Κυριακή, 16 Ιουλίου 2017

Η στάση τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων ἔναντι τῶν προδοτῶν


Η ΑΝΙΕΡΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΠΡΟΔΟΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ


Παίρνοντας γιὰ βάση το ἔντονο πολιτειακό αἴσθημα τῶν Ἀρχαίων Ἑλλήνων καὶ τις ἱεροπραξίες τους, καταλαβαίνουμε, γιατί ἡ προδοσία χαρακτηριζόταν σὰν το πιὸ βαρύ ἔγκλημα. Κι ἄν ἐμβαθύνουμε στὸ γεγονός, ὅτι ὅλοι οἱ προδότες, μετά την ἀτιμωτική ἐκτελέση τους, δὲν ἐπιτρεπόταν νὰ ταφοῦν, θὰ καταλάβουμε πόσο μεγάλη, πόσο συντριπτική ἦταν ἡ ποινή πού τους ἐπιβαλλόταν.

Με την προδοσία στὴν ἀρχαία Ἑλλάδα προσβαλλόταν, ἀνίερα κι ἀνεπανόρθωτα, ἡ βαθύτατη ἠθική ἀντίληψη γιὰ την πολιτειακή εὐδαιμονία καὶ σταθερότητα. Ἀκόμα κι ἄν δὲν εἶχε ἔμπρακτα ἀποτελέσματα ἡ προδοσία. Ἔφτανε ἡ πρόθεση, ἡ ἁπλῆ διάθεση. Ἔτσι, ὁ προδότης δὲν εἶχε θέση οὔτε στὴ ζωή οὔτε στὸ θάνατο. Δὲν τον

θεωροῦσαν οὔτε καὶ τυπικά οὔτε «κατ” ἀνοχὴν» ἄνθρωπο, παρά κάτι σὰν ἀπαίσια τερατικό γιὰ την ἱερὴ παράδοση κι ἀφάνταστα ἐπικίνδυνο γιὰ τις ὁμαλές σχέσεις της πολιτείας. Κι ἔπρεπε, φυσικά, ὄχι μόνο νὰ χαθεῖ, ἀλλὰ κι ἡ ἐφιαλτική μνήμη του νὰ γίνεται πάντα ἀντικείμενο «μαύρης κατάρας». Ἔπρεπε, με το «κατακουρέλιασμα της «βρωμερῆς» ὑπόστασης του», νὰ θεωρηθεῖ χτυπητό «παράδειγμα πρὸς ἀποφυγήν».

Το ἡρωικό ἑλληνικό ἔπος δέχεται γιὰ τον προδότη την ταφή, κι ὁ ἀθηναϊκός νόμος, κατά την ἱστορική περίοδο, πρόβλεπε πέταμα των ἐκτελεσμένων προδοτῶν μακριά ἀπὸ την πολιτεία. Η καλλιεργημένη φαντασία τῶν Ἀθηναίων διαμόρφωνε πολύ παραστατικούς τους μύθους γιὰ την περιφρόνηση πού ἔδειχναν οἱ πρόγονοι στοὺς προδότες. Ο Δημοσθένης (18, 204) ἀναφέρει πώς οἱ Ἀθηναῖοι κάποιον Κυρσίλο, πού δέχτηκε νὰ ὑποκύψει στὶς ἐπιταγές του Ξέρξη, τον σκότωσαν με λιθοβολισμό, κι οἱ γυναῖκες ἔκαμαν το ἴδιο στὴ σύζυγο του. Οἱ Ἀρκάδες, κατά τον Παυσανία (4, 22, 4), σκότωσαν, ἐπίσης με πέτρες, τον Ἀριστοκράτη καὶ τον ἔβγαλαν ἔξω ἀπὸ τα σύνορα ἀφήνοντας τον ἄταφο, ἐπειδή πρόδωσε τα μυστικά τους στοὺς Σπαρτιᾶτες. Ἔχουμε, ἀκόμα, καὶ τὴ διήγηση του Λυκούργου (112, 115), ὅπου κι αὐτοί, πού ὑπερασπίστηκαν τον προδότη καὶ φίλο τῶν Σπαρτιατῶν ὀλιγαρχικό Φρύνιχο, κηρύχτηκαν ἔνοχοι, θανατώθηκαν, καὶ τα ὀστᾶ τους, ὅπως καὶ του Φρύνιχου, πετάχτηκαν ἕξω ἀπὸ την Ἀττική, ἐνῶ ἐκεῖνοι, πού σκότωσαν τον προδότη, ἀθωώθηκαν, καὶ κρίθηκε πώς ἄδικα φυλακίστηκαν.

Με ἀφορμή τὴ σκληρότατη τιμωρία του Φρύνιχου, ἔγινε ψήφισμα (Λυκοῦργος, 112, 115), ὅπου καταδικάζονταν, προκαταβολικά, οἱ ὑπερασπιστές τῶν προδοτῶν, κι ἄν, ἀκόμα, οἱ προδότες ἐκτελέστηκαν, κι ἄν τα πτώματα τους πετάχτηκαν μακριά ἀπὸ την πολιτεία, κι ἄν, τέλος, πέρασε καιρός πολύς ἀπὸ την προδοσία τους. Ἔτσι, οἱ ὑπερασπιστές τῶν προδοτῶν ἐξισώθηκαν με τους προδότες, ἀφοῦ δὲν δίστασαν νὰ δικαιολογήσουν, βρίσκοντας ἐλαφρυντικά ἡ προσπαθῶντας ν” ἀμφισβητήσουν την πράξη τους (τῶν προδοτῶν), ἀσεβῶντας στὰ ἱερὰ κι ὅσια της πολιτείας. Τους θεωροῦσαν κι” ἐπικίνδυνους καὶ βλαβερούς γιὰ το κοινό συμφέρον, ἀφοῦ θέλησαν νὰ μειώσουν την «καταστρεπτική σημασία της προδοσίας». Τέτοιες περιπτώσεις προδοτῶν ἔχουμε πάμπολλες, πού, ἀφοῦ θάφτηκαν, ξεθάφτηκαν κατόπι καὶ τα ὀστᾶ τους πετάχτηκαν, γιατί ἦταν ἔνοχοι στὸ «Κυλώνιον ἄγος» (Θουκυδίδης, 1, 126, 127).



ΚΑΙΑΔΑΣ

Στοὺς Ἀθηναίους ἴσχυε ὁ νόμος, πού συχνά τον ἀνέφεραν, γιὰ τους Προδότες, πού ἀπαγόρευε ρητά, μετά την καταδίκη τους, νὰ ταφοῦν στὴν Ἀττική. Το ἴδιο, σύμφωνα μ” αὐτόν τον νόμο, ἴσχυε γιὰ τους κλέφτες καὶ τους ἱερόσυλος., (Ξενοφ.», Ἑλληνικά» 1, 7, 22), Ὑπερείδης «’Υπέρ Λυκ.», 16 κλπ.). Ο νόμος ἐφαρμόστηκε καὶ στὴν περίοδο του Θεμιστοκλῆ (Θουκυδ. 1, 138, 6) καὶ κατά το ψήφισμα στὴν περίοδο του Ἀρχιπτόλεμου κι Ἀντιφῶντα, πού μνημονεύονται κατά τον βίο των δέκα ρητόρων, μετά την κατάλυση των τετρακοσίων (Πλούταρχ. «Ηθικά», 834α). Οἱ γειτονικές πόλεις φρόντιζαν, ἀπὸ ὑποχρέωση ἠθικὴ βασικά, μὰ καὶ γιὰ νὰ εἶναι συνεπεῖς με την παράδοση, νὰ θάβουν τα πεταμένα ἐκεῖ κοντά πτώματα τῶν προδοτῶν. Στό « Ἀνθολόγιο» του Στοβαῖου (40, 8) ἱστορεῖται ἀπὸ τον Πυθαγόρειο Τέλητα ἡ περίπτωση Ἀττικῶν φυγάδων προδοτῶν, πού κι ὅταν, ὑστέρα ἀπὸ χρόνια, πέθαναν σε ξένο ἔδαφος ὅπου εἶχαν καταφύγει, θάφτηκαν δίχως τυπικές τιμές. Μαζί μ” αὐτούς εἶναι ὁ Νικόφημος κι ὁ Ἀριστοφάνης (ὄχι ὁ κωμωδιογράφος, βέβαια). Ο Θεόπομπος διηγεῖται πώς οἱ Ἀθηναῖοι στὴ Σάμο, ἀφοῦ ἔραψαν σε σακκί τον προδότη Λεύκιπο, τόν ἔριξαν στὴ θάλασσα. Το βάραθρο ἀπ” ὅπου ἔριχναν τους προδότες καὶ πού βρισκόταν κοντά στὸν Δῆμο τῶν Κειριαδῶν, ἦταν κι ὁ τάφος τους. Γνωρίζουμε πώς ὁ τόπος ἀτιμωτικός ἐκτέλεσης στὴ Σπάρτη ὀνομαζόταν Καιάδας. Καὶ στὸν Καιάδα πέταξαν οἱ Σπαρτιᾶτες το πτῶμα του προδότη βασιλιά τους Παυσανία, πού τον «ἔκτισαν» στὸ ναό της Χαλκιοίκου Ἀθηνᾶς, ὅπου κατέφυγε, γιὰ νὰ πεθάνει ἀπὸ πείνα καὶ δίψα. Την πρώτη πέτρα — ὅπως ἐπίσης γνωρίζουμε — γιὰ το κτίσιμο την ἔβαλε ἡ μητέρα του προδότη. Μὰ το μαντεῖο τῶν Δελφῶν, ἐπιδιώκοντας την ἡμέρωση τῶν ἠθῶν, ὑπέδειξε ἀργότερα, την ταφή του ἐκεῖ πού πέθανε. Καὶ τον ἔθαψαν κοντά στὸ ναό (Θουκυδ. 1, 134, 4). Ο Ἰσχυρισμός του Ἑπιτιμίδη, πού στηρίζεται πάνω σε σχετική παρατήρηση του Αἰλιανοῦ, πῶς το πτῶμα του Παυσανία πετάχτηκε κι αὐτὸ ἕξω ἀπὸ τα σύνορα, δὲ φαίνεται βάσιμος, ἀφοῦ ἔχουμε την αὐθεντικότερη πληροφορία του Θουκυδίδη. Ἄλλος σοβαρός λόγος γιὰ τὴ σκληρότατη τιμωρία τῶν προδοτῶν ἦταν καὶ τ” ὅτι, με την πράξη τους, ἀσεβοῦσαν πρὸς τα ἱερὰ της πολιτείας. Εἶναι χαρακτηριστικά τα ὅσα λέγει σχετικά ὁ Λυκοῦργος (1, 17, 26, 150).

Οἱ πρῶτες τάσεις, στὴν ἀττικὴ περίοδο, γι” ἀλλαγῆ του τρόπου «ἠθικῆς ἐκτέλεσης», δηλαδή ν” ἀφήνουν ἄταφους νεκρούς, πού καθιερώθηκε στὰ ἡρωικά χρόνια, διαμορφώθηκαν ὅταν ἄρχισε νὰ ἐπικρατεῖ ἡ προοδευτική ἀντίληψη γιὰ την «ὑγιεινή καθαριότητα». Το βλέπουμε αὐτό καὶ στὴν «Ἀντιγόνη» του Σοφοκλῆ. Η ἀντίληψη τούτη εἶναι ὅτι, με τους ἄταφους, «βρωμίζει το ἔδαφος ὁπού βρίσκονται, καί με την ἀποφορά πού βγάζουν, μποροῦσε νὰ βεβηλωθεῖ ἡ ἱεροπραξία της θυσίας». Ἀπὸ δῶ πηγάζει ἡ «βιασύνη νὰ ἐξασφαλίζεται ἡ χώρα ἀπὸ τους κινδύνους πού ἀπειλοῦν οἱ ἄταφοι νεκροί». Κι ἡ τέτοια βιασύνη δημιούργησε το ἔθιμο νὰ πετοῦν μακριά, ἔξω ἀπὸ τα σύνορα, τα πτώματα τῶν προδοτῶν. Ἔπειτα, ἡ ἰδέα γιὰ την ἀπαραβίαστη Ἱερότητα της «πατρικῆς γῆς» ἐνισχυόταν περισσότερο με τὴ βεβαιότητα, ὅτι οἱ νεκροί θὰ ταφοῦν ἀπὸ τους ξένους. Πολύ ἀπασχόλησε, ἀκόμα, τους σύγχρονους με τον Εὐριπίδη καὶ τον Σοφοκλῆ το ζήτημα, ἄν ὁ θάνατος ἐξαγνίζει το ἔγκλημα καὶ κατοχυρώνει το δίκιο τῶν ἔνοχων νεκρῶν. Ο μεγάλος σεβασμός στοὺς νεκρούς ἔγινε ἀφορμὴ νὰ παθαίνοντας ὀδυνηρά οἱ Ἀθηναῖοι της ἀττικῆς περιόδου ἀπὸ τις σκληρότητες γιὰ τα πτώματα, εἰδικά τῶν προδοτῶν πατριωτῶν τους. Μά ἔχουμε κι ἀπόψεις νεότερες ἀπὸ την ἀκμὴ της τραγωδίας, ὅπως τις ἀδέκαστες ὑποδείξεις του Πλάτωνα γιὰ το πέταμα τῶν ἔνοχων νεκρῶν («Νόμοι», 9, 885α, 87οε, 873(1, 874(1, ΙΟ,” 909 α-ο,-12, 960ά).

Οἱ ρήτορες δὲν ἔπαυαν νὰ θυμίζουν, ἐκείνη την ἐποχῆ, στοὺς δικαστές τον ὅρκο τους καὶ νὰ τους διδάσκουν, πώς ἀπὸ την αὐστηρή ἐκπλήρωση του καθήκοντος ἐξαρτᾶται κι ἡ δική τους ἐσωτερική εὐδαιμονία. Ο Δημοσθένης, στὸ προοίμιο του λόγου του «Περί στεφάνου» (1.8), τονίζει ὅτι ἡ τέλεια ἀμεροληψία συντελεῖ στὴν ἐξύψωση του «φρονήματος της δικαιοσύνης» κι ἐξασφαλίζει την αὐστηρότητα ἐφαρμογῆς τῶν πολιτειακῶν ἄρχων. Ό Αἰσχίνης ὑποστηρίζει, πώς ὁ ἐπίορκος δικαστής αὐτοαναιρεῖ τη δικαιοσύνη πού ὑπηρετεῖ καὶ δίνει την ψῆφο του σ” ἄλλον (3, 233). Η ἄδικη ἀθώωση ἡ ἡ δικαστική ἐπιείκεια χαρακτηρίζονται ἀπὸ τον Δείναρχο περιφρόνηση των θείων νόμων. Ο Λυκοῦργος πιστεύει, ὅτι ὁ αὐτοαναιρεῖ δικαστής, ἄν καὶ ψηφίζει μυστικά, ὡστόσο ἐνεργεῖ ὁλοφάνερα μπροστά στοὺς θεούς (Λυκ. «κατά Νεαίρας», 146, 126). Γι” αὐτὸ ἡ δίκαιη ψῆφος ὀνομάστηκε «εὐσεβής», ὄχι μόνο ἀπὸ το Δείναρχο (12, 20) καί τον Δημοσθένη (18, 126, 19, 312), μὰ κι ἀπὸ τον Εὐριπίδη (Ὀρέστεια » 1651, «Ἠλέκτρα» 1262). Με πολλή εὐγλωττία τέτοιε αὐτοαναιρεί ς νουθεσίες ἀπευθύνονται πρὸς τὴ συνείδηση τῶν δικαστῶν στοὺς λόγους του Ἀντιφῶντα, ὅταν μπαίνει ζήτημα ζωῆς ἡ θανάτου γιὰ τον δικαζόμενο (2. δ, 11 3β, 11 κλπ.) Σχετικά μ” αὐτὰ ὁ Αἰσχίνης ὑποδείχνει πώς γιὰ νὰ μειωθοῦν οἱ βαριές εὐθύνες τῶν δικαστῶν ὄφειλε ἐκεῖνος πού νικοῦσε στὴν ψηφοφορία νὰ ἐξορκίζεται (2, 87, 88).



ΗΛΙΑΙΑ


Η ἀττική δημοκρατία εἶχε λάβει αὐστηρά μέτρα ἐνάντια στοὺς δικαστές πού δωροδοκοῦνταν. Ἀνάθεσε τὴ δικαστική ἐξουσία στὴν Ἡλιαία, ἀπόφευγε, με κάθε τρόπο, νὰ ὁρίζει δικαστές γιὰ κάθε δίκη καὶ φρόντιζε νὰ τους ἐκλεγεῖ με κλῆρο.

Ἕκτος ἀπὸ τους ψευδομάρτυρες, πού δροῦσαν ὀργανωμένα τότε κι ἐκβίαζαν συχνά την ἀπόφαση του δικαστηρίου («Πρός Ἄφοβον» του Δημοσθένη, 59), ὑπάρχουν κι ἀρκετές περιπτώσεις ἀξιόπιστων μαρτύρων πού τους πρότειναν οἱ ἴδιοι οἱ κατηγορούμενοι ἀπὸ αὐτοσεβασμό. Εἶναι ὀνομαστές οἱ φράσεις «ἀττικὸς μάρτυς» κι «ἀττικὴ πίστις» («Παροιμιογράφος, Ι, 209, 215). Τέτοια τεκμήρια βρίσκουμε στὸν «Γοργία» (471e) καὶ στὸν «Εὐρυξία» (389d) του Πλάτωνα, στὸ λόγο «Περί χορευτοῦ» (23) του Ἀντιφῶντα κ.ά.

Την ἰδία σκληρή τύχη εἶχαν κι οἱ ἐγκληματίες, οἱ Ἱερόσυλοι, οἱ αὐτόχειρες κι ὅσοι πάθαιναν ἠλεκτροπληξία. Τους τελευταίους δὲν τους ἔθαβαν, γιατί θεωροῦνταν τιμωρημένοι ἀπὸ τους θεούς.

Καμιά περίπτωση καταδίκης γι” αὐτοδικία σε βάρος προδοτῶν δὲν ἀναφέρουν τ” ἀρχαία κείμενα. Καὶ τέτοιες αὐτοδικίες, «ἀνεπίσημες» οἱ περισσότερες, δὲν ἔχουμε λίγες. Μ” αὐτὲς δείχνετε, βέβαια, το ἀσυγκράτητο μῖσος ἐναντία στοὺς προδότες κι ἡ ἔλλειψη ψύχραιμης ἀναμονῆς γιὰ τὴ δίκη τους ἀπὸ τα δικαστήρια. Μὰ κι ἡ ἀπαλλαγή ὅσων αὐτοδίκησαν ἀποτελεῖ χαρακτηριστική ἐνδείξη σιωπηρῆς ἐπιβράβευσης της πράξης τους.




Δημοσίευση σχολίου