Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιητές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ποιητές. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 28 Νοεμβρίου 2017

Λευκάδα: Πῶς ἀπὸ χερσόνησος ἔγινε νησί. Τα τεχνικά ἔργα των Ἀρχαίων Κορινθίων για την διάνοιξη διώρυγας καὶ πῶς "ἐποίησαν νῆσον τὴν Λευκάδα".


Λευκάδα: Πῶς ἀπὸ χερσόνησος ἔγινε νησί. Τα τεχνικά ἔργα των Ἀρχαίων Κορινθίων για την διάνοιξη διώρυγας καὶ πῶς "ἐποίησαν νῆσον τὴν Λευκάδα".






Ἡ ἀποίκηση της χερσονήσου της Ἀκαρνανίας τον 7ο π.Χ. αἰῶνα καὶ τα τεχνικά ἔργα τῶν Ἀρχαίων Κορινθίων ἀποίκων, γιὰ την διάνοιξη της διορύκτου (διώρυγας) κατά μῆκος της χθαμαλῆς τότε ξηράς (ἰσθμοῦ) ποῦ ἕνωνε την κύρια γῆ με την χερσόνησο της. Σχέδια καὶ χάρτες ποὺ δείχνουν πῶς ἡ μέχρι τότε Ἀκαρνανική χερσόνησος δίνει την θέση της στὸ νεογέννητο νησί της Λευκάδος.
Κορίνθιοι... καὶ τῆς χερρονήσου διορύξαντες τὸν ἰσθμὸν

ἐποίησαν νῆσον τὴν Λευκάδα,

μετωνόμασαν Λευκάδα,

ἐπώνυμον δοκῶμοι τοῦ Λευκάτα·

Οἱ Κορίνθιοι ... ἄνοιξαν δίαυλο στὴ χερσόνησο

καὶ έκαναν τη Λευκάδα νησί,

καὶ τὴ μετονόμασαν Λευκάδα,

ἀπὸ τον ἐπώνυμο ἥρωά Λευκάτα.



Εἰσαγωγή

Η Λευκάδα μαζί με την Εὔβοια, εἶναι τα δύο μοναδικά νησιά στὴν Ἑλλάδα στὰ ὁποία ἡ πρόσβαση σήμερα μπορεῖ νὰ γίνει ὁδικῶς. Ὅμως κάποτε στὴν Λευκάδα μποροῦσε νὰ πάει κάποιος με τα πόδια, χωρίς την χρήση βάρκας ἡ γέφυρας. Η Λευκάδα στὰ πολύ ἀρχαία χρόνια ἀποτελοῦσε μία Ἀκαρνανική χερσόνησο, δεδομένου ὅτι γιὰ πάρα πολλούς αἰῶνες δὲν ἦταν ἀποκομμένη ἀπὸ αὐτὴν ἀλλὰ συνδεόταν με μία στενή καὶ χθαμαλή λωρίδα ἀμμώδους γῆς (ἰσθμός). Η κατάσταση ἄλλαξε ὅταν οἱ ἀρχαῖοι Κορίνθιοι ἀποφάσισαν νὰ ἀποικῆσουν την Λευκάδα καὶ νὰ δημιουργήσουν ἕναν πορθμό γιὰ ναυτικούς καὶ ἀμυντικούς λόγους, μετατρέποντας ἀπὸ τότε (7ος αἰῶνας π.Χ.) την Λευκάδα σε νησί. Στὸ παρόν ἄρθρο ταξιδεύουμε με σχέδια καὶ χάρτες, στὴν ἐποχῆ ποῦ ἡ Λευκάδα ἀπὸ χερσόνησος μετατρέπεται σε νησί καὶ ἀνακαλύπτουμε πῶς τα κατάφεραν οἱ Κορίνθιοι.




Ὀνομάτων ἐπίσκεψις // Ἐτυμολογία


Στό σημεῖο αὐτὸ θεωροῦμε ἀπαραίτητο νὰ ξεκαθαρίσουμε μερικούς ὄρους οἱ ὁποῖοι χρησιμοποιοῦνται ἀρκετὰ στὸ κείμενο μας.

Ἰσθμὸς: στενή λωρίδα ἐδάφους ποῦ χωρίζει δύο ὄχθες (συνήθως θαλασσῶν) καὶ με τὴ σειρά του συνδέει δύο μεγαλύτερες μᾶζες ἐδάφους.

Πορθμός: ναυτικός γεωγραφικός ὄρος, με τον ὁποῖο χαρακτηρίζεται ἡ φυσική στενή λωρίδα θάλασσας ποῦ χωρίζοντας δύο ἀκτὲς ἑνώνει δύο μεγαλύτερες θαλάσσιες ἐκτάσεις.

Διόρυκτος: ὁ πορθμός του Δρεπάνου, μία ἀβαθὴς λωρίδα θαλάσσης, πού χωρίζει την Ἀκαρνανία ἀπὸ την Λευκάδα.
Διώρυγα: ὁποιοδήποτε ἐπίγειο τεχνικό ἔργο συνήθως μεγάλου μήκους καὶ πλάτους γιὰ παροχέτευση ἡ ἀποχέτευση νεροῦ ἡ σύνδεση ποταμῶν, λιμνῶν καὶ θαλασσῶν, κατ΄ εἶδος μεταξύ τους ἡ κεχωρισμένα π.χ. ποταμό με ποταμό, λίμνη με λίμνη ἡ ποταμό ἡ θάλασσα, θάλασσα με θάλασσα κ.λπ. Η κατασκευή (διάνοιξη) διώρυγας λέγεται διώρυξη, ἡ διόρυξη, ἀπὸ το ρῆμα "διορύσσω" (= ἀνοίγω δίοδο σκάβοντας).
Δίαυλος: φυσική ἡ τεχνητή δίοδος σε θάλασσα, ποταμό κτλ., κατάλληλη γιὰ τὴ ναυσιπλοΐα.


Γνωριμία με την Λευκάδα

Η Λευκάδα μαζί με τα νησιά Μεγανήσι, Καστό καὶ Κάλαμο ἀποτελεῖ το Νομό Λευκάδος, το μικρότερο νομό της χώρας.




Μαζί με τα νησιά Κέρκυρα, Κεφαλλονιά, Ἰθάκη, Ζάκυνθο καὶ Παξούς ἀποτελοῦν την Περιφέρεια Ἰονίων Νήσων. Ἄν προστεθοῦν καὶ τα Κύθηρα τότε τα προαναφερθέντα νησιά ἀποτελοῦν το γνωστό μας σύμπλεγμα των Ἐπτανήσων. Γεωγραφικά εἶναι το τέταρτο σε ἔκταση νησί στὸ Ἰόνιο (320 τ.χλμ.) καὶ το τέταρτο σε πληθυσμό με περίπου 23.000 κατοίκους κατά την ἀπογραφή του 2011.
Περί του ὀνόματος του νησιοῦ

Το ὄνομα της ἡ Λευκάδα το πῆρε ἀπ' το ἀκρωτήριον Λευκάτα ἡ ἀλλιῶς Κάβος της Κυρᾶς, ποῦ βρίσκεται στὸ νοτιότερο ἄκρο του νησιοῦ. Το ἀκρωτήριον στὴν ἀρχαιότητα ὀνομαζόταν Λευκάς πέτρα ἡ Λευκάς ἄκρα. Ο τύπος Λευκάτας εἶναι δωρικός. Ὡς ἐπίθετο του Ἀπόλλωνα (Ἀπόλλων Λευκάτας) σημαίνει: ὁ Ἀπόλλωνας, ο κύριος του Λευκάτα, του ἄσπρου βράχου. Η πρώτη μνημόνευση του βράχου βρίσκεται στὸν Ὅμηρο. Ἕνας μῦθος λέει ὅτι ἡ ποιήτρια Σαπφώ, ἀπ' τὴ νῆσο Λέσβο, πήδηξε ἀπ' το βράχο του ἀκρωτηρίου γιὰ νὰ ἀπαλλαγεῖ ἀπ' τον ἔρωτα της γιὰ τον Φάωνα. Κοντά σ' ἐκείνη την περιοχή ὑπάρχει καὶ ὁ ναός του θεοῦ Ἀπόλλωνα, στὸν ὁποῖον εἶναι ἀφιερωμένος ὁ λευκός βράχος.




H προϊστορική Νήρικος

Η πρώτη πόλη του νησιοῦ, ἦταν ἡ προϊστορική Νήρικος, τα ἐρείπια της ὁποίας βρέθηκαν στὸ χωριό Καλλιγόνι, στὴ κορυφή του λόφου «Κούλμος». Ἐκτείνονταν ἀπὸ τον οἰκισμὸ του Καλλιγονῖου στὰ βόρεια ἑως τις παρυφές του οἰκισμοῦ Καρυωτῶν στὰ νότια καὶ ἀπὸ τὴ λοφοσειρά του Κούλμου στὰ δυτικά ἑως τις ἀκτὲς στὰ ἀνατολικά. Ἕνα τμῆμα της πόλης ἦταν χτισμένο ἀμφιθεατρικά στὶς πλαγιές του Κούλμου με θέα τὴ θάλασσα καὶ τις ἀκαρνανικές ἀκτὲς, ἐνῶ το ὑπόλοιπο ἁπλωνόταν στὴν πεδιάδα ἑως την παραλία.

Ἡ αρχαία πόλη περιβαλλόταν από τείχος, μήκους 4,5 χιλιομέτρων ενισχυμένο με ορθογώνιους πύργους. Τμήματά του διατηρούνται σήμερα κυρίως στα υψώματα του Κούλμου, όπου βρισκόνταν και η ακρόπολη. Το τείχος, σύμφωνα με τους αρχαιολόγους, τοποθετείται στα κλασσικά και ελληνιστικά χρόνια, ενώ έχουν διαπιστωθεί επισκευές του που χρονολογούνται επί ρωμαιοκρατίας.

Η πόλη Νήρικο, ἀναφέρεται στὸ ἔπος της Ὀδύσσειας, ὅταν ὁ γέροντας Λαέρτης ἀναπολεῖ τα νιάτα του, τότε πού μποροῦσε νὰ ὁδηγήσει το στρατό του βασιλείου του, σε νικηφόρους πολέμους.

"αἴγάρ, Ζεῦ τε πάτερ καί Ἀθηναίη καί Ἄπολλον,
οἷος Νήρικον εἷλον, ἐϋκτίμενον πτολίεθρον,
ἀκτήν ἠπείροιο, Κεφαλλήνεσσιν ἀνάσσων"

ἀπόδοση:

"Νά’μουν, πατέρα Δία κι Ἀπόλλωνα καί σύ Ἀθηνά, σάν τότε
πού πῆρα τό καστρί τ’ὡριόχτιστο τοῦ Νήρικου ἀπαντίκρυ,
στή γλώσσα τῆς στεριᾶς, κι ἀφέντευα Κεφαλλωνίτες"

Ὁμήρου Ὀδύσσεια, Ω, 376-378

Ἡ πόλη Νήρικο, μαζί με ὁλόκληρη τὴ σημερινή νῆσο Λευκάδα ποὺ τὴ φιλοξενοῦσε, την ἐποχῆ ἐκείνη ἦταν ἄμεση προέκταση της Ἀκαρνανίας καὶ γενικά της περιοχῆς της Ἠπείρου. Την στενή συγγενική σχέση Λευκάδος – Ἀκαρνανίας, τὴ συναντάμε καὶ στὰ μεταγενέστερα χρόνια, ὅταν οἱ Ἕλληνες συγκαταλέγανε την πόλη της Λευκάδος ἡ της Νήρικο, στὸ πολιτειακό καθεστώς της Ἀκαρνανίας, ὅπως βλέπουμε καὶ στὴν ἐπιδαυρική ἐπιγραφή (IG² IV 1,95), με τον κατάλογο Θεαροδόκων, τῶν πόλεων της Ἀκαρνανίας (γιὰ την Λευκάδα, ὁ Τιμοφρᾶδης). Αὐτὸ συνεχίζεται διαχρονικά μέχρι τις μέρες μας, ὁπού οἱ ἰδιαίτερες λαϊκές παραδόσεις της Λευκάδος, φαίνεται νὰ ταυτίζονται περισσότερο με τις ἡπειρώτικες, παρά με τις ἑπτανησιακές.


Μεσαιωνική Λευκάδα

Ἀργότερα κατά τον Μεσαίωνα το νησί ὀνομάστηκε Ἁγία Μαῦρα παίρνοντας το ὄνομα αὐτὸ ἀπ' τον ὁμώνυμο ναό ποῦ ἦταν κτισμένος μέσα στὸ κάστρο της Ἁγίας Μαύρας, το ὁποῖο βρίσκεται ἀπέναντι ἀπ' την πόλη της Λευκάδος καὶ το ὁποῖο ἀποτελοῦσε πρότυπο ὀχυρωματικῆς τέχνης.



Γιὰ κάποιο μεγάλο χρονικό διάστημα ἡ πόλη της Λευκάδος ἦταν κτισμένη γύρω ἀπ' αὐτὸ το κάστρο, ἀργότερα ὅμως οἱ Βενετοί τὴ μετέφεραν στὴ σημερινή της θέση, παραδίπλα της Ἀμαξικής, μέσα σε ἕναν ἀδιαπέραστο βοῦρκο. Ἐδῶ ἡ Ἐνετική διοίκηση παραχώρησε ἐκτάσεις γῆς γιὰ ἐκκλησίες καὶ την δημιουργία ἄλλων κτισμάτων. Ἔτσι διαμορφώθηκε ἡ νέα πόλη της Λευκάδος της ὁποίας ἡ ἀναπτύξη φτάνει μέχρι τῶν ἡμερῶν μας. Αὐτή εἶναι ἡ νέα πρωτεύουσα ἡ ὁποία θὰ παραμείνει καὶ στὴν Γαλλοκρατία καὶ στὴν Ἀγγλοκρατία.




Η περίπτωση της Ἀμαξικῆς

Στόν χῶρο ὅπου διαμορφώθηκε ἡ Πρωτεύουσα, ὑστέρα ἀπὸ το 1684 μ.Χ., ἀπὸ ἀρκετούς αἰῶνες νωρίτερα εἶχε ριζώσει ἡ μικρή καὶ ἄσημη πολίχνη Ἀμαξική. Ἐλάχιστα μέτρα δυτικά της νέας πόλεως, φθάνοντας μέχρι την ἄκρη της λιμνοθάλασσας. Ἡ Ἀμαξική μεγάλωσε καῆ πύκνωσε ἀπὸ κατοίκους ὑστέρα ἀπὸ το 1684 μ.Χ. Ὅπως σημειώνει ὁ ἱστορικός μας Πάνος Γ. Ροντογιᾶννης στὸ ἀξιοπρόσεχτο ἔργο του « οἱ Πρωτεύουσες της Λευκάδος» Ἀθήνα 1988, Ἐπετηρίς 24, Ἀθῆναι 1988, σελ.171,

"Το οὐσιαστικοποιημένο ἐπίθετο, κι ἐδῶ τοπωνυμικό, Ἀμαξική, παράγωγο ἀπὸ το οὐσιαστικό ἅμαξα, σημαίνει, ὅπως καὶ τ’ ἄλλα με την ἴδια κατάληξη ἐπίθετα, κάτι ποῦ ἔχει σχέση μ’ αὐτὸ ποῦ δηλώνει το πρωτότυπό του. Καὶ εἶναι πιθανότατα ἡ ἀμαξική μιά ὁδὸς ποῦ σχετίζεται με ἁμάξια, μία ὁδὸς ποῦ μποροῦν νὰ τὴ διαβαίνουν ἅμαξες, ἀμαξήλατος: ἕνας ἀμαξόδρομος, κάτι ποῦ γιὰ την τόσο ὀρεινή Λευκάδα με τα δύσβατα μονοπάτια καὶ τις κακοτοπιές εἶναι πολύ ἐντυπωσιακό, καὶ μπορεῖ νὰ χαρακτηρίσει καὶ μία περιοχή ὁλόκληρη ὡς χῶρο, ὁπού μποροῦν νὰ κινηθοῦν ἅμαξες."




Οἱ θέσεις τῶν τριῶν πρωτευουσῶν ποῦ ἀναφέραμε, της Λευκάδος, σε χάρτη ποῦ δείχνει την εὐρύτερη περιοχή το 600 π.Χ. καὶ την τότε ἀκτογραμμή της την ἐποχῆ του ἀποικισμού ἀπὸ τους Κορίνθιους:



Η διάνοιξη του διαύλου - Η γέννηση ἑνὸς νησιοῦ

Ὅπως πληροφορούμεθα ἀπὸ τις ἀρχαῖες πηγές ἀλλὰ καὶ ἀπὸ τα γεωλογικά καὶ ἀρχαιολογικά εὑρήματα στὴν εὐρύτερη περιοχή, ἡ Λευκάδα δὲν ἦταν πάντοτε νησί. Ἀπὸ τότε ποῦ σχηματοποιήθηκε ἀπὸ την θάλασσα, περίπου 2.000.000 χρόνια πρίν, ἀποτελοῦσε μία χερσόνησο της Ἀκαρνανίας και μέχρι την ἄφιξη των Κορινθίων ἡ κατάσταση δὲν εἶχε πρακτικά ἀλλάξει, με σημαντικές ὡστόσο μεταβολές στὴν Ἀκτογραμμή.


Ο Στράβων (64 π.Χ. - 24 μ.Χ., Ἕλληνας γεωγράφος, φιλόσοφος καὶ ἱστορικός) μας πληροφορεῖ σχετικά:

καί Λευκάδα ἐφ’ ἧς μέγας ἐστί κόλπος εἰς αὕτη δ᾽ ἦν τὸ παλαιὸν μὲν χερρόνησος τῆς Ἀκαρνάνων γῆς͵ καλεῖ δ᾽ ὁ ποιητὴς αὐτὴν ἀκτὴν ἠπείροιο͵ τὴν περαίαν τῆς Ἰθάκης καὶ τῆς Κεφαλληνίας ἤπειρον καλῶν· αὕτη δ᾽ ἐστὶν ἡ Ἀκαρνανία· ὥστε͵ ὅταν φῆι ἀκτὴν ἠπείροιο͵ τῆς Ἀκαρνανίας ἀκτὴν δέχεσθαι δεῖ.


νεοελληνική ἀπόδοση:

Η Λευκάδα ἤτανε στὴν ἀρχαιότητα χερσόνησος της γῆς τῶν Ἀκαρνάνων, ὁ ποιητής την ἀποκαλεῖ «ἀκτήν ἠπείροιο», ἐνῶ την ἀπέναντι απ’την Ἰθάκη καὶ Κεφαλλονιά περιοχή ἀποκαλεῖ «ἤπειρον», κι αὐτή εἶναι ἡ Ἀκαρνανία, ἔτσι ὥστε ὅταν λέει «ἀκτήν ἠπείροιο»την ἀκτή της Ἀκαρνανίας πρέπει νὰ παραδέχεσαι.

Στράβων, Γεωγραφικά, Ι, 2.8

Στὴν συνέχεια δίνουμε μία προσεγγιστική εἰκόνα τῶν ἀκτῶν της Δυτικής Ἑλλάδας, στὸ ὕψος της Λευκάδος, ξεκινῶντας ἀπὸ το 14.000 π.Χ. Την ἡμερομηνία αὐτή βρισκόμαστε στὸ τέλος της Πλειστόκαινου περιόδου. Το Πλειστόκαινο εἶναι ἡ γεωλογική περίοδος ποῦ περιλαμβάνει τὴ χρονική περίοδο 2.588.000 με 11.700 χρόνια περίπου πρὶν. Το Πλειστόκαινο κλιματολογικά ἀποτελοῦταν ἀπὸ ἐναλλαγές θερμῶν καὶ ψυχρῶν περιόδων (περίοδοι των Παγετώνων). Στὶς ἀρχὲς του 20ου αἰῶνα διακρίθηκαν τέσσερις περίοδοι παγετώνων, στὶς ὁποῖες οἱ παγετῶνες αὔξησαν το μέγεθός τους καὶ η θαλάσσια στάθμη ἔπεσε. Ἡ πιὸ πρόσφατη, με γεωλογικούς ὄρους, ἐποχῆ τῶν παγετώνων στὴ Γῆ ἔληξε πρὶν ἀπὸ 12.000 περίπου χρόνια καὶ ο τερματισμός του παγκόσμιου ψύχους ἐπέτρεψε στὶς ἀνθρώπινες κοινωνίες νὰ μεταβοῦν ἀπὸ την νομαδική ζωή τῶν κυνηγῶν-συλλεκτών σε μόνιμη κατοίκηση περιοχῶν, ἡ ὁποία καὶ σε συνδυασμό με τις θερμότερες θερμοκρασίες εἶχε σὰν ἀποτέλεσμα την ἀναπτύξη της γεωργίας και κτηνοτροφίας. Την εποχή αυτή έχει υπολογιστεί ότι η στάθμη της θάλασσας είχε πέσει μέχρι και 125 μέτρα, ἀποκαλύπτοντας μέρη τα ὁποία σήμερα βρίσκονται κάτω ἀπὸ την θάλασσα.




Στήν συνέχεια λοιπόν, θὰ παρακολουθήσουμε την διαμόρφωση της ἀκτογραμμής σε διάφορα χρονικά στιγμιότυπα, τόσο στὸ προϊστορικό ὅσο καὶ στὸ ἱστορικό παρελθόν της Λευκάδος.
14.000 π.Χ.
Η περιοχή στὴν ἀρχὴ του λιώσιμου τῶν πάγων:


Την ἐποχῆ αὐτή ἢ ἀκτογραμμή βρισκόταν περίπου 100 μέτρα πιὸ κάτω ἀπὸ την σημερινή. Η Λευκάδα δὲν ἦταν κἂν χερσόνησος. Στὰ ἀνοιχτά τοῦ Μεγανησίου, το ὁποῖο ἑνωνόταν τότε με την Λευκάδα, ὑπῆρχε μία λίμνη καὶ ὁ Ἀμβρακικός κόλπος δέν εἶχε ἀκόμα σχηματιστεῖ:




10.000 π.Χ.

Η περιοχή στὸ τέλος του λιώσιμου των πάγων:

Την ἐποχῆ αὐτὴ ἡ ἀκτογραμμή βρισκόταν περίπου 50 μέτρα πιὸ κάτω ἀπὸ την σημερινή. Η Λευκάδα ἀρχίζει καὶ διαμορφώνεται ὡς χερσόνησος. Στὰ ἀνοιχτά του Μεγανησίου, ἡ θάλασσα ἔχει εἰσχωρήσει σε μεγάλο βάθος, ἐνῶ στὸν Ἀμβρακικό κόλπο ἀρχίζουν καὶ μαζεύονται τα πρῶτα λιμναία νερά:




Στὸ ἑπόμενο σχέδιο φαίνεται με ἕνα μόνο χρῶμα ἡ στεριά (καφέ) καὶ την Λευκάδα νὰ εἶναι πλέον ξεκάθαρα χερσόνησος:

4.000 π.Χ.

Η περιοχή στὸ τέλος της νεολιθικῆς ἐποχῆς:

Την ἐποχῆ αὐτή ἡ ἀκτογραμμή βρισκόταν περίπου 10 μέτρα πιὸ κάτω ἀπὸ την σημερινή. Η Λευκάδα παραμένει χερσόνησος. Το Μεγανήσι πλέον εἶναι νησί καὶ ὁ Ἀμβρακικός κόλπος εἶναι μεγάλων διαστάσεων λίμνη:


Στὸ ἑπόμενο σχέδιο φαίνεται με ἕνα μόνο χρῶμα ἡ στεριά (καφέ) καὶ την Λευκάδα νὰ εἶναι πλέον ξεκάθαρα χερσόνησος. Ἡ λωρίδα γῆς ποὺ την ἑνώνει με την Ἀκαρνανία ἔχει στενέψει ἀρκετὰ γιὰ νὰ ὀνομαστεῖ ἰσθμός:


Η κατοίκηση εἶναι δεδομένη στὴν Λευκάδα αὐτὴ την ἐποχῆ καὶ οἱ ἄνθρωποι τότε δὲν θὰ εἶχαν ἰδιαίτερη δυσκολία στὸ νὰ προσεγγίζουν την Λευκάδα μιᾶς καὶ αὐτὸ γινόταν με τα πόδια.




1200 π.Χ.

Η περιοχή του ἰσθμοῦ της Λευκάδος την Ὁμηρική ἐποχῆ:

Ἔχουμε φτάσει πλέον στὴν ὁμηρική ἐποχῆ, την ἐποχῆ ποῦ τελειώνει ἡ μυθολογία καὶ ἀρχίζει ἡ ἱστορία γιὰ την περιοχή της Ἑλλάδος. Την ἐποχῆ αὐτὴ ἡ ακτογραμμή βρισκόταν περίπου 5 μέτρα πιὸ κάτω ἀπὸ την σημερινή. Η Λευκάδα παραμένει χερσόνησος. Ἔχουν σχηματιστεῖ ὅλα τα νησιά νότια της Λευκάδος καὶ ὁ Ἀμβρακικός κόλπος παραμένει μία μεγάλων διαστάσεων λίμνη, πλησιάζοντας ὅλο καὶ περισσότερο την θάλασσα:


Στὸ ἑπόμενο σχέδιο φαίνεται με ἕνα μόνο χρῶμα ἡ στεριά (καφέ) καὶ την Λευκάδα νὰ εἶναι πλέον ξεκάθαρα χερσόνησος.

Η λωρίδα γῆς ποῦ την ἑνώνει με την Ἀκαρνανία στενεύει ἀκόμα περισσότερο καί τα πρῶτα λιμνάζοντα ὕδατα ἀρχίζουν καὶ συντηροῦνται κατά μῆκος του ἰσθμοῦ:


7ος αἰῶνας π.Χ.

Η ἄφιξη των Κορινθίων:

Την ἐποχῆ αὐτή ἡ ἀκτογραμμή βρισκόταν περίπου 3 με 5 μέτρα πιὸ κάτω ἀπὸ την σημερινή. Η Λευκάδα παραμένει χερσόνησος. Ὁ Ἀμβρακικός κόλπος ἔχει πλησιάσει πλέον ἀρκετὰ την θάλασσα:



Τον ἴδιο αἰῶνα, την ἐποχῆ των μεγάλων ἀποικισμῶν, οἱ Κορίνθιοι, στρέφουν το ἐνδιαφέρον τους στὰ Δυτικά παράλια της Ἀκαρνανίας, στρατηγικό πέρασμα γιὰ την Κέρκυρα ἀλλὰ καὶ γιὰ την Βόρειο Ἰταλία. Η πόλη καὶ ἡ εὐρύτερη περιοχή ἀπὸ τότε γίνεται Κορινθιακή ἀποικία.

Ο Στράβων μας πληροφορεῖ σχετικά:
Κορίνθιοι δὲ πεμφθέντες ὑπὸ Κυψέλου καὶ Γόργου ταύτην τε κατέσχον τὴν ἀκτὴν καὶ μέχρι τοῦ Ἀμβρακικοῦ κόλπου προῆλθον͵ καὶ ἥ τε Ἀμβρακία συνωικίσθη καὶ Ἀνακτόριον͵ καὶ τῆς χερρονήσου διορύξαντες τὸν ἰσθμὸν ἐποίησαν νῆσον τὴν Λευκάδα͵ καὶ μετενέγκαντες τὴν Νήριτον ἐπὶ τὸν τόπον͵ ὃς ἦν ποτὲ μὲν ἰσθμὸς νῦν δὲ πορθμὸς γεφύραι ζευκτός͵ μετωνόμασαν Λευκάδα͵ ἐπώνυμον δοκῶμοι τοῦ Λευκάτα·


Ἀπόδοση:

Οἱ Κορίνθιοι πού στάλθηκαν ἀπὸ τον Κύψελο καί τον Γόργο, κατέκτησαν την ἀκτῆ κι ἔφτασαν στὸν Ἀμβρακικό κόλπο. Χτίστηκε τότε ἡ Ἀμβρακία καὶ το Ἀνακτόριο, ἄνοιξαν δίαυλο στὴ χερσόνησο καὶ ἔκαναν τὴ Λευκάδα νησί. Μετέφεραν τὴ Νήρικο στὸ μέρος ποῦ ἦταν κάποτε ἰσθμὸς καί τώρα πορθμός, ἑνωμένος με γέφυρα ἀπὸ στεριά σε στεριά καὶ τὴ μετονόμασαν Λευκάδα, ἀπὸ τον ἐπωνύμῳ ἡρῶα Λευκᾶτα.

Στράβων, Γεωγραφικά, Ι, 2.8

Μερικά χρόνια ἀργότερα ἀπὸ την πρώτη ἀποικίση τῶν Κορινθίων ἀποφασίστηκε, πρὸς τα τέλη του 7ου αἰῶνα π.Χ., ἡ διάνοιξη ἑνὸς δίαυλου γιὰ το πέρασμα των πλοίων ἀπὸ την Ἀνατολική πλευρά της Λευκάδος. Με τὴ διάνοιξη του διαύλου οἱ Κορίνθιοι ἀπομόνωσαν καὶ ἀσφάλισαν την ἀποικία τους ἀπὸ ἐπιδρομές της στεριᾶς, ἀλλὰ συγχρόνως ἀπέκτησαν κι ἕνα θαλάσσιο δρόμο ποὺ τους ἐξασφάλιζε ἀπρόσκοπτη ἔξοδο πρὸς τον κόλπο του Δρεπάνου (Ἰόνιο Πέλαγος) στὰ βόρεια της Λευκάδος, χωρίς νὰ εἶναι ἀναγκαῖος ὁ περίπλους του νησιοῦ, πού την ἐποχῆ ἐκείνη πρέπει νὰ ἦταν δύσκολος καὶ ἐπικίνδυνος.



Οἱ ἐργασίες διάνοιξης θὰ πρέπει νὰ ἦταν ἰδιαίτερα δύσκολες καὶ πρωτοποριακές γιὰ την ἐποχῆ. Παρ όλ' αὐτὰ ξέρουμε με σιγουριά ὅτι οἱ Κορίνθιοι τα κατάφεραν καὶ ὁ δίαυλος εἶχε ὁλοκληρωθεῖ στὶς ἀρχὲς του 6ου αἰῶνα π.Χ. Εἶναι ἡ ἐποχῆ γέννησης της Λευκάδος ὡς νησί.
Η συντήρηση του διαύλου

Η συνεχής συντήρηση του διαύλου σε καλή κατάσταση λειτουργίας ἦταν ἔργο δύσκολο καὶ δαπανηρό, γιὰ αὐτὸ καὶ σε μερικές περιπτώσεις το ἔργο δὲν λειτουργοῦσε, ἀποφραγμένο ἀπὸ την ἀμμώδη ἰλύ του ἰσθμοῦ. Αὐτὸ προκύπτει καὶ ἀπὸ μαρτυρία του Θουκυδίδη (Γ 80,81) ὁποῦ περιγράφει, πῶς ρυμούλκησαν τα πλοῖα τους οἱ Πελοποννήσιοι, σέρνοντας τα στὸν ἰσθμὸ, κατά την διάρκεια της ἐπιστροφῆς τους ἀπὸ την λεηλασία της Κέρκυρας θέλοντας με αὐτὸν τον τρόπο νὰ ἀποφύγουν τον Ἀθηναϊκό στόλο, ὁ ὁποῖος ἐρχόταν ἀπὸ την ἀνοιχτή θάλασσα Δυτικά της Λευκάδος.

Ἀπὸ τότε ἑως σήμερα ἡ ἱστορία του διαύλου ταυτίζεται με την ἱστορία του νησιοῦ. Ὅποτε ὑπῆρχε ἰσχυρή καὶ ἔντονή ἐμπορική δραστηριότητα ὁ δίαυλος συντηροῦνταν, ὅποτε ὄχι ὁ δίαυλος ἔπεφτε σε ἀπραξία καὶ ἐπέστρεφε στὴν γνώριμη του κατάσταση, αὐτή της λιμνοθάλασσας.


Ἐπίλογος

Ἡ ἀνάγκη πολλές φορές ὁδηγεῖ τον ἄνθρωπο νὰ ἐπέμβει στὴν φύση με ἐντυπωσιακά ἀποτελέσματα, συνήθως ὄχι καὶ τόσο βιώσιμα καὶ οἰκολογικά, εἰδικά στὶς μέρες μας. Ὡστόσο το συγκεκριμένο ἔργο γιὰ την συγκεκριμένη ἐποχῆ, θεωρεῖται πρωτοπόρο καὶ ἐντυπωσιακό, δεῖγμα της ἀποφασιστικότητας καὶ της τεχνικῆς ἐπάρκειας τῶν κατασκευαστῶν του. Εὐχόμαστε στοὺς ἀναγνῶστες μας την ἑπομένη φορά ποῦ θὰ ταξιδέψουν πρὸς καὶ ἀπὸ Λευκάδα, νὰ σταθοῦν γιὰ λίγο στὴν γέφυρα καὶ νὰ σκεφτοῦν τι μπορεῖ ὁ ἄνθρωπος νὰ ἐπιτύχει, ἄν ὑπάρχει ἀποφασιστικότητα, συνεργασία, ἐπιμονή καὶ τεχνική ὑποστήριξη. Ἀκόμα καὶ νησιά μποροῦν νὰ γεννηθοῦν


Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου 2017

Δρυίδες



Δρυίδες

Η κοινωνία των Δρυίδων ἀποτελεῖ μέρος της πνευματικῆς κάστας τῶν Ἀρχαίων Κελτῶν ποῦ περιλαμβάνει ἐπίσης τους «Βάρδους - Ποιητές» καὶ τους «Νομικούς - Νομοθέτες». Οἱ ἄλλες δύο κάστες της κελτικής κοινωνίας, ποὺ τοποθετεῖται χρονικά στὴν 1η χιλιετία π.Χ., εἷναι ἡ ἀριστοκρατία τῶν Πολεμιστῶν καὶ ὁ ὑπόλοιπος ἁπλὸς λαός. Διακρίνουμε τους Κέλτες καὶ ἑπομένως τους Δρυίδες, τῶν βρετανικῶν νησιῶν καὶ κυρίως της Ἰρλανδίας καὶ αὐτούς της «πέραν τών Ἄλπεων» Γαλατίας ( Δυτ. Εὐρώπη ὡς τις Ἄλπεις ).

Πηγές

Ἐλάχιστες ἱστορικές πηγές ὑπάρχουν ἀπ' ὁποῦ θὰ μπορούσαμε νὰ ἀντλήσουμε στοιχεῖα γιὰ τους Κέλτες καὶ, συνεπῶς, την ἰδιαίτερη τάξη των Δρυίδων καὶ ἀπ' αὐτὲς ἡ ἐγκυρότερη φαίνεται νὰ εἶναι τα ἔργα του Ἰουλίου Καίσαρα καὶ του ἱστορικοῦ Τάκιτου. Γενικότερα, Ρωμαῖοι καὶ Ἕλληνες ἱστορικοί ἄφησαν κάποια στοιχεῖα ποὺ χάνουν ὅμως την ἀξία τους μέσα στὴν περιφρονητική, ἐπικριτική καὶ καθόλου φιλική διάθεση καὶ στάση των παραπάνω ἀπέναντι στοὺς Κέλτες.

Ὀνομασία

1. Η λέξη «Druid» ( = δρυίδης ) προέρχεται ἀπὸ τα «dru» καὶ «vid» ποὺ σημαίνουν αὐτόν ποὺ βλέπει καλά, τον ὀξυδερκῆ ἡ μεταφορικά τον μάγο. Κατά την Ἰρλανδική παράδοση «druid» σημαίνει μάγος. Πιθανῶς ἐσφαλμένα ὡς τώρα  προέλευση της λέξης «χρεωνόταν» στὸ ἑλληνικό «δρῦς» ποῦ σημαίνει την βελανιδιά, ἕνα δέντρο με ξεχωριστή, κατά τ' ἄλλα, σημασία γιά τους Δρυίδες.
2.
3. Ρόλος
4.
Οἱ Δρυίδες ήταν τα πλέον μορφωμένα ἄτομα της κέλτικης κοινωνίας. Ο κύριος ρόλος τους ἦταν αὐτὸς του ἱερέα, του θρησκευτικοῦ λειτουργοῦ ποὺ κατεῖχε τις θεολογικές γνώσεις καὶ  ἐκτελοῦσε τις θρησκευτικές τελετές. Το πλῆθος ὅμως καὶ ἡ ποικιλία των γνώσεων τους προσέδιδαν στοὺς Δρυίδες καὶ ἄλλες λειτουργίες ὅπως του μάγου, του θεραπευτή, του ἱστορικοῦ, τοῦ μαθηματικοῦ, του ἀστρολόγου, του ἀστρονόμου, του φιλοσόφου, τοῦ βασιλικοῦ συμβούλου ἡ ἀκόμα καὶ του δικαστή. Η τελευταία αὐτή ἰδιότητά τους ἀφοροῦσε συγχρόνως σε ἀποθέσεις ἰδιωτικοῦ καὶ δημοσίου δικαίου καὶ ἡ ἐκτίμηση στὸ πρόσωπο καὶ την κρίση του δρυίδη ἦταν, μάλιστα, τόση ὥστε ἡ ὁποία ἀπόφαση του ἦταν «νόμος» καὶ ἡ ἀρνήση της ἐφαρμογή της ἀπὸ ὁποιονδήποτε μποροῦσε νὰ καταλήξει στὸν ἀφορισμό καὶ την ἐξορία του, τὴ σοβαρότερη ποινή κατά τα κέλτικα δεδομένα.
Ἡ ἰδιότητα του δρυίδη δὲν ἦταν κληρονομικό προνόμιο. Πλῆθος νέοι μαθήτευαν πλάϊ στοὺς Δρυίδες, λίγοι ἦταν ὅμως αὐτοὶ πού μετά ἀπὸ πολυετῆ ἐκπαίδευση - μποροῦσε νὰ ξεπεράσει τα 20 χρόνια - καὶ την τελική κρίση τῶν Δρυίδων ἀποκτοῦσαν οἱ ἴδιοι τον τίτλο. Ἡ ἐκπαίδευσή τους περιελάμβανε την ἀπόκτηση πλήθους καὶ ποικίλων γνώσεων καθώς καὶ την ἐξάσκησή τους σε θέματα μυστικισμοῦ. Οἱ ἴδιοι οἱ Δρυίδες κατεῖχαν βαθιές γνώσεις Ἐσωτερισμοῦ ποὺ δὲν κοινοποιοῦσαν ὡστόσο στὸν ἁπλὸ κέλτικο λαό.
Ὑπῆρχαν καὶ γυναῖκες δρυίδες, οἱ «δρυιδίδες» ( druidess/ess ).Οἱ Δρυίδες ἦταν ἀπαλλαγμένοι ἀπὸ φόρους καὶ στρατιωτικές ὑποχρεώσεις. Η γραφή ἦταν γιὰ αὐτούς ἀπαγορευμένη γιὰ την ἀσφάλεια τῶν γνώσεων πού κατεῖχαν καὶ η παράδοση της σοφίας τους ἦταν μόνο προφορική. Εἶναι ὁ κύριος λόγος της μεγάλης ἔλλειψης ἱστορικῶν στοιχείων γιὰ την κοινωνία τους.

«Δρυιδισμός»

Βασικά σημεῖα της θεωρίας του Δρυιδισμού ἦταν ἡ ἀθανασία της ψυχῆς, ἡ μετενσάρκωση καὶ ἡ μετεμψύχωση. Η πίστη ὅτι μετά το φυσικό θάνατο (θάνατος του σώματος) ἡ ἀνθρώπινη ψυχή ἐξακολουθεῖ νὰ ὑπάρχει ὡς ξεχωριστή ὀντότητα συνεπαγόταν μεγάλη ἀγάπη γιὰ τις Ἀρετές, ἀφοβία μπροστά στὸ θάνατο, γενναιότητα στὶς πολεμικές μάχες, ἀκόμα ὅμως καὶ κάποια ἐπιρρέπεια στὴν αὐτοκτονία.

Η ψυχή ὡστόσο μετά ἀπὸ ἕνα φυσικό θάνατο θὰ ἔχει την εὐκαιρία - ἴσως την ἀναγκαιότητα - νὰ ἐπανέλθει στὸ φυσικό ὑλικὸ κόσμο σε νέο σῶμα, ὥστε νὰ ἐμπλουτιστεῖ με νέες ἐμπειρίες καὶ, ἔτσι, νὰ ἐξελιχθεῖ (θεωρία της μετενσάρκωσης). Κάποιες φορές μάλιστα μπορεῖ νὰ εἰσέλθει σε σῶμα ζώου κυρίως σὰν ἀποτέλεσμα μιᾶς ὄχι καὶ τόσο συνετῆς ζωῆς (θεωρία της μετεμψύχωσης). Μεγάλη σημασία εἶχε λοιπόν στὴ δρυιδική φιλοσοφία ἡ ἐλεύθερη βούληση του ἀτόμου καὶ ἡ δυνατότητα ἐπιλογή του γιὰ ὀρθὲς ἡ ὄχι πράξεις στὴ ζωή του.

Ὁ ἀριθμός 3 εἶχε ἱερὴ σημασία γιὰ τους Δρυίδες. Ἀπὸ μία πρωταρχική τριάδα θεῶν πλάστηκε ὁ κόσμος καὶ προῆλθαν ὅλες οἱ ὑπόλοιπες θεότητες (πολυθεϊσμός), τρεῖς εἶναι οἱ Κύκλοι της Ζωῆς, τρεῖς οἱ κόσμοι του ἀνθρώπου (σῶμα - ψυχή - πνεῦμα), με βάση το 3 εἶναι φτιαγμένα τα ρητά σοφίας ποὺ περιγράφουν την δρυιδική πίστη (Τριάδες).

Οἱ Δρυίδες συγκεντρώνονταν σε φυσικές περιοχές, δάση καὶ ξέφωτα γιὰ τις θρησκευτικές τους τελετές, μακριά ἀπὸ τα μάτια του ἁπλοῦ κόσμου. Ἐκεῖ πιθανότητα λάμβαναν μέρος ἀνθρωποθυσίες με ἐξιλαστήριο ἡ μαντικό χαρακτῆρα. (Η πίστη στὴν ἀθανασία της ψυχῆς καθιστοῦσε ἕνα κατεστημένο ἀνθρωποθυσιῶν ὄχι τόσο παράλογο ἡ βίαιο ποὺ ἴσως φανεῖ σήμερα). Στὶς συνευρέσεις τους ἔπαιρναν κυκλικό σχηματισμό καὶ ὀνομάτιζαν την περιοχή με κάποια προστατευτική γιὰ αὐτή θεότητα. Την ἔννοια του ναοῦ ἀντικαθιστοῦσαν μεγάλοι ὀγκόλιθοι συμβολικῆς καὶ ἱερῆς σημασίας, τα μενίρ καὶ σχηματισμοί θρησκευτικῶν μνημείων ἀπὸ πολλά μενίρ μαζί, τα ντολμέν.

Στὸ Δρυιδισμό συναντοῦμε ἀρκετὰ σύμβολα. Το γκυ, φυτό με μαγικές καὶ θεραπευτικές ἰδιότητες ποὺ παρασιτεῖ στοὺς κορμούς της βελανιδιᾶς, το τετράφυλλο τριφύλλι, σύμβολο μεγάλης καλοτυχίας, το σταυρό, θρησκευτικό σύμβολο, τον ἀετό, σύμβολο του ὑπέρτατου Θεοῦ, το πράσινο χρῶμα, σύμβολο της ἐλπίδας, το σκοτάδι, σύμβολο ἄγνοιας, το φῶς, σύμβολο της γνώσης, την Πεντάλφα, σύμβολο κάποιας θεότητας καὶ ἄλλα πολλά.

«Τι ἀπέγινε;»

Στὰ χρόνια του Καίσαρα Αὐγούστου ἀπαγορεύτηκε ὁ Δρυιδισμός καὶ ἐπὶ Καίσαρα Κλαυδίου οἱ Δρυίδες ὑπέστησαν ἐπίμονους διωγμούς. Τα παραπάνω μαζί με την ἐξαπλώση του Χριστιανισμοῦ στὴν Εὐρώπη συντέλεσαν στὴν ἐξαφάνιση σίγα - σιγά της κοινωνίας των Δρυίδων ὄχι ὅμως καὶ της πάνσοφης Δρυιδικής διδασκαλίας. Πραγματικά, ἡ σοφία τῶν Δρυίδων ἀποτέλεσε ἕναν ἀπὸ τους σημαντικότερους κρίκους της Δυτικῆς Ἐσωτερικῆς Παράδοσης.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

-Μεγάλη Ἑλληνική Ἐγκυκλοπαίδεια, Π. Δρανδάκης
-Πάπυρος Larousse Britannica, τόμος 33
-Παγκόσμια Ἱστορία Ἐκδοτική Ἀθηνῶν
-Μῦθοι τῶν Κελτῶν, ἐκδ. Παπαδήμα
-Ἐγκυκλοπαίδεια Ὑδρία, τόμος 33
-Παγκόσμια Μυθολογία Felix Guirand, ἐκδ. οἶκος Βίβλος
-Περιοδικό Ἱστορία
-Περιοδικά Asterix

Δεν διατίθεται αυτόματο εναλλακτικό κείμενο.Δεν διατίθεται αυτόματο εναλλακτικό κείμενο.


.Η εικόνα ίσως περιέχει: ένα ή περισσότερα άτομα

Σάββατο 5 Αυγούστου 2017

Ο σκοπός του Εθνικού Ύμνου των Ελλήνων - Τι έγινε σαν σήμερα

Ο σκοπός του Εθνικού Ύμνου των Ελλήνων - Τι έγινε σαν σήμερα

    Παρασκευή, 04 Αύγουστος 2017 15:09
    Ο σκοπός του Εθνικού Ύμνου των Ελλήνων - Τι έγινε σαν σήμερα

    Ήταν 4 Αυγούστου του 1865,

    όταν ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» του Διονύσιου Σολωμού, καθιερώθηκε ως Εθνικός Ύμνος της Ελλάδας.
    Ο «Ύμνος εις την Ελευθερίαν» είναι ποίημα του Διονυσίου Σολωμού (1798-1857), και οι δύο πρώτες στροφές του, σε μουσική του Νικολάου Μάντζαρου (1795-1872), αποτελούν τον Εθνικό Ύμνο της Ελλάδας (1865) και της Κύπρου (1966).
    Ο Ύμνος εις την Ελευθερία γράφτηκε από τον 25χρονο Σολωμό στη Ζάκυνθο, σε μία περίοδο ιδιαίτερης έξαρσης της Ελληνικής Επανάστασης.
    Αφορά κάτι που θα γίνει στο μέλλον από εκείνον που θα γνωρίσουμε από «από την κόψη του σπαθιού την τρομερή», και «από την όψη που με βία μετράει την γη».
    Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή,
    σε γνωρίζω από την όψη που με βία μετράει τη γη.
    Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά,
    και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
    Εκεί μέσα εκατοικούσες πικραμένη, εντροπαλή,
    κι ένα στόμα εκαρτερούσες, «έλα πάλι», να σου πεί.
    'Αργειε νάλθει εκείνη η μέρα κι ήταν όλα σιωπηλά,
    γιατί τά 'σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά.
    Δυστυχής! Παρηγορία μόνη σού έμενε να λές
    περασμένα μεγαλεία και διηγώντας τα να κλαις.
    Κι ακαρτέρει κι ακαρτέρει φιλελεύθερη λαλιά
    το ένα εκτύπαε τ' άλλο χέρι από την απελπισιά
    Κι έλεες: «Πότε, α, πότε βγάνω το κεφάλι από τσ' ερμιές;».
    Και αποκρίνοντο από πάνω κλάψες, άλυσες, φωνές.
    Τότε εσήκωνες το βλέμμα μες στα κλάιματα θολό,
    και εις το ρούχο σου έσταζ' αίμα πλήθος αίμα ελληνικό.
    Με τα ρούχα αιματωμένα ξέρω ότι έβγαινες κρυφά
    να γυρεύεις εις τα ξένα άλλα χέρια δυνατά.
    Μοναχή το δρόμο επήρες, εξανάλθες μοναχή·
    δεν είν' εύκολες οι θύρες εάν η χρεία τες κουρταλεί.
    'Αλλος σου έκλαψε εις τα στήθια, αλλ' ανάσαση καμμιά·
    άλλος σου έταξε βοήθεια και σε γέλασε φρικτά.
    ΄Αλλοι, οϊμέ, στη συμφορά σου οπού εχαίροντο πολύ,
    «σύρε νά 'βρεις τα παιδιά σου, σύρε», έλεγαν οι σκληροί.
    Φεύγει οπίσω το ποδάρι και ολογλήγορο πατεί
    ή την πέτρα ή το χορτάρι που τη δόξα σού ενθυμεί.
    Ταπεινότατη σου γέρνει η τρισάθλια κεφαλή,
    σαν πτωχού που θυροδέρνει κι είναι βάρος του η ζωή.
    Ναι, αλλά τώρα αντιπαλεύει κάθε τέκνο σου με ορμή,
    πού ακατάπαυστα γυρεύει ή τη νίκη ή τη θανή.
    Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά,
    και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
    Μόλις είδε την ορμή σου ο ουρανός που για τσ' εχθρούς
    εις τη γη τη μητρική σου έτρεφ' άνθια και καρπούς,
    εγαλήνεψε· και εχύθει καταχθόνια μια βοή,
    και του Ρήγα σού απεκρίθη πολεμόκραχτη η φωνή.
    ΄Ολοι οι τόποι σου σ' εκράξαν χαιρετώντας σε θερμά,
    και τα στόματα εφωνάξαν όσα αισθάνετο η καρδιά.
    Εφωνάξανε ως τ' αστέρια του Ιονίου και τα νησιά,
    κι εσηκώσανε τα χέρια για να δείξουνε χαρά,
    μ' όλον πού 'ναι αλυσωμένο το καθένα τεχνικά,
    και εις το μέτωπο γραμμένο έχει: «Ψεύτρα Ελευθεριά».
    Γκαρδιακά χαροποιήθει και του Βάσιγκτον η γη,
    και τα σίδερα ενθυμήθει που την έδεναν κι αυτή.
    Απ' τον πύργο του φωνάζει, σα να λέει σε χαιρετώ,
    και τη χήτη του τινάζει το λιοντάρι το Ισπανό.
    Ελαφιάσθη της Αγγλίας το θηρίο, και σέρνει ευθύς
    κατά τ' άκρα της Ρουσίας τα μουγκρίσματα τσ' οργής.
    Εις το κίνημα του δείχνει πως τα μέλη ειν' δυνατά·
    και στου Αιγαίου το κύμα ρίχνει μια σπιθόβολη ματιά.
    Σε ξανοίγει από τα νέφη και το μάτι του Αετού,
    που φτερά και νύχια θρέφει με τα σπλάχνα του Ιταλού·
    και σ' εσέ καταγυρμένος, γιατί πάντα σε μισεί,
    έκρωζ' έκρωζ' ο σκασμένος, να σε βλάψει, αν ημπορεί.
    ΄Αλλο εσύ δεν συλλογιέσαι πάρεξ που θα πρωτοπάς·
    δεν μιλείς και δεν κουνιέσαι στες βρισιές οπού αγρικάς·
    σαν το βράχο οπού αφήνει κάθε ακάθαρτο νερό
    εις τα πόδια του να χύνει ευκολόσβηστον αφρό·
    οπού αφήνει ανεμοζάλη και χαλάζι και βροχή
    να του δέρνουν τη μεγάλη, την αιώνιαν κορυφή.
    Δυστυχιά του, ω, δυστυχιά του, οποιανού θέλει βρεθεί
    στο μαχαίρι σου αποκάτου και σ' εκείνο αντισταθεί.
    Το θηρίο π' ανανογιέται πως του λείπουν τα μικρά,
    περιορίζεται, πετιέται, αίμα ανθρώπινο διψά·
    τρέχει, τρέχει όλα τα δάση, τα λαγκάδια, τα βουνά,
    κι όπου φθάσει, όπου περάσει, φρίκη, θάνατος, ερμιά·
    Ερμιά, θάνατος και φρίκη όπου επέρασες κι εσύ·
    ξίφος έξω από τη θήκη πλέον ανδρείαν σου προξενεί.
    Ιδού, εμπρός σου ο τοίχος στέκει της αθλίας Τριπολιτσάς·
    τώρα τρόμου αστροπελέκι να της ρίψεις πιθυμάς.
    Μεγαλόψυχο το μάτι δείχνει πάντα οπώς νικεί,
    κι ας ειν' άρματα γεμάτη και πολέμιαν χλαλοή.
    Σου προβαίνουνε και τρίζουν για να ιδείς πως ειν' πολλά·
    δεν ακούς που φοβερίζουν άνδρες μύριοι και παιδιά;
    Λίγα μάτια, λίγα στόματα θα σας μείνουνε ανοιχτά.
    για να κλαύσετε τα σώματα που θε νά 'βρει η συμφορά!
    Κατεβαίνουνε, και ανάφτει του πολέμου αναλαμπή·
    το τουφέκι ανάβει, αστράφτει, λάμπει, κόφτει το σπαθί.
    Γιατί η μάχη εστάθει ολίγη; Λίγα τα αίματα γιατί;
    Τον εχθρό θωρώ να φύγει και στο κάστρο ν' ανεβεί.
    Μέτρα! Ειν' άπειροι οι φευγάτοι, οπού φεύγοντας δειλιούν·
    τα λαβώματα στην πλάτη δέχοντ', ώστε ν' ανεβούν.
    Εκεί μέσα ακαρτερείτε την αφεύγατη φθορά·
    να, σας φθάνει· αποκριθείτε στης νυκτός τη σκοτεινιά!
    Αποκρίνονται και η μάχη έτσι αρχίζει, οπού μακριά
    από ράχη εκεί σε ράχη αντιβούιζε φοβερά.
    Ακούω κούφια τα τουφέκια, ακούω σμίξιμο σπαθιών,
    ακούω ξύλα, ακούω πελέκια, ακούω τρίξιμο δοντιών.
    Α, τι νύκτα ήταν εκείνη που την τρέμει ο λογισμός!
    ΄Αλλος ύπνος δεν εγίνει πάρεξ θάνατου πικρός.
    Της σκηνής η ώρα, ο τόπος, οι κραυγές, η ταραχή,
    ο σκληρόψυχος ο τρόπος του πολέμου, και οι καπνοί,
    και οι βροντές και το σκοτάδι οπού αντίσκοφτε η φωτιά,
    επαράσταιναν τον ΄Αδη που ακαρτέρειε τα σκυλιά·
    Τ' ακαρτέρειε. Εφαίνον' ίσκιοι αναρίθμητοι, γυμνοί,
    κόρες, γέροντες, νεανίσκοι, βρέφη ακόμη εις το βυζί.
    'Ολη μαύρη μυρμηγκιάζει, μαύρη η εντάφια συντροφιά,
    σαν το ρούχο οπού σκεπάζει τα κρεβάτια τα στερνά.
    Τόσοι, τόσοι ανταμωμένοι επετιούντο από τη γη,
    όσοι ειν' άδικα σφαγμένοι από τούρκικην οργή.
    Τόσα πέφτουνε τα θερισμένα αστάχια εις τους αγρούς·
    σχεδόν όλα εκειά τα μέρη εσκεπάζοντο απ' αυτούς.
    Θαμποφέγγει κανέν' άστρο και αναδεύοντο μαζί,
    ανεβαίνοντας το κάστρο με νεκρώσιμη σιωπή.
    'Ετσι χάμου εις την πεδιάδα μες στο δάσος το πυκνό,
    όταν στέλνει μίαν αχνάδα μισοφέγγαρο χλωμό,
    Eάν οι άνεμοι μες στ' άδεια τα κλαδιά μουγκοφυσούν,
    σειούνται, σειούνται τα μαυράδια, οπού οι κλώνοι αντικτυπούν.
    Με τα μάτια τους γυρεύουν όπου είν' αίματα πηχτά,
    και μες στα αίματα χορεύουν με βρυχίσματα βραχνά·
    και χορεύοντας μανίζουν εις τους ΄Ελληνες κοντά,
    και τα στήθια τους εγγίζουν με τα χέρια τα ψυχρά.
    Εκειό το έγγισμα πηγαίνει βαθειά μες στα σωθικά,
    όθεν όλη η λύπη βγαίνει και άκρα αισθάνονται ασπλαχνιά.
    Τότε αυξαίνει του πολέμου ο χορός τρομακτικά,
    σαν το σκόρπισμα του ανέμου στου πελάου τη μοναξιά.
    Κτυπούν όλοι απάνου κάτου· κάθε κτύπημα που εβγεί
    είναι κτύπημα θανάτου χώρις να δευτερωθεί.
    Κάθε σώμα ιδρώνει, ρέει·λες κι εκείθενε η ψυχή
    απ' το μίσος που την καίει πολεμάει να πεταχθεί.
    Της καρδίας κτυπίες βροντάνε μες στα στήθια τους αργά,
    και τα χέρια όπου χουμάνε περισσότερο ειν' γοργά.
    Ουρανός γι' αυτούς δεν είναι, ουδέ πέλαγο, ουδέ γη·
    γι' αυτούς όλους το παν είναι μαζωμένο αντάμα εκεί.
    Τόση η μάνητα κι η ζάλη, που στοχάζεσαι μη πως
    από μία μεριά και απ' άλλη δεν είν΄ ένας ζωντανός.
    Κοίτα χέρια απελπισμένα πώς θερίζουνε ζωές!
    Χάμου πέφτουνε κομμένα χέρια, πόδια, κεφαλές,
    και παλάσκες και σπαθία με ολοσκόρπιστα μυαλά,
    και με ολόσχιστα κρανία, σωθικά λαχταριστά.
    Προσοχή καμία δεν κάνει κανείς, όχι, εις τη σφαγή·
    πάνε πάντα εμπρός. Ω, φθάνει, φθάνει· έως πότε οι σκοτωμοί;
    Ποιος αφήνει εκεί τον τόπο, πάρεξ όταν ξαπλωθεί;
    Δεν αισθάνονται τον κόπο και λες κι είναι εις την αρχή.
    Ολιγόστευαν οι σκύλοι, και «Αλλά», εφώναζαν, «Αλλά»,
    και των Χριστιανών τα χείλη «φωτιά», εφώναζαν, «φωτιά».
    Λιονταρόψυχα, εκτυπιούντο, πάντα εφώναζαν «φωτιά»,
    και οι μιαροί κατασκορπιούντο, πάντα σκούζοντας «Αλλά».
    Παντού φόβος και τρομάρα και φωνές και στεναγμοί·
    παντού κλάψα, παντού αντάρα, και παντού ξεψυχισμοί.
    Ήταν τόσοι! Πλέον το βόλι εις τ' αυτιά δεν τους λαλεί.
    'Ολοι χάμου εκείτοντ' όλοι εις την τέταρτην αυγή.
    Σαν ποτάμι το αίμα εγίνη και κυλάει στη λαγκαδιά,
    και το αθώο χόρτο πίνει αίμα αντίς για τη δροσιά.
    Της αυγής δροσάτο αέρι, δεν φυσάς τώρα εσύ πλιο
    στων ψευδόπιστων το αστέρι· φύσα, φύσα εις το ΣΤΑΥΡΟ!
    Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά,
    και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
    Της Κορίνθου ιδού και οι κάμποι· δεν λάμπ' ήλιος μοναχά
    εις τους πλάτανους, δεν λάμπει εις τ' αμπέλια, εις τα νερά.
    Εις τον ήσυχον αιθέρα τώρα αθώα δεν αντηχεί
    τα λαλήματα η φλογέρα, τα βελάσματα το αρνί.
    Τρέχουν άρματα χιλιάδες σαν το κύμα εις το γιαλό,
    αλλ' οι ανδρείοι παλληκαράδες δεν ψηφούν τον αριθμό.
    Ω τρακόσιοι, σηκωθείτε και ξανάλθετε σε μας·
    τα παιδιά σας θελ' ιδείτε πόσο μοιάζουνε με σας.
    'Ολοι εκείνοι τα φοβούνται και με πάτημα τυφλό
    εις την Κόρινθο αποκλειούνται κι όλοι χάνουνται απ' εδώ.
    Στέλνει ο άγγελος του ολέθρου πείνα και θανατικό,
    που με σχήμα ενός σκελέθρου περπατούν αντάμα οι δυο·
    και πεσμένα εις τα χορτάρια απεθαίνανε παντού
    τα θλιμμένα απομεινάρια της φυγής και του χαμού.
    Κι εσύ αθάνατη, εσύ θεία, που ότι θέλεις ημπορείς.
    εις τον κάμπο, Ελευθερία, ματωμένη περπατείς.
    Στη σκια χεροπιασμένες, στη σκια βλέπω κι εγώ
    κρινοδάχτυλες παρθένες οπού κάνουνε χορό.
    Στο χορό γλυκογυρίζουν ωραία μάτια ερωτικά,
    και εις την αύρα κυματίζουν μαύρα, ολόχρυσα μαλλιά.
    Η ψυχή μου αναγαλλιάζει πως ο κόρφος καθεμιάς
    γλυκοβύζαστο ετοιμάζει γάλα ανδρείας κι ελευθεριάς.
    Μες στα χόρτα, τα λουλούδια, το ποτήρι δεν βαστώ·
    φιλελεύθερα τραγούδια σαν τον Πίνδαρο εκφωνώ.
    Απ' τα κόκαλα βγαλμένη των Ελλήνων τα ιερά,
    και σαν πρώτα ανδρειωμένη, χαίρε, ω χαίρε, Ελευθεριά!
    Πήγες εις το Μεσολόγγι την ημέρα του Χριστού,
    μέρα που άνθισαν οι λόγγοι για το τέκνο του Θεού.
    Σου 'λθε εμπρός λαμποκοπώντας η Θρησκεία μ' ένα σταυρό,
    και το δάκτυλο κινώντας οπού ανεί τον ουρανό,
    «σ' αυτό», εφώναξε, «το χώμα στάσου ολόρθη, Ελευθεριά!».
    Και φιλώντας σου το στόμα μπαίνει μες στην εκκλησιά.
    Εις την τράπεζα σιμώνει, και το σύγνεφο το αχνό
    γύρω γύρω της πυκνώνει που σκορπάει το θυμιατό.
    Αγρικάει την ψαλμωδία οπού εδίδαξεν αυτή·
    βλέπει τη φωταγωγία στους Αγίους εμπρός χυτή.
    Ποιοι είν' αυτοί που πλησιάζουν με πολλή ποδοβολή,
    κι άρματ', άρματα ταράζουν; Επετάχτηκες εσύ!
    Α, το φως που σε στολίζει, σαν ηλίου φεγγοβολή,
    και μακρίθεν σπινθηρίζει, δεν είναι, όχι, από τη γη.
    Λάμψιν έχει όλη φλογώδη χείλος, μέτωπο, οφθαλμός·
    φως το χέρι, φως το πόδι, κι όλα γύρω σου είναι φως.
    Το σπαθί σου αντισηκώνεις, τρία πατήματα πατάς,
    σαν τον πύργο μεγαλώνεις, κι εις το τέταρτο κτυπάς.
    Με φωνή που καταπείθει προχωρώντας ομιλείς:
    «Σήμερ', άπιστοι, εγεννήθη, ναι, του κόσμου ο Λυτρωτής.
    Αυτός λέγει, αφοκρασθείτε: "Εγώ ειμ' 'Αλφα, Ωμέγα εγώ·
    πέστε, που θ' αποκρυφθείτε εσείς όλοι, αν οργισθώ;
    Φλόγα ακοίμητην σας βρέχω, που, μ' αυτήν αν συγκριθεί
    κείνη η κάτω οπού σας έχω, σαν δροσιά θέλει βρεθεί.
    Κατατρώγει, ωσάν τη σχίζα, τόπους άμετρα υψηλούς,
    χώρες, όρη από τη ρίζα, ζώα και δέντρα και θνητούς.
    Και το παν το κατακαίει, και δεν σώζεται πνοή,
    πάρεξ του άνεμου που πνέει μες στη στάχτη τη λεπτή"».
    Κάποιος ήθελε ερωτήσει: Του θυμού Του εισ' αδελφή;
    Ποιος είν' άξιος να νικήσει ή με σε να μετρηθεί;
    Η γη αισθάνεται την τόση του χεριού σου ανδραγαθιά,
    που όλην θέλει θανατώσει τη μισόχριστη σπορά.
    Την αισθάνονται και αφρίζουν τα νερά, και τ' αγρικώ
    δυνατά να μουρμουρίζουν σαν ρυάζετο θηριό.
    Κακορίζικοι, πού πάτε του Αχελώου μες στη ροή
    και πιδέξια πολεμάτε από την καταδρομή
    να αποφύγετε; Το κύμα έγινε όλο φουσκωτό·
    εκεί ευρήκατε το μνήμα πριν να ευρείτε αφανισμό.
    Βλασφημάει, σκούζει, μουγκρίζει κάθε λάρυγγας εχθρού,
    και το ρεύμα γαργαρίζει τες βλασφήμιες του θυμού.
    Σφαλερά τετραποδίζουν πλήθος άλογα, και ορθά
    τρομασμένα χλιμιντρίζουν και πατούν εις τα κορμιά.
    Ποίος στο σύντροφον απλώνει χέρι, ωσάν να βοηθηθεί·
    ποίος τη σάρκα του δαγκώνει όσο που να νεκρωθεί.
    Κεφαλές απελπισμένες, με τα μάτια πεταχτά,
    κατά τ' άστρα σηκωμένες για την ύστερη φορά.
    Σβιέται -αυξαίνοντας η πρώτη του Αχελώου νεροσυρμή-
    το χλιμίντρισμα και οι κρότοι και του ανθρώπου οι γογγυσμοί.
    Έτσι ν' άκουα να βουίξει τον βαθύν Ωκεανό,
    και στο κύμα του να πνίξει κάθε σπέρμα αγαρηνό!
    Και εκεί πού 'ναι η Αγία Σοφία μες στους λόφους τους επτά,
    όλα τ' άψυχα κορμία, βραχοσύντριφτα, γυμνά,
    σωριασμένα να τα σπρώξει η κατάρα του Θεού,
    κι απ' εκεί να τα μαζώξει ο αδελφός του Φεγγαριού.
    Κάθε πέτρα μνήμα ας γένει, κι η Θρησκεία κι η Ελευθεριά
    μ' αργό πάτημα ας πηγαίνει μεταξύ τους και ας μετρά.
    Ένα λείψανο ανεβαίνει τεντωτό, πιστομητό,
    κι άλλο ξάφνου κατεβαίνει και δεν φαίνεται, και πλιο
    και χειρότερα αγριεύει και φουσκώνει ο ποταμός·
    πάντα, πάντα περισσεύει· πολύ φλοίσβισμα και αφρός.
    Α, γιατί δεν έχω τώρα τη φωνή του Μωυσή;
    Μεγαλόφωνα την ώρα οπού εσβιούντο οι μισητοί,
    το Θεόν ευχαριστούσε στου πελάου τη λύσσα εμπρός,
    και τα λόγια ηχολογούσε αναρίθμητος λαός.
    Ακλουθάει την αρμονία η αδελφή του Ααρών,
    η προφήτισσα Μαρία, μ' ένα τύμπανο τερπνόν
    και πηδούν όλες οι κόρες με τσ' αγκάλες ανοικτές,
    τραγουδώντας, ανθοφόρες, με τα τύμπανα κι εκειές.
    Σε γνωρίζω από την κόψη του σπαθιού την τρομερή,
    σε γνωρίζω από την όψη που με βία μετράει τη γη.
    Εις αυτήν, είν' ξακουσμένο, δεν νικιέσαι εσύ ποτέ·
    όμως, όχι, δεν είν' ξένο και το πέλαγο για σε.
    Το στοιχείον αυτό ξαπλώνει κύματ' άπειρα εις τη γη,
    με τα οποία την περιζώνει, κι είναι εικόνα σου λαμπρή.
    Με βρυχίσματα σαλεύει που τρομάζει η ακοή·
    κάθε ξύλο κινδυνεύει και λιμνιώνα αναζητεί.
    Φαίνετ' έπειτα η γαλήνη και το λάμψιμο του ηλιού,
    και τα χρώματα αναδίνειτου γλαυκότατου ουρανού.
    Δεν νικιέσαι, είν' ξακουσμένο, στην ξηράν εσύ ποτέ·
    όμως όχι δεν είν' ξένο και το πέλαγο για σέ.
    Περνούν άπειρα τα ξάρτια, και σαν λόγγος στριμωχτά
    τα τρεχούμενα κατάρτια, τα ολοφούσκωτα πανιά.
    Συ τες δύναμές σου σπρώχνεις, και αγκαλά δεν είν' πολλές,
    πολεμώντας, άλλα διώχνεις, άλλα παίρνεις, άλλα καις.
    Μ' επιθυμία να τηράζεις δύο μεγάλα σε θωρώ,
    και θανάσιμον τινάζεις εναντίον τους κεραυνό.
    Πιάνει, αυξαίνει, κοκκινίζει, και σηκώνει μια βροντή,
    και το πέλαο χρωματίζει με αιματόχροη βαφή.
    Πνίγοντ' όλοι οι πολεμάρχοι και δεν μνέσκει ένα κορμί·
    χαίρου, σκιά του Πατριάρχη, που σε πέταξαν εκεί.
    Εκρυφόσμιγαν οι φίλοι με τσ' εχθρούς τους τη Λαμπρή,
    και τους έτρεμαν τα χείλη δίνοντάς τα εις το φιλί.
    Κειες τες δάφνες που εσκορπίστε τώρα πλέον δεν τες πατεί,
    και το χέρι οπού εφιλήστε πλέον, α, πλέον δεν ευλογεί.
    'Ολοι κλαψτε· αποθαμένος ο αρχηγός της Εκκλησιάς·
    κλάψτε, κλάψτε· κρεμασμένος ωσάν να 'τανε φονιάς!
    'Εχει ολάνοικτο το στόμα π' ώρες πρώτα είχε γευθεί
    τ' Άγιον Αίμα, τ' Άγιον Σώμα·λες πως θε να ξαναβγεί
    η κατάρα που είχε αφήσει, λίγο πριν να αδικηθεί,
    εις οποίον δεν πολεμήσει κι ημπορει να πολεμει
    Την ακούω, βροντάει, δεν παύει εις το πέλαγο, εις τη γη,
    και μουγκρίζοντας ανάβει την αιώνιαν αστραπή.
    Η καρδιά συχνοσπαράζει. Πλην τι βλέπω; Σοβαρά
    να σωπάσω με προστάζει με το δάκτυλο η θεά.
    Κοιτάει γύρω εις την Ευρώπη τρεις φορές μ' ανησυχιά·
    προσηλώνεται κατόπι στην Ελλάδα, και αρχινά:
    «Παλληκάρια μου, οι πολέμοι για σας όλοι είναι χαρά,
    και το γόνα σας δεν τρέμει στους κινδύνους εμπροστά.
    Απ' εσάς απομακραίνει κάθε δύναμη εχθρική,
    αλλά ανίκητη μια μένει που τες δάφνες σας μαδεί.
    Μία, που όταν ωσάν λύκοι ξαναρχόστενε ζεστοί,
    κουρασμένοι από τη νίκη, αχ, το νου σάς τυραννεί.
    Η Διχόνοια που βαστάει ένα σκήπτρο η δολερή
    καθενός χαμογελάει, "πάρ' το", λέγοντας, "και συ".
    Κειο το σκήπτρο που σας δείχνει έχει αλήθεια ωραία θωριά·
    μην το πιάστε, γιατί ρίχνει εισέ δάκρυα θλιβερά.
    Από στόμα οπού φθονάει, παλληκάρια, ας μην πωθεί,
    πως το χέρι σας κτυπάει του αδελφού την κεφαλή.
    Μην ειπούν στο στοχασμό τους τα ξένη έθνη αληθινά:
    "Εάν μισούνται ανάμεσό τους δεν τους πρέπει ελευθεριά".
    Τέτοια αφήστενε φροντίδα· όλο το αίμα οπού χυθεί
    για θρησκεία και για πατρίδα όμοιαν έχει την τιμή.
    Στο αίμα αυτό, που δεν πονείτε για πατρίδα, για θρησκειά,
    σας ορκίζω, αγκαλισθείτε σαν αδέλφια γκαρδιακά.
    Πόσο λείπει, στοχασθείτε, πόσο ακόμη να παρθεί·
    πάντα η νίκη, αν ενωθείτε, πάντα εσάς θ' ακολουθεί.
    Ω ακουσμένοι εις την ανδρεία καταστήστε ένα Σταυρό
    και φωνάξετε με μία: «Βασιλείς, κοιτάξτ' εδώ!»
    Το σημείον που προσκυνάτε είναι τούτο, και γι' αυτό
    ματωμένους μας κοιτάτε στον αγώνα το σκληρό.
    Ακατάπαυστα το βρίζουν τα σκυλιά και το πατούν
    και τα τέκνα του αφανίζουν και την πίστη αναγελούν.
    Εξ αιτίας του εσπάρθη, εχάθη αίμα αθώο χριστιανικό,
    που φωνάζει από τα βάθη της νυκτός: Να εκδικηθώ.
    Δεν ακούτε, εσείς εικόνες του Θεού, τέτοια φωνή;
    Τώρα επέρασαν αιώνες και δεν έπαυσε στιγμή.
    Δεν ακούτε; Εις κάθε μέρος σαν του Άβελ καταβοά·
    δεν ειν' φύσημα του αέρος που σφυρίζει εις τα μαλλιά.
    Τι θα κάμετε; Θ' αφήστε να αποκτήσομεν εμείς
    λευθεριάν, ή θα την λύστε εξ αιτίας πολιτικής;
    Τούτο ανίσως μελετάτε ιδού εμπρός σας τον Σταυρό:
    Βασιλείς, ελάτε, ελάτε, και κτυπήσετε κι εδώ!"».


    Σχετική Ενημέρωση