν τὴν πλήρη ἀνεξαρτησία τους. Οἱ ὀπαδοί του Ἀντίγονου Γονατὰ στὴν Ἀθήνα δέν
μπόρεσαν νὰ διατηρήσουν τὴν ἐξουσία καὶ ἡ πόλη προσχώρησε τὸ 268-267 π.Χ. στὸν ἀντιμακεδονικό
συνασπισμὸ ποὺ ὀργάνωσε ὁ Λακεδαιμόνιος βασιλιᾶς.
ὑπῆρχαν στὴν Κόρινθο, τὴ Χαλκίδα καὶ ὅπως προαναφέραμε, στὸν Πειραιᾶ. Ἡ Κόρινθος ἦταν ἡ ἕδρα της
διοίκησης ὅλων αὐτῶν τῶν περιοχῶν. Τὴ θέση τοῦ διοικητῆ κατεῖχε ὁ ἑτεροθαλὴς ἀδελφός του Ἀντίγονου
Γονατὰ Κρατερός.
Ἀθηναῖος ῥήτωρ στὴν Πνύκα· πλήθος ὀργισμένο.
«Τὸ ψήφισμα τοῦ Χρεμωνίδου οὐκ ἦν ἀπλῆ πολιτικὴ πράξις·
ἦν κραυγὴ ἀπὸγνωσμένης πόλεως.
Ναὶ· ἡ Ἀθῆνα, ἡ πάλαι λαμπρά, ἐστέναζε ὑπὸ τὴν Μακεδονικὴν φρουρὰν.
Καὶ οἱ πολῖται ἤκουσαν. Ἀνέκραξαν. Συνετάχθησαν.»
Τα πρώτα έτη του πολέμου
Ἡ Πολιορκία τῆς Πόλεως
Μακεδονικὸς στόλος κλείνει τὸν Πειραιᾶ· ἐμπόδιο τῶν σιτηρών.
«Ἡ πόλις ἐκλείσθη.
Ἡ πείνα κατέβη ὡς ἔμπυρος λύκος· ἡ ἀγωνία ἐγένετο σύντροφος τῶν πολιτῶν.
Ἐντός τῶν τειχῶν, ὁ Χρεμωνίδης ὧρκίζεν ὅτι οὐκ ἀφήσει τὴν πόλιν ἐμπεσεῖν.
Ἡ Ν αυμαχία
Ἀθηναϊκὲς τριήρεις συγκρούονται μὲ Μακεδονικόν στόλον.Αφήγηση:
«Ἐπὶ τῆς θαλάσσης ὁ πόλεμος ἐξέσπασε ὡς καταιγίς.
Κράυγαι, σύριγμα βελών, συντριβὴ ξύλων.
Ἀντίγονος ἐφύλαττε τὰ ὁρμίσματα ὡς λέων τὰ σκύλα του.
Ἡ Ἀθηναϊκὴ ἐλπὶς ἐθραύσθη ὑπὸ τῆς Μακεδονικῆς ἰσχύος.»
Λίγο ἀργότερα κατέπλευσε στὸ Σούνιο ὁ πτολεμαϊκὸς στόλος ὑπὸ τὸν Πάτροκλο. Ὁ Πάτροκλος ὀχυρώθηκε σὲ μία νησῖδα δυτικὰ τοῦ Σουνίου (ἡ ὁποία ὀνομάστηκε Πατρόκλου Χάραξ) καὶ ἀπὸ ἐκεῖ ἔλεγχε τὸν Σαρωνικὸ κόλπο. Ὁρμητήρια ἐπίσης ἐγκατέστησε στὴν τοποθεσία Κορησσία τῆς Κέας, σὲ πολλὰ σημεῖα τῶν ἀκτῶν τῆς Ἀττικῆς, στὴν Κρήτη καὶ στὴ Θήρα. Ὡστόσο δὲν μπόρεσε νὰ προσφέρει οὐσιαστικὴ βοήθεια.
Ἡ Ἔξοδος πρὸς τὴ Θάλασσαν (ΜΕΓΑΛΗ ΣΚΗΝΗ)
νύκτωρ, οἱ Ἀθηναῖοι βγαίνουν ἀπὸ τὰ τείχη· πλοῖα ἔτοιμα στὸ λιμάνι· δάδες.Αφήγηση:
«Καὶ τότε ἦλθεν ἡ νύξ.
Ἡ νύξ ἐκείνη, ἡ φοβερά, ἡ ἡρωική.
Οἱ Ἀθηναῖοι, ἀποδεκατισμένοι, ἐκινήθησαν σιωπηλοὶ πρὸς τὸν Πειραιᾶ.
Τὰ πλοῖα ἐσείοντο ὑπὸ νυκτερινοῦ ἀνέμου·
οἱ γυναῖκες ἔκλαιον· οἱ ὁπλῖται ἔσφιγγον τὰ ξίφη.
Ἦν ἡ ὕστατη ἐλπίς:
ἐξορμᾶν εἰς τὴν θάλασσαν, καὶ διασπᾶν τὸν θεὸν τῆς πείνης.»
Ὁ Ἀρεύς, παρακινούμενος ἀπὸ τὸν Πάτροκλο, ἔκανε μιὰ ἐκστρατεία γιὰ νὰ βοηθήσει τοὺς Ἀθηναίους
(267 π.Χ.) ἀπέτυχε ὅμως νὰ καταλάβει τὸν Ἰσθμὸ ποὺ κατέχονταν ἀπὸ δυνάμεις του Ἀντίγονου Γονατά.
Ὁ στρατός του Ἀντίγονου κατέστρεφε τὴν ὕπαιθρο τῆς Ἀττικῆς καὶ ἐπιτίθονταν στὰ ὀχυρὰ τῶν ἀντιπάλων του.
Σύμφωνα μὲ τὸν Πολύαινο, (Στρατηγήματα, 4.6.3), οἱ Μεγαρεῖς:"άλειψαν γουρούνια μὲ πίσσα, τους
ἔβαλαν φωτιὰ καὶ τοὺς ἀμόλησαν ἀνάμεσα στοὺς ἐλέφαντες. Τὰ γουρούνια γρύλισαν καὶ οὔρλιαξαν
κάτω ἀπὸ τὸ μαρτύριο τῆς φωτιᾶς καὶ ξεπήδησαν ὅσο πιὸ δυνατὰ μποροῦσαν ἀνάμεσα στοὺς ἐλέφαντες".
Οἱ ἐλέφαντες κατελήφθησαν ἀπὸ «σύγχυση καὶ τρόμο» καὶ ἀφοῦ «ἔσπασαν τὶς τάξεις τους καὶ ἔφυγαν
τρέχοντας πρὸς διαφορετικὲς κατευθύνσεις». Ἐξ αἰτίας τοῦ τρόμου ποὺ τοὺς προκάλεσαν τὰ τσιρίγματα
ἀπὸ τὰ φλεγόμενα γουρούνια οἱ ἐλέφαντες ἄρχισαν νὰ ποδοπατοῦν καὶ νὰ σκοτώνουν πολλοὺς στρατιῶτες
τῆς πλευρᾶς τους.
Ὁ θανατος του Ἀρέως
Ὁ Πάτροκλος συνέχιζε νὰ ζητᾶ ἀπὸ τὸν Σπαρτιάτη βασιλιᾶ νὰ χτυπήσει μετωπικὰ τοὺς ἀντιπάλους
τοῦ προσεγγίζοντας τὴν Ἀττικὴ ἀπὸ τὴν Ἐλευσῖνα.
Οἱ προσπάθειες ὅμως ποὺ ἔκανε ὁ Ἀρεὺς γιὰ νὰ καταλάβει τὸν Ἰσθμὸ τὸ 266 π.Χ. καὶ τὸ 265/264 π.Χ.
ἀπέτυχαν.
Ὁ Πάτροκλος δὲν κατάφερε νὰ κάνει τίποτα ἀξιόλογο πέρα ἀπὸ τὴν κατάληψη τῶν Μεθάνων στὰ ὁποῖα
ἔδωσε τὸ ὄνομα τῆς βασίλισσας Ἀρσινόης Β'.
Ὁ Ἀντίγονος βρίσκονταν στὴν Ἀττικὴ ὅταν ὁ βασιλιᾶς τῶν Μολοσσῶν Ἀλέξανδρος εἰσέβαλε ὕστερα
ἀπὸ συνεννόηση μὲ τὸν Πτολεμαῖο Φιλάδελφο στὴν Ἄνω Μακεδονία καὶ κατέλαβε τὴ χώρα, ὕστερα
ἀπὸ τὴν προσχώρηση σὲ αὐτὸν τῶν κατοίκων τῆς περιοχῆς. Ταυτόχρονα ὁ Ἀλέξανδρος συμμάχησε μὲ τούς
Αἰτωλοὺς καὶ τοὺς Εὐβοεῖς.
Ἔτσι ἡ χερσαία ὁδὸς ἐπικοινωνίας του Ἀντίγονου μὲ τὶς βάσεις του στὸν βορρᾶ πρακτικὰ ἀποκόπηκε.
Ἀπέμενε μόνο ἡ θαλάσσια ὁδὸς ὅμως ὁ στόλος τοῦ Πατρόκλου ἐνισχύθηκε μὲ νέα πλοῖα ἀπὸ τὸν Πτολεμαῖο.
Ἡ Κατάρρευσις
Ἀθήνα ἀπομονωμένη· πολῖται κουρασμένοι.
Αφήγηση:
«Μῆνες ἐπέρασαν.
Ἡ πόλις ἔπεσεν εἰς ἔσχατα· οὐ σῖτος, οὐ ξύλον, οὐ ἐλπίς.
Καὶ ἐν 261 π.Χ., ἡ Ἀθήνα ἠναγκάσθη νὰ γονυκλισθῇ.»
Ὁ Ἀντίγονος ἀποφάσισε τελικὰ νὰ πολεμήσει στὴν ξηρά.
Γύρισε στὴ Μακεδονία καὶ νίκησε τὸν Ἀλέξανδρο σὲ ἀποφασιστικὴ μάχη στὴν περιοχή της Ἐλιμιώτιδος.
Κατόπιν ὁ μακεδονικὸς στρατὸς ὑπὸ τὴν τυπικὴ ἡγεσία του γιοῦ τοῦ Ἀντίγονου Δημητρίου εἰσέβαλε
στὴν Ἤπειρο (264/263 π.Χ.). Ὁ Ἀλέξανδρος κατέφυγε στὴν Ἀκαρνανία.
\Κατάφερε τελικὰ νὰ ἀνακτήσει τὸ θρόνο του λίγο ἀργότερα (259 π.Χ.).
Συντριβὴ Σπαρτιατῶν καὶ Ἀθηναίων
Ἡ Σιωπηλὴ Ἥττα
Εἰκόνα: Ἀντίγονος εἰσέρχεται στὴν πόλη· οἱ Ἀθηναῖοι παραδίδουν τὰ ὅπλα.
Αφήγηση:
«Οὐχὶ σφαγὰς, οὐχὶ πυρά·
μόνον σιωπή.
Ἡ Ἀθήνα, ἡ πάλαι ἡγεμόνισσα τῆς Ἑλλάδος,
νῦν ἐστέκετο ὡς χήρα ἄδοξος.
Ὅμως τὸ πνεῦμά της—ἐλεύθερον.
Ἀκόμη καὶ ἐν ἡττῇ.»
Σύμφωνα με μια διαφορετική αφήγηση η εισβολή του Αλέξανδρου στην Άνω Μακεδονία έγινε το 262 π.Χ.
Ὁ Ἀντίγονος ποὺ τότε βρίσκονταν στὴν Ἀττικὴ ἔκανε εἰρήνη μὲ τοὺς Ἀθηναίους καὶ ἐπέστρεψε στή
Μακεδονία (φθινόπωρο τοῦ 262 π.Χ.). Ὁ Ἀντίγονος ἐπέστρεψε στὴν Ἀττικὴ τὸ 261 π.Χ. ἀφοῦ εἶχε
ἀντιμετωπίσει μὲ ἐπιτυχία τὸν Ἀλέξανδρο.
Ἐκεῖ οἱ ἐχθροπραξίες εἶχαν ἐπαναληφθεῖ καὶ ἡ εἰρήνη εἶχε ἀποδειχτεῖ μιὰ ἁπλῆ ἀνακωχή.
Ἡ πόλη παραδόθηκε τελικὰ τὴν ἄνοιξη τοῦ ἴδιου ἔτους.
Κατὰ τὴν διάρκεια τῆς πολιορκίας πυρπολήθηκε τὸ ἱερὸ ἄλσος καὶ ὁ ναὸς τοῦ Ποσειδῶνος Ἰππίου κοντά
στὴν Ἀκαδημία τῶν Ἀθηνῶν ποὺ ἦταν ἐγκατεστημένο τὸ ἀρχηγεῖο τοῦ ἀθηναϊκοῦ ἱππικοῦ.
Στὴν πόλη τῆς Ἀθήνας ἐγκαταστάθηκε μακεδονικὴ φρουρὰ (στὸν λόφο τοῦ Μουσείου). Τὸ ἴδιο ἔγινε στή
Σαλαμῖνα, στὴν Ἐλευσῖνα καὶ τὸ Σούνιο καὶ στὰ φρούρια τῆς Ἀττικῆς,Ραμνούντα,Πάνακτο καὶ Φυλή,
ἐνῷ γκρεμίστηκε ἕνα τμῆμα τῶν Μακρῶν Τειχῶν.
Τὸ δημοκρατικὸ πολίτευμα δὲν καταλύθηκε τὴν ἐξουσία ὅμως ἀνέλαβαν οἱ ὀπαδοί του Ἀντίγονου
(ὅπως ὁ ὁμώνυμος ἐγγονός του Δημήτριου τοῦ Φαληρέως).
Ὁ ἱστοριογράφος Φιλόχαρος ἐκτελέστηκε σύμφωνα μὲ διαταγή του Ἀντίγονου ἐπειδὴ ἀλληλογραφοῦσε
μὲ τὸν Πτολεμαῖο.
Ὁ Χρεμωνίδης καὶ ὁ Γλαύκων κατέφυγαν στὴν Αἴγυπτο ὅπου κατέλαβαν ὑψηλά
ἀξιώματα στὴ διοίκηση τῆς χώρας.
Ὕστερα ἀπὸ λίγα χρόνια ὁ Ἀθηναῖος πολιτικὸς Μικίων τοὺς κατέταξε
στὴν ἴδια κατηγορία μὲ τὸν Ἀλκιβιάδη καὶ τὸν Λεωσθένη.
Το τέλος του πολέμου
Αφήγηση:
«Ὁ Χρεμωνίδειος Πόλεμος ἐχάραξεν Ἕλληνας καὶ ἱστορίαν.
Ἐδείκνυεν ὅτι λαὸς ἄνευ ἐλευθερίας ἤδη νεκρός ἐστιν.
Καὶ ἡ Ἀθήνα, ἔστω καὶ πληγείσα, ἐφύλαξε τὸν σπινθῆρα.
Τὸ φῶς ποὺ ἡγεῖται ἔθνεσιν ἀπὸ τὰ βάθη τῶν αἰώνων.»
9:00 – 10:00 — Τίτλοι / Κλείσιμο
Εἰκόνα: Ἀρχαϊκὰ σύμβολα, ἐρείπια, θάλασσα.
Αφήγηση:«Μνήμην ποιούμεθα τῶν ἡρώων
καὶ τῆς πόλεως ἥτις ἐτόλμησε.
Ἡ ἱστορία ἐπαναλέγει:
Οἱ ἄνθρωποι πίπτουσιν·
τὰ ἰδεώδη οὔποτε.»
(Τύμπανα — fade out.)
Βιβλιογραφία:
- Green, Peter (1993). Alexander to Actium: the historical evolution of the Hellenistic age. Berkeley: University of California Press. ISBN 0-520-08349-0.
- Ιστορία του Ελληνικού έθνους Τόμος Δ' Μέγας Αλέξανδρος –Ελληνιστικοί Χρόνοι Εκδοτική Αθηνών 1979
- Στρατιωτική Ιστορία ΣΠΥΡΙΔΩΝ ΜΑΡΚΟΥ. ΧΡΕΜΩΝΙΔΙΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ. Η τελευταία σθεναρή προσπάθεια ανεξαρτητοποίησης της Αθήνας (268 π.Χ.) Εκδότης Σ. ΠΑΝΕΛΗΣ. Τεύχος 128. 2007
- LIVIUS Articles on Ancient History Antigonus II Gonatas Αρχειοθετήθηκε 2011-06-05 στο Wayback Machine.
- Nicholas Geoffrey Lemprière Hammond, Frank William Walbank A History of Macedonia: 336-167 B.C. Oxford University Press, 1988
- Xenophontis opera, ed. G.H. Schaefer. TOMVS IV LIPSIAE 1811
- Perseus Digital Library Pausanias, Description of Greece
- Anemi Digital Library of Modern Greek Studies Ιουστίνος Επιτομή των Φιλιππικών του Πομπηίου Τρόγου νῦν πρῶτον ἐκ τοῦ λατινικοῦ εἰς τὴν αἰολοδωρικὴν ἑλληνικὴ διάλεκτον μεταγλωττισθεῖσα, καὶ ἐκδοθεῖσα παρὰ τοῦ ἀποπειρογράφου τῆς Ρουμουνίας, καὶ προσφωνηθεῖσα. Εν Λειψία: Παρά τω Τάουχνιτζ, 1817.
Πληροφορίες αντλήθηκαν από τις παρακάτω πηγές:

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου